«Παίρνει φανερά και συνειδητά στάση υπέρ των τίμιων αγωνιστών του Λαού, που τους σκοτώνουν οι φασιστικές τρομοκρατίες….»

Η συμπάθειά του για τους ναυαγούς της θάλασσας και της ζωής (όλοι και ζωντανοί και πνιγμένοι είναι ναυαγοί) φανερώνει ποιος είναι ο Αίτιος πίσω από το πούσι που τον κρύβει. Ο Αίτιος και ο Υπεύθυνος για το σκοτωμό των ανθρώπων του Λαού είτε με τον πόλεμο είτε με την πείνα και για το πνευματικό και το ηθικό τους σκοτάδι, είναι ο ίδιος διεθνικός Μινώταυρος, ο καπιταλισμός…

«Παίρνει φανερά και συνειδητά στάση υπέρ των τίμιων αγωνιστών του Λαού, που τους σκοτώνουν οι φασιστικές τρομοκρατίες….»

Ο Νίκος Καββαδίας (γεννήθηκε στις 11 του Γενάρη 1910 κι έφυγε από τη ζωή στις 10 του Φλεβάρη 1975) ύμνησε με το έργο του τον εργάτη της θάλασσας. Μετουσίωσε σε στίχους όσα διαδραματίζονται πάνω σ’ ένα βαπόρι που σκίζει τους ωκεανούς, με τα μακρινά του ταξίδια, στους πιο ξωτικούς προορισμούς, έχοντας για σημαία του την ελευθερία του νου και της ψυχής.

Το 1947  ο Καββαδίας θα τυπώσει τη δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο Πούσι (εκδόσεις Α. Καραβία). Τα ποιήματά του θα γίνουν πολύ γνωστά, αργότερα, όταν μελοποιηθούν και τραγουδηθούν και θα κάνουν τον ποιητή από τους πιο αγαπημένους, όλων των ηλικιών.

Ο μεγάλος ποιητής μας και κριτικός Κώστας Βάρναλης έχει ήδη αναγνωρίσει τη λογοτεχνική αξία του νεαρού Καββαδία και έχει εκφραστεί γι’ αυτόν με θερμά λόγια, νωρίτερα, σε κριτική του για την πρώτη του συλλογή Μαραμπού (1933). Τελειώνει μάλιστα την κριτική του με τη φράση «Ας γίνει επί τέλους… γνωστός!».

Στις 27 του Γενάρη 1947, δημοσιεύεται στο Ρίζο της Δευτέρας βιβλιοκρισία του Κώστα Βάρναλη για το Πούσι, του Νίκου Καββαδία, που παραθέτουμε στη συνέχεια.

ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ: «ΠΟΥΣΙ»

Είναι κοντά δεκατέσσερα χρόνια, που ο τότε μικρός το δέμας και την ηλικία ποιητής μάς ξάφνιασε με την πρώτη του ποιητική συλλογή: «Μαραμπού». Στον πολύ εγωιστικό και κάπως θορυβώδη και κρύον ελληνικό λυρισμό, ο νεαρός ποιητής έφερνε ένα καινούργιο ρίγος ξωτισμού ανθρωπιάς και πόνου. Καλά καλά δεν ήτανε ποιήματα· έμμετρες ιστορίες από τη ζωή των ναυτικών, που θαλασσοπνίγονται μήνες στους μεγάλους ωκεανούς ―και στο μεγαλύτερον απ’ όλους: το βίτσιο. Όλα όμως αυτά τα πράματα ήτανε τόσο πρωτοφανίσιμα κείνον τον καιρό και με τόσο αίσθημα κι αλήθεια ειπωμένα, που κι αυτός ο συστηματικός αρνητής και ζόρικος σε παλιούς και νέους ποιητάδες (προ πάντων στους νέους, τους «ποετάστρους»!) Φώτος Πολίτης συγκινήθηκε κι αναγνώρισε την αξία τους.

Ύστερ’ από τόσα χρόνια ο Καββαδίας μας έκανε ένα καινούργιο ξάφνιασμα, που δε θα το ξεχάσει ο νεοελληνικός Λόγος: το «Πούσι». Όλο όλο δεκατέσσερα ποιήματα. Αναλογούν από ένα σε κάθε χρόνο σιωπής. Κι όμως το βιβλίο αυτό είναι τ’ ωραιότερο σ’ εμφάνιση και περιεχόμενο της χρονιάς που μας πέρασε. Κι όχι μονάχα της χρονιάς που πέρασε. Σημειώνει σταθμό στην ιστορία της εκδοτικής και της ποιητικής μας τέχνης. Ήτανε και το κείμενο άξιο και παράξιο, μα και το διακοσμήσανε οι αξιότεροι νέοι ξυλογράφοι μας: ο Βακαλό, ο Βελισσαρίδης, ο Γιαννουκάκης, ο Μόραλης, ο Μόσχος, ο Τάσος, ο Κορογιαννάκης. Διαφορετικά βέβαια ταλέντα μα που η κοινή «αγάπη στο έργο ενός ποιητή» μπόρεσε να μη διασπάσει την καλλιτεχνική ενότητα του συνόλου.

Με το καινούργιο έργο ο ποιητής έχει κάνει τεράστιο άλμα εις ύψος. Η ποιητική του συνείδηση κι η τεχνική του σοφία έχουνε φτάσει σε ασυνήθιστη πληρότητα. Η διάθεση, τα θέματα και το πλαίσιό τους είναι περίπου τα ίδια με του «Μαραμπού» ―αλλά πόσο εξελιγμένα και τελειωμένα!

Το τοπίο δεν είναι τώρα εξωτερικό· είναι συνυφασμένο με την ψυχική ουσία ―εκφραστικό μέσο αυτής της ουσίας: τα εξωτικά στοιχεία δεν είναι καθόλου πρόσθετα και διακοσμητικά. Κι ο στίχος του δεν είναι πια περιγραφικός, είναι καθαρά λυρικός. Κι η ηχητική αυτού του στίχου εξαίσια κι υποβλητική.

Η μετάβαση από νόημα σε νόημα, από επίπεδο σ’ επίπεδο δε γίνεται μαλακά κι αφηγηματικά· γίνεται μ’ απότομα πηδήματα και τα κενά, που τα γεμίζει η ψυχή του αναγνώστη, πλουταίνουνε το νόημα κι ολοκληρώνουνε την αρμονία του.

Αλλά δε φαίνεται πως ο ποιητής θα σταματήσει σ’ αυτό το έργο. Μέσα του υπάρχουν οι αφετηρίες καινούργιων αλμάτων. Είναι τα ποιήματα «Θεσσαλονίκη» και «Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα».

Με το πρώτο μεταφέρει το τοπίο του από τα ξένα στα δικά μας νερά. Και στα δικά μας ακόμα νερά βρίσκει ο ποιητής το ξωτικό στοιχείο. Και δεν φαίνεται απίθανο να τον τραβήξουνε μελλοντικά ο πόνος κι η αμαρτία των ντόπιων συνανθρώπων ―και των στεριανών.

Με το δεύτερο ο ποιητής παίρνει φανερά και συνειδητά στάση υπέρ εκείνων (σ’ όποια γης!) πολεμάνε για τη λευτεριά, υπέρ των τίμιων αγωνιστών του Λαού, που τους σκοτώνουν οι φασιστικές τρομοκρατίες (όποιας χώρας!). Και σ’ αυτήν την περίσταση δε φαίνεται απίθανο να συνεχίσειι ο ποιητής των ηρωικό αυτό δρόμο.

Αλλά το ποίημα του Ισπανοτσιγγάνου Λόρκα αποτελεί και το κλειδί για να βρούμε το βαθύτερο κοινωνικό περιεχόμενο των άλλων του ποιημάτων. Η συμπάθειά του για τους ναυαγούς της θάλασσας και της ζωής (όλοι και ζωντανοί και πνιγμένοι είναι ναυαγοί) φανερώνει ποιος είναι ο Αίτιος πίσω από το πούσι που τον κρύβει. Ο Αίτιος και ο Υπεύθυνος για το σκοτωμό των ανθρώπων του Λαού είτε με τον πόλεμο είτε με την πείνα και για το πνευματικό και το ηθικό τους σκοτάδι, είναι ο ίδιος διεθνικός Μινώταυρος, ο καπιταλισμός, που στην ακμή του εκφυλισμού του και στην ώρα της πτώσης του γίνεται χίλιες φορές αιμοβορότερο θηρίο.

Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: