Περνούν τα χρόνια

Ένα ποίημα του Γιώργου Δ. Μπίμη

Περνούν τα χρόνια

Περνούν τα χρόνια σαν πουλιά κυνηγημένα
κι έρχονται νύχτες και φεγγάρια με βροχές,
καράβια φεύγουν μ’ αυταπάτες φορτωμένα
κι εσύ με ζεις με ξεχασμένες προσευχές…

Τ’ αστέρια μέτρησα μια νύχτα στ’ ακρογιάλι,
σ’ έρημους τόπους και σε γκρίζους ουρανούς,
σ’ αυτή τη θάλασσα που με πλανεύει πάλι,
στ’ άγιο ξημέρωμα που δε το βάνει ο νους.

Τρέχουν οι άνθρωποι το χρόνο να προφτάσουν,
σφυρίζουν τρένα που δεν έχουν γυρισμό
κι ότι ασύλληπτο γεννιέται θα το χάσουν,
αφού αψήφησαν του μάντη το χρησμό.

Κάποιος μου ζήτησε ταυτότητα στο δρόμο
κι εγώ του έδωσα τσιγάρο δανεικό
κι όταν το άναψε με άγγιξε στον ώμο
κι απ’ την οδύνη μου, ζητούσε μερτικό…

Περνούν τα χρόνια ζοφερά κι ανταριασμένα
κι αίμα σταλάζει μια αλλόκοτη πληγή,
μ’ αν χαμηλώσουνε τα σύννεφα για μένα,
θα ‘ρθω κοντά σου να με ζήσεις μάνα γη…

(Από την ποιητική συλλογή: ”Το χώμα και το αίμα”)

 

Εικόνα (πηγή): “Bar Boy” (2019) – Πίνακας του Salman Toor,  στο Whitney Museum of American Art (Νέα Υόρκη)

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: