Πάμπλο Νερούδα: Η γη μοιράζεται με το ντουφέκι – 5 ποιήματα από το Canto General

Η γη μοιράζεται με το ντουφέκι.
Μην περιμένεις, χωριάτη λασπωμένε
το φως το αληθινό απ’ τον ίδρωτά σου,
μπροστά σου ο ουρανός να γονατίσει.

Πάμπλο Νερούδα: Χιλή, Παράλ, 12 Ιουλ. 1904 – Σαντιάγο, 23 Σεπ. 1973. «Ο μεγαλύτερος ποιητής του εικοστού αιώνα σε οποιαδήποτε γλώσσα» (Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες).
Canto General: Οικουμενικό Τραγούδι (ή Ύμνος). Άρχισε να γράφεται το 1938. Πρώτη έκδοση στο Μεξικό το 1950 και στη συνέχεια κυκλοφόρησε κρυφά στη Χιλή. Αποτελείται από δεκαπέντε μέρη, Cantos, αριθμημένα από το I-XV. 231 ποιήματα συνολικά (πάνω από 15.000 στίχοι), που δεν αφορούν μόνο τους λαούς της Λατινικής Αμερικής –γι’ αυτό άλλωστε και Οικουμενικό, με οκτώ αναφορές στην Ελλάδα και στους Έλληνες (βλ. στις Σημειώσεις).

 

Πάμπλο Νερούδα

Οικουμενικό Τραγούδι

Πέντε ποιήματα από το Canto General

Μετάφραση – Σημειώσεις – Φωτό – Σχέδιο

Μπάμπης Ζαφειράτος – Μποτίλια Στον Άνεμο

 

IV

Οι Ελευθερωτές

 

 

Οι Ελευθερωτές

Πάμπλο Νερούδα

 

Εδώ φυτρώνει αυτό το δέντρο,
της θύελλας, του λαού το δέντρο.
Απ’ τη γη βγαίνουν οι ήρωές του
όπως απ’ τους χυμούς τα φύλλα,
κι ο άνεμος σπάει τ’ ανταριασμένου
πλήθους το φύλλωμα, ώσπου ο σπόρος
ψωμί στη γη να ξαναπέσει.

Εδώ φυτρώνει αυτό το δέντρο
απ’ τους γυμνούς νεκρούς θρεμμένο
νεκρούς δαρμένους, πληγιασμένους,
νεκρούς με μάγουλα μπασμένα,
παλουκωμένους σε κοντάρια,
από φωτιά πυρπολημένους,
πετσοκομμένους με τσεκούρι,
στην εκκλησία σταυρωμένους.

Εδώ φυτρώνει αυτό το δέντρο,
που ’χει ολοζώντανες τις ρίζες
ήπιε απ’ τη δυστυχία νίτρο
οι ρίζες του ποτίσαν μ’ αίμα,
και δάκρυα ρούφηξ’ απ’ το χώμα:
τ’ ανέβασε απ’ τα κλαριά του
κυλήσανε μες στον κορμό του.
Βγήκαν αόρατα λουλούδια
πολλές φορές ήταν θαμμένα,
κι άλλες φορές τα πέταλά τους
φεγγοβολάγαν σαν πλανήτες.

Κι ο άνθρωπος πήρε απ’ τα κλωνάρια
τα μεστωμένα τους μπουμπούκια,
σαν να ’ταν ρόδια ή μανόλιες
τα μοίρασε χέρι με χέρι
κι άξαφνα έσκασε το χώμα
και ψήλωσαν μέχρι τ’ αστέρια.

Είναι της λευτεριάς το δέντρο.
το δέντρο γη, το δέντρο νέφος.
Δέντρο ψωμί, δέντρο σαΐτα.
Δέντρο γροθιά και δέντρο φλόγα.
Το πνίγει η άγρια καταιγίδα
τούτης της μαύρης εποχής μας,
όμως αντέχει ο κορμός του
κι ο ρωμαλέος του αγώνας.

Κι είναι φορές που ξαναπέφτουν
χολεριασμένα τα κλαριά του,
στάχτη το πνίγει και σκεπάζει
το αλλοτινό του μεγαλείο:
κι έτσι γυρίσανε τα χρόνια
και βγήκε μέσα απ’ τα μαρτύρια,
ωσότου μυστικό ένα χέρι
και μπράτσα αμέτρητα υψωθήκαν,
ο λαός πήρε πελεκούδια,
έκρυψε κούτσουρα ατόφια,
με τα φιλιά του έβαλε φύλλα
στο διαλυμένο εκείνο δέντρο,
τα σκόρπισε σε χίλια μέρη
και με τις ρίζες του βαδίζει.
Ετούτο ’δω είναι το δέντρο,
του λαού, των λαών του κόσμου,
της λευτεριάς και του αγώνα.

Κοίτα επάνω απ’ τα κλαριά του,
τις νέες άγγιξε αστραπές του,
στις φάμπρικες βύθισ’ το χέρι
εκεί που δένει ο καρπός του,
σκόρπα το φως του κάθε μέρα.
Τούτη τη γη παρ’ τη στα χέρια,
μπες στο χορό αυτής της λάμψης,
πάρ’ το ψωμί σου και το μήλο,
πάρ’ την καρδιά και τ’ άλογό σου
γίνε φρουρός στο σύνορό σου,
στην άκρη εκεί της φυλλωσιάς του.

Για τ’ άνθη πάλεψε που σβήνουν,
χώσου βαθιά σου εχθρού τις νύχτες,
βίγλισε της αυγής το στέμα,
ανάσανε το φως των άστρων,
βάστα το δέντρο αυτό, το δέντρο
στης γης το κέντρο, που ψηλώνει.

 

Πάμπλο Νερούδα: Οικουμενικό Τραγούδι (1950), IV.─ Οι Ελευθερωτές

Μετάφραση: Μπάμπης Ζαφειράτος, 18 Αυγούστου 2019

 

Μίκης Θεοδωράκης – Πάμπλο Νερούδα

Μαρία Φαραντούρη – Los Libertadores (Canto General)

 

*

 

XIX

Εξεγερμένη Αμερική (1800)

Πάμπλο Νερούδα

 

Η χώρα μας, χώρα πλατιά, ερημωμένη,
ψίθυρους γέμισε και στόματα και μπράτσα.
Πήρε μια ήρεμη φωνή να σιγοκαίει,
κρυφά το ρόδο το παράνομο συνάζει,
ώσπου τραντάχτηκαν, σκεπάστηκαν οι κάμποι
από έναν άγριο καλπασμό κι αχό μετάλλων.

Ήταν η αλήθεια της σκληρή σαν το αλέτρι.

Τη γη διάλυσε, θεμέλιωσε τον πόθο,
καταποντίστηκε η άθλια προπαγάνδα,
μες στην απόκρυφη την άνοιξη βλασταίνει.
Ήταν το άνθος της βουβό, κι απαρνημένο
το συναγμένο φως, ξυλοκοπήθηκε άγρια
η συνεργατική μαγιά και το αιθέριο
φιλί απ’ τα καταχωνιασμένα λάβαρά της,
όμως ανάβλυσε τσακίζοντας τους τοίχους,
κι από τη γη τα δεσμωτήρια ξεριζώνει.

Ένας αγέλαστος λαός έγινε η κούπα
κι άντλησε αυτή από κει ιδέες αποδιωγμένες
και τις μετάδωσε στα πέρατα του κόσμου,
ατσαλωμένες στου λαού τα εργαστήρια.
Kαι μέσα από παλιές σελίδες ξεχασμένες,
βγήκε με τα φτερά της άνοιξης στους δρόμους.
Είναι η ώρα η χτεσινή, τ’ απομεσήμερου ώρα,
ώρα του σήμερα ξανά και της ελπίδας
ανάμεσα σε δυο στιγμές: θανάτου – γέννας,
σε κακοτράχαλη εποχή που πλέει στο ψέμα.

Πατρίδα, σ’ έχουνε γεννήσει ξυλοκόποι,
αβάφτιστα παιδιά, μαστόροι ξυλουργείων,
αυτοί που μες από τα σπλάχνα τους –πετώντας,
σαν τα πουλιά–, δώσανε μια σταγόνα αίμα,
και σήμερα πιο δυνατή ξαναγεννιέσαι,
εκεί που ο δεσμοφύλακας και ο προδότης
πως ήσουν πίστευαν για πάντα ποντισμένη.

Σήμερα απ’ το λαό θα γεννηθείς σαν τότε.

Σήμερα απ’ την καπνιά θα βγεις κι απ’ τη δροσούλα.
σήμερα θα ’ρθεις και τις πόρτες θα τραντάξεις
με χέρια ρημαγμένα, με κομματιασμένη
ψυχή που άντεξε, και με χιλιάδες μάτια
που ο θάνατος ποτέ δεν μπόρεσε να σβήσει,
με εργαλεία ταπεινά,
όπλα κρυμμένα κάτω απ’ τα κουρέλια.

 

Πάμπλο Νερούδα: Οικουμενικό Τραγούδι (1950), IV.─ Οι Ελευθερωτές

Μετάφραση: Μπάμπης Ζαφειράτος, 20 Αυγούστου 2019

 

 

Μίκης Θεοδωράκης – Πάμπλο Νερούδα

Πέτρος Πανδής – America Insurrecta (1800)

 

*

 

XXXI

Ο Μορασάν (1842)

Πάμπλο Νερούδα

 

Νύχτα βαθιά κι ο Μορασάν άγρυπνος στέκει.
Σήμερα, χτες ή αύριο; Εσύ το ξέρεις.

Ω Κεντρική Αμερική, στενό δερβένι
που απ’ το μπλε δυο ωκεανών είσαι δαρμένο
και λαξεμένο· γη που κόβεις την ανάσα,
με κορδιλιέρες και φτερούγες σμαραγδένιες:
χώρα μοναδική, θεά μου ντελικάτη,
απ’ τον αγώνα των κυμάτων γεννημένη.
Μπάσταρδοι γιοι σε τρώνε και σκουλήκια,
πάνω σου απλώνονται παράσιτα και βδέλλες
και μια τανάλια αρπάζει τ’ όνειρό σου
κι ένα μαχαίρι το αίμα σου να στάζει
να σπάει το λάβαρό σου σε κομμάτια.

Νύχτα βαθιά κι ο Μορασάν παραφυλάει.

Έρχετ’ ο τίγρης και κραδαίνει ένα τσεκούρι.

Φτάνουν, τα σπλάχνα σου για να κατασπαράξουν.
Φτάνουν, το αστέρι σου να σφάξουν.

                                                              Φτάνουν,

μικρή μου Αμερική που ευωδιάζεις,
να σε κρεμάσουν στο σταυρό και να σε γδάρουν,
τη σιδερένια σου σημαία να γκρεμίσουν.

Νύχτα βαθιά κι ο Μορασάν έχει το νου του.

Οι επιδρομείς μέσα στο σπίτι σου μπουκάραν.
Και σε αποκόψανε σα φρούτο γινωμένο,
κι άλλοι στην πλάτη σου φριχτή βάζουνε στάμπα,
βαθιές δαγκωματιές μιας ράτσας αιμοβόρας,
κι άλλοι στα πόρτα σου έχουν μπει και τα κουρσεύουν,
πάνω στις πίκρες σου φορτώνουν κι άλλο αίμα.

Σήμερα, χτες ή αύριο; Εσύ το ξέρεις.

Χαράζ’ η μέρα, αδέρφια μου. (Κι ο Μορασάν άγρυπνος στέκει).
 

Πάμπλο Νερούδα: Οικουμενικό Τραγούδι (1950), IV.─ Οι Ελευθερωτές

Pablo Neruda: Canto General (1950), IV.─ Los Libertadores

Μετάφραση: Μπάμπης Ζαφειράτος, 11 Ιουνίου 2019

 

*

 

XXXVI

Στον Εμιλιάνο Σαπάτα με μουσική του Τάτα Νάτσο

Πάμπλο Νερούδα

 

Κι όταν γίναν αβάσταχτες οι πίκρες
στη γη, και μόνο ρημαγμένα αγκάθια
ήταν των χωρικών ο μόνος κλήρος,
κι όπως ξαναφανήκανε τα όρνια
με τις γενειάδες τις φριχτές και τα μαστίγια,
ήρθε καλπάζοντας έν’ άνθος και μια φλόγα…

Μεθυσμένο πηγαίνω
και στην πόλη τραβώ…

χλιμίντρησε η αυγή που αχνοφαινόταν
και σείστηκε η γη απ’ τα μαχαίρια,
βγήκε ο παρίας απ’ τη μαύρη του την τρύπα
κι έπεσε σαν ξεσπυρισμένο καλαμπόκι
στην άγρια μοναξιά που βασιλεύει.

στον αφέντη να πω
που με κάλεσ’ εκεί

Τότε ο Σαπάτα έγινε γη κι έγινε μέρα.
Και φάνηκε στου ορίζοντα το βάθος
η αρματωμένη φύτρα του λαού του.
Με τα νερά και με τα σύνορα χυμάνε
η σιδερένια νερομάνα της Κοαουίλας
και τ’ αστρικά λιθάρια της Σονόρας:
μες στο σαρωτικό βηματισμό του μπαίνουν όλοι,
τ’ αλογοπέταλα της αγροτιάς του ένας τυφώνας.

πως κι αν φύγει απ’ το ράντσο
θα γυρίσει ξανά

Μοίρασ’ εσύ ψωμί και γη:

κι εγώ κοντά σου.

Τ’ αγαπημένα μου ουράνια μάτια παρατάω.
Τώρα, Σαπάτα, ξεκινάω με τη δροσούλα
που πίνουν οι αυγινοί καβαλαραίοι,
απ’ τις φραγκοσυκιές ρίχνω ένα σμπάρο
μέχρι τα σπίτια με τα ρόδινα ντουβάρια.

…στα μαλλιά κορδελάκια
μην κλαις για τον Πάντσο…

Πάνω στις σέλες το φεγγάρι αποκοιμιέται.
Ο θάνατος το στρώνει και κοιμάται
μαζί με τους στρατιώτες του Σαπάτα.
Κάτω απ’ της μαύρης νύχτας τα ταμπούρια
το όνειρο κρύβει καλά το ριζικό του,
υφαίνοντας το ζοφερό του πέπλο.
Τρώει η φωτιά τον άγρυπνον αγέρα:
ιδρώτας, ξίγκι και της νύχτας το μπαρούτι.

…Μεθυσμένο πηγαίνω
για να ξεχάσω…

Πατρίδα ζητάμε για τον ταπεινωμένο.
Χωρίζει το μαχαίρι σου τον κλήρο
οι ντουφεκιές κι οι καβαλάρηδες τρομάζουν
τους μπράβους και το δήμιο με τα γένια.
Η γη μοιράζεται με το ντουφέκι.
Μην περιμένεις, χωριάτη λασπωμένε
το φως το αληθινό απ’ τον ίδρωτά σου,
μπροστά σου ο ουρανός να γονατίσει.
Σήκω και κάλπασε με τον Σαπάτα.

…Να τον πάρω μαζί μου
μ’ αυτός μου ’πε ποτέ…

Μεξικό, έρημη αγροτιά, αγαπημένη
πατρίδα μου στους σκλάβους μοιρασμένη:
πίσω απ’ το αραποσίτι ήρθαν στον ήλιο
οι ιδρωμένοι κεντυρίωνές σου.

Έρχομαι να σε τραγουδήσω απ’ το χιόνι.

Στη μοίρα σου άφησέ με να καλπάσω
μπαρούτι και αλέτρια φορτωμένος.

…κι ας ήταν να κλάψει:
γιατί να ’ρθω ξανά;…

 

Πάμπλο Νερούδα: Οικουμενικό Τραγούδι (1950), IV.─ Οι Ελευθερωτές

Μετάφραση: Μπάμπης Ζαφειράτος, 16 Αυγούστου 2019

 

Μίκης Θεοδωράκης – Πάμπλο Νερούδα

Χορωδία – Emiliano Zapata

 

* * *

 

V

Προδομένος Αγώνας

 

Ο Μαρτίνες (1932)

Πάμπλο Νερούδα

 

Είν’ ο Μαρτίνες, ο κομπογιαννίτης
του Σαλβαδόρ· μοιράζει μπουκαλάκια
πολύχρωμα, γεμάτα γιατροσόφια,
κι οι υπουργοί του τον ευχαριστούνε
με χίλιες υποκλίσεις και τον γλείφουν.
Ο χορτοφάγος μάγος, ο αγυρτάκος
καχύποπτος ζει μέσα στο παλάτι,
την ώρα που ανήμερη η πείνα
μες στα ζαχαροκάλαμα ουρλιάζει.
Κι αποφασίζει μ’ ένα νόμο ο Μαρτίνες:
και σε τρεις μέρες είκοσι χιλιάδες
σφαγμένοι αγρότες σάπιζαν στον κάμπο,
και διάταξε ο Μαρτίνες να καούνε
με της υγιεινής τις ορντινάντσες.
Και πάλι στο Ανάκτορο επιστρέφει
με τα σορόπια του και παίρνει συχαρίκια
απ’ τον Βορειοαμερικάνο Πρέσβη.

«Σε καλά χέρια βρίσκεται ─του λέει─
η δυτική κουλτούρα, βεβαιωμένα,
και η χριστιανοσύνη μας στη Δύση
κι επιπροσθέτως πρίμα πάν’ οι μπίζνες
από τις εκχωρήσεις της μπανάνας
και τους τελωνιακούς μας τους ελέγχους».

Κι αντάμα πίνουν ποτηριές σαμπάνιας
ξεγυρισμένες, ενώ έξω πέφτει
καυτή βροχή πάνω στους σαπισμένους
σωρούς που ’ναι μπροστά στα κρεματόρια.

 

Pablo Neruda: Canto General (1950), VΠροδομένος Αγώνας

Μετάφραση: Μπάμπης Ζαφειράτος, 12 Ιουνίου 2019

 

*

 

(Iσπανικό κείμενο, μετά το σύντομο βιογραφικό σημείωμα)

______________________________

Δύο ακόμη ποιήματα από το Canto General:

Πάμπλο Νερούδα: Γουαγιακίλ, 26 Ιουλίου 1822 (Μτφρ.: Μπ. Ζ.) – Los Libertadores. Και ένα κείμενο του Εδουάρδο Γκαλεάνο

Χοσέ δε Σαν Μαρτίν – Απελευθερωτής Λαών: Η αλήθεια του σαν φρέσκια φλέβα πηλού και σιταριού − Δύο ποιήματα: Πάμπλο Νερούδα, Νικολάς Γκιγιέν

*

Πάμπλο Νερούδα: Από Κατιούσα και από Μποτίλια Στον Άνεμο

*

Άλλες μεταφράσεις του Μπ. Ζ. από Κατιούσα και από Μποτίλια Στον Άνεμο

* * *

 

Σημειώσεις

 

Γκράφιτι σε τοίχο κτηρίου, απέναντι από το σπίτι του Νερούδα, στη συνοικία Μπέγια Βίστα, στο Σαντιάγο. (Φωτό Μπ.Ζ.)

 

Δυο λόγια για τα ποιήματα

 

Canto General: Άρχισε να γράφεται το 1938. Πρώτη έκδοση, Μεξικό, 1950 και στη συνέχεια κυκλοφόρησε κρυφά στη Χιλή. Το Οικουμενικό Τραγούδι αποτελείται από δεκαπέντε μέρη, Cantos, αριθμημένα από το I-XV, που περιλαμβάνουν 231 ποιήματα, με πάνω από δεκαπέντε χιλιάδες στίχους, και δεν αφορά μόνο τους λαούς της Λατινικής Αμερικής, γι’ αυτό, άλλωστε, και Οικουμενικό.

Ας σημειωθεί ότι υπάρχουν οκτώ αναφορές στην Ελλάδα και στους Έλληνες:

Canto IV – Οι Ελευθερωτές. Δυο αναφορές: Ποίημα XXXV, Σαντίνο (1926)· 10 στίχοι για το αντάρτικο του 1948 (ΔΣΕ) στη Λακωνία (!) Ποίημα XXXVIII. Ο Πρέστες της Βραζιλίας (1949), [Βλ. από Μποτίλια: Όλγα Μπενάριο Γκούτμαν Πρέστες].
Canto V – Προδομένος Αγώνας. Δυο αναφορές: Στην ενότητα IV, Ποίημα με τίτλο Grecia (1948), ενώ στο ποίημα Puerto Rico, στολίζοντας τον Τρούμαν, έχει μια 14στιχη αναφορά στους 200 της Καισαριανής· εδώ μνημονεύεται και η Κύπρος.
Canto VIII – Τη Γη Τη Λένε Χουάν. Στο ποίημα V, Αρτούρο Καρϊόν (Ναυτικός, Ικίκε), 15 στίχοι για 273 εκτελέσεις στις φυλακές της Αθήνας τον Ιούνιο (μάλλον) του 1948.
Canto ΙΧ – Ας Ξυπνήσει Ο Ξυλοκόπος. Δύο αναφορές, στις  ενότητες  II και IV
Canto ΧIII – Χορωδία Της Πρωτοχρονιάς Για Την Πατρίδα Στα Σκοτάδια: 4 στίχοι στο ποίημα Παίρνουν Εντολές Κατά Της Χιλής

Σχεδόν όλα τα ποιήματα γράφτηκαν σε ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες, όταν ο Νερούδα ζούσε στην παρανομία από τότε που ως μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Χιλής διώχθηκε κατηγορούμενος για «παραβίαση του νόμου περί εσωτερικής ασφάλειας του Κράτους και προσβολή του Προέδρου Γκονσάλες Βιδέλα».

Η αρχική έκδοση που κυκλοφόρησε στο Μεξικό ήταν εικονογραφημένη από τους Μεξικανούς ζωγράφους – μουραλίστες Diego Rivera και David Alfaro Siqueiros (πίνακες).

 

Ντιέγο Ριβέρα. Από την έκδοση του 1950. (Πηγή: https://bibliotecavirtualdemexico.cultura.gob.mx/CantoNeruda.php)

 

*

– Οι Ελευθερωτές: Το εισαγωγικό ποίημα της ομότιτλης ενότητας (IV)

*

– Μορασάν και Μαρτίνες: Δυο μικρά αποσπάσματα, ένα από κάθε ποίημα, δημοσιεύτηκαν στην Κατιούσα (28/6/2019), στο Ρόκε Δάλτον: Ρεβιζιονιστική Ηφαιστειολογία και Ακροαριστερά – Αφιέρωμα Α΄, όπου είχε αναγγελθεί η παρουσίασή τους, μαζί με άλλα από το Canto General, σε επόμενο δημοσίευμα (το παρόν).

Francisco (Chico) Morazán. 3 Οκτ. 1792, Τεγουσιγάλπα, Ονδούρα – Εκτελέστηκε στις 15 Σεπ. 1842, Σαν Χοσέ, Κόστα Ρίκα.

Ο Μορασάν αγρυπνάει πάντα μέσα στη νύχτα της Κεντρικής Λατινικής Αμερικής, προσμένοντας τον ξεσηκωμό του λαού του.

 

Νταβίδ Αλφάρο Σικέιρος. Από την εικονογράφηση του 1950 (Πηγή: https://bibliotecavirtualdemexico.cultura.gob.mx/CantoNeruda.php)

 

*

Μαξιμιλιάνο Ερνάντες Μαρτίνες… ο εξορκιστής (Ελ Σαλβαδόρ, 1882 – 1966). Στυγνός δικτάτορας του Ελ Σαλβαδόρ 1931 – 1944.

Αναχωρητής, με σπάνιες δημόσιες εμφανίσεις, χορτοφάγος, δεν έπινε και πίστευε στη μετενσάρκωση:

«Είναι μεγαλύτερο έγκλημα –έλεγε– να σκοτώνεις ένα μυρμήγκι παρά έναν άνθρωπο, γιατί όταν ένας άνθρωπος πεθαίνει μετενσαρκώνεται, ενώ το μυρμήγκι πεθαίνει για πάντα» (!!)

Περισσότερα για Μορασάν και Μαρτίνες βλέπε στο προαναφερόμενο δημοσίευμα της Κατιούσας για τον Ρόκε Δάλτον, όπου περιγράφεται και η σφαγή των 20.000 –τελικά ήταν πάνω από 30.000– αγροτών και εργατών στο Ελ Σαλβαδόρ, το Φλεβάρη του 1932.

*

Diego Rivera. Agrarian Leader Zapata. 1931. Fresco on reinforced cement in a galvanized-steel framework, 93 3/4 x 74″ (238.1 x 188 cm). The Museum of Modern Art, New York. Abby Aldrich Rockefeller Fund. © 2011 Banco de México Diego Rivera & Frida Kahlo Museums Trust, México, D.F./Artists Rights Society (ARS), New York. Photograph courtesy The Museum of Modern Art, Department of Imaging Services (John Wronn) (Πηγή: https://www.moma.org/collection/works/80682)

 

– Εμιλιάνο Σαπάτα (Ζαπάτα στα καθ’ ημάς), Μεξικό, 8 Αυγ. 1879 – Δολοφονήθηκε σε ενέδρα στις 10 Απρ. 1919.

– Κοαουΐλα: Βορειοανατολική πολιτεία του Μεξικού στα σύνορα με το Τέξας (ΗΠΑ). Σονόρα: Ανατολική πολιτεία του Μεξικού στον Κόλπο της Καλιφόρνιας. Με μια ευρηματική αντιστροφή, ο Νερούδα αποδίδει τα νερά στην Κοαουΐλα και τις πέτρες στη Σονόρα.

Βλέπε και από Μποτίλια: Ο Εμιλιάνο Ζαπάτα του Πάμπλο Νερούντα (4 VIDEO) σε μετάφραση Άννας Βάλβη, Cloe Varela Docampo (ΤΟΛΙΔΗΣ, 1971).

– Τάτα Νάτσο – Ignacio Fernández Esperón (Οασάκα, 14 Φεβ. 1894 – Πόλη του Μεξικού, 5 Ιουν. 1968): Γνωστός ως Tata Nacho (παρατσούκλι από τα παιδικά του χρόνια). Μεγάλωσε στην Οασάκα, σε μια οικογένεια της μεσαίας τάξης. Έκανε το ντεμπούτο του το 1937, στον πιο γνωστό ραδιοσταθμό της πόλης. Το 1947 απόκτησε δικό του ραδιοφωνικό πρόγραμμα. Έγραψε πάνω από διακόσια τραγούδια, μουσική για τον κινηματογράφο και ήταν μαχητικός υπερασπιστής των πνευματικών δικαιωμάτων. Μέχρι το θανατό του ήταν πρόεδρος της Εταιρείας Συγγραφέων και Συνθετών του Μεξικού (SACM –Sociedad de Autores y Compositores de México).

La Borrachita – Το μεθυσμένο (1917): Η νέα κοπέλα, μεθυσμένη αφήνει τον αγαπημένο της, ο οποίος αρνείται να την ακολουθήσει στην πόλη που πάει για να δουλέψει και όπου το αφεντικό, μεταξύ άλλων, θα ασκήσει και το νόμιμο δικαίωμά του να είναι αυτός που θα… την κάνει γυναίκα.

Το τραγούδι το βρίσκουμε στον Νερούδα με παραλλαγές, που περιλαμβάνουν και 4 στίχους επί πλέον. Βλέπε κάτω από το ισπανικό κείμενο του ποιήματος.

 

Πάμπλο Νερούδα

 

Πάμπλο Νερούδα – Ρικάρδο Ελιέσερ Νεφταλί Ρέγιες Μπασοάλτο
(Pablo Neruda – Ricardo Eliécer Neftalí Reyes Basoalto)
Χιλή, Παράλ, 12 Ιουλ. 1904 – Σαντιάγο, 23 Σεπ. 1973
Σχέδιο (1 από 2 του Νερούδα), Μπάμπης Ζαφειράτος, 23.XII.2015 (Μελάνι, 29 χ 21 εκ.)

 

«η τέχνη κι η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε:
η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε
να πεθάνουμε»

Νίκος Εγγονόπουλος (*)

 

Δυο λόγια

 

Ο Pablo Neruda (Χιλή, Παράλ, 12 Ιουλ. 1904 – Σαντιάγο, 23 Σεπ. 1973). Ψευδώνυμο του Ρικάρδο Ελιέσερ Νεφταλί Ρέγιες Μπασοάλτο, δάνειο από τον Τσέχο συγγραφέα Γιαν Νερούντα, γεγονός το οποίο ο ίδιος ο Νερούδα δεν αμφισβήτησε ποτέ (βλ.π.κ.), αν και κατά μία άλλη εκδοχή το δανείστηκε, λάτρης ών του αστυνομικού μυθιστορήματος, από τον… Σέρλοκ Χολμς.

Κατά τον Gabriel García Márquez, ο Νερούδα είναι «Ο μεγαλύτερος ποιητής του εικοστού αιώνα σε οποιαδήποτε γλώσσα»

Πολιτικός ακτιβιστής, γερουσιαστής, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος, υποψήφιος για την προεδρία της χώρας του και πρεσβευτής στη Γαλλία.

Καταλυτικό γεγονός στην πολιτική στράτευση του Νερούδα στάθηκε ο Ισπανικός Εμφύλιος (17 Ιουλ. 1936 – 1 Απρ. 1939), που αποτυπώνεται στο έργο του Με Την Ισπανία Στην Καρδιά: Ύμνος Για Το Μεγαλείο Του Λαού Στον Πόλεμο (España En El Corazón: Himno A La Glorias Del Pueblo En La Guerra, 1937), το οποίο θα γίνει αιτία να χάσει τη θέση του στο διπλωματικό σώμα.

 

La Chascona. Το σπίτι του ποιητή στο Σαντιάγο, όπου στεγάζεται και το ίδρυμα Νερούδα. La Chascona: αυτή που έχει μαλλιά αφάνα, η αναμαλλιάρα. Έτσι αποκαλούσε ο ποιητής τη σύζυγό του Ματίλντε. (Φωτό Μπ.Ζ.)

 

Το 1949 επισκέπτεται τη Σοβιετική Ένωση για τον εορτασμό των 100 χρόνων από τη γέννηση του Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν, όπου θα γνωρίσει τον Ναζίμ Χικμέτ. Γι’ αυτό το ταξίδι του στη Σοβιετική Ένωση γράφει στην αυτοβιογραφία του:

Αγάπησα με την πρώτη ματιά τη σοβιετική γη και κατάλαβα ότι απ’ αυτήν όχι μόνον προέκυπτε ένα ηθικό μάθημα για όλες τις γωνιές της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά θα προέκυπτε και το μεγάλο πέταγμα.

Διεθνές Βραβείο Ειρήνης το 1950 (μαζί με τον Πάμπλο Πικάσο, τον Πωλ Ρόμπσον και την Πολωνή σκηνοθέτρια και σεναριογράφο Γουάντα Γιακουμπόφσκα), στο ΙΙ Συνέδριο του Παγκόσμιου Κινήματος Ειρήνης, για το συνθετικό του ποίημα Ας ξυπνήσει ο ξυλοκόπος, το οποίο, αποτελεί την ενότητα ΙΧ του Canto General (ό.π.π.)

Βραβείο Στάλιν το 1953. Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1971.

Επίτιμος διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, μεταξύ άλλων τιμητικών διακρίσεων.

Στη δεκαετία του 1960, το ΚΚΧ απονέμει στον Νερούδα το μετάλλιο «Ρεκαβάρεν», την ανώτατη κομματική διάκριση στη μνήμη του πρωτοπόρου «οδηγητή» της εργατικής τάξης της Χιλής (Λουίς Εμίλιο Ρεκαβάρεν). 

Από Μποτίλια: Πικάσο και Ρόμπσον (με το ποίημα του Χικμέτ) και από Κατιούσα το ποίημα του Νερούδα για τον Στάλιν.

 

La Chascona (Φωτό Μπ.Ζ.)

 

Νέα περί του θανάτου του Χιλιανού ποιητού Πάμπλο Νερούδα στις 23 Σεπτεμβρίου 1973 μέσα στο χαντάκι του δικτάτορα Αουγούστο Πινοτσέτ (*)

 

Η τελευταία εμφάνιση του ποιητή στο κοινό ήταν στις 5 Δεκεμβρίου του 1972, όπου ο λαός της Χιλής, σε μια εκδήλωση στο Εθνικό Στάδιο του Σαντιάγο, απέτισε φόρο τιμής στον ποιητή του.

Τον Φεβρουάριο του 1973, ο Νερούδα, για λόγους υγείας, παραιτήθηκε από τη θέση του πρεσβευτή στη Γαλλία.

Μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα στις 11 Σεπτεμβρίου, και την αυτοκτονία του επιστήθιου φίλου του, Προέδρου Σαλβαδόρ Αγιέντε, την ίδια μέρα (Σαντιάγο, 26 Ιουν. 1908 – 11 Σεπ. 1973) η υγεία του επιδεινώνεται (έπασχε από καρκίνο του προστάτη) και στις 19 μεταφέρεται επειγόντως, από το σπίτι του στην Isla Negra, στο Σαντιάγο, όπου και πεθαίνει στις 23 του ίδιου μήνα, στις 22.30, στην κλινική Santa María.

Το σπίτι του Νερούδα στο Σαντιάγο (La Chascona), αμέσως μετά το πραξικόπημα υπό την ηγεσία του στρατηγού Αουγούστο Πινοτσέτ, λεηλατήθηκε (όπως και το Προεδρικό Μέγαρο) και τα βιβλία του παραδόθηκαν στη φωτιά.

 

La Chascona. Αριστερά, Bar de Verano – Θερινό Μπαρ. Δεξιά, Biblioteca – Βιβλιοθήκη. Κάτω από το μπαλκόνι εντοιχισμένη πλάκα για το ψευδώνυμο του ποιητή. (Φωτό Μπ.Ζ.)

 

Στην εντοιχισμένη πλάκα διαβάζουμε
1. Jan Neruda. Τσέχος ποιητής, γεννήθηκε στις 9-7-1834 + 22-8-1891, στην Πράγα.
2. Πάμπλο Νερούδα. Χιλιανός ποιητής, γεννήθηκε στις 12-7-1904 + 23-9-1973, με το όνομα Νεφταλί Ρέγιες Μπασοάλτο, πήρε το ψευδώνυμό του από τον Τσέχο ποιητή.
3. Η Βουλή των Αντιπροσώπων του Κοινοβουλίου της Δημοκρατίας της Τσεχίας και οι Χιλιανοί της Τσεχίας αποτίνουν φόρο τιμής σε αυτούς τους επιφανείς άνδρες.
5-6-2000

 

Η κηδεία του ποιητή πραγματοποιήθηκε στο Γενικό Νεκροταφείο, όπου συμμετείχαν τα μέλη της ηγεσίας του Κομμουνιστικού Κόμματος, παρά τις διώξεις που είχε εξαπολύσει το καθεστώς. Παρόλο που οι παρευρισκόμενοι ήταν περιτριγυρισμένοι από στρατιώτες οπλισμένους με πολυβόλα, το πλήθος ζητωκραύγαζε τον ποιητή του και τον Σαλβαδόρ Αγιέντε, υπό τους ήχους της Διεθνούς.

 

1973. Η κηδεία του Νερούδα. (Πηγή: http://www.poesias.cl/reportaje_discurso_funebre.htm)

 

Ήταν η πρώτη μεγάλη διαδήλωση κατά των πραξικοπηματιών. Μετά την κηδεία πολλοί από τους παρευρισκόμενους δεν μπόρεσαν να διαφύγουν και κατέληξαν στις λίστες των «εξαφανισμένων» από τη δικτατορία.

Στις 11 Δεκεμβρίου 1992, τα οστά του Νερούδα και της συζύγου του Ματίλντε Ουρούτια (5 Μαΐ. 1912, Τσίλαν, Χιλή – 5 Ιαν. 1985, Σαντιάγο) θάφτηκαν στο σπίτι τους στην Isla Negra (113 χλμ από το Σαντιάγο· μουσείο σήμερα).

 

La Chascona. Sala de Estar “Faro” – Kαθιστικό “Φάρος”. (Φωτό Μπ.Ζ.)

 

Τα αίτια του θανάτου

 

Το 2011, σε άρθρο της εφημερίδας Κλαρίν, ο Manuel Araya Osorio, οδηγός και βοηθός του ποιητή από το Νοέμβριο του 1972 μέχρι το θάνατό του, ισχυρίστηκε ότι ο Νερούδα είχε δολοφονηθεί στην κλινική με θανατηφόρα ένεση.

Το 2013 έγινε εκταφή, και κατά την εξέταση απεφάνθησαν ότι «είναι δυνατή και πολύ πιθανή η παρέμβαση τρίτων στο θάνατό του». Ωστόσο, το Ίδρυμα Νερούδα, μέσω του του διευθυντή του, δήλωσε ότι «αυτά τα νέα δεν είναι νέα», αλλά «τεκμήριο» και οποιαδήποτε αξιόπιστη πληροφορία σχετικά με το θάνατο του ποιητή εξαρτάται τώρα από τα επιστημονικά αποτελέσματα.

Οι αμφιβολίες για την αιτία του θανάτου του Νερούδα συνεχίστηκαν, επειδή, όπως αναφέρθηκε τον Μάιο του 2015, οι Ισπανοί ειδικοί είχαν βρει στα οστά του ποιητή «χρυσό σταφυλόκοκκο», ένα βακτήριο ξένο από τις θεραπείες καρκίνου, που όταν μεταλλάσσεται μπορεί να επιφέρει το θάνατο. Δύο εργαστήρια, ένα στον Καναδά και ένα στη Δανία, με σειρά εκθέσεων εμπειρογνωμόνων τον Φεβρουάριο του 2016, προσπάθησαν να προσδιορίσουν εάν υπήρξε ή όχι μετάλλαξη του σταφυλόκοκκου.

Το ίδρυμα Pablo Neruda, εντωμεταξύ, είχε αρχίσει να ζητά από το 2015, την επιστροφή των οστών στην Isla Negra. Το επόμενο έτος ο δικαστής διέταξε την επιστροφή των οστών.

Μια νέα κηδεία πραγματοποιήθηκε στις 26 Απριλίου, με τιμητική τελετή στο Εθνικό Κογκρέσο. Η οικογένεια του ποιητή και το Ίδρυμα Νερούδα επέκριναν αυτή την πράξη, στην οποία συμμετείχαν καλλιτέχνες και πολιτικοί.

«Φαίνεται εντελώς παράλογο ότι μια δικαστική πράξη όπως αυτή για την επιστροφή των οστών, που ζητήσαμε πριν από ένα χρόνο, καταλήγει με αυτόν τον τρόπο», αιτιολογώντας έτσι και τη μη συμμετοχή του Ιδρύματος στην εκδήλωση.

(*) Τίτλος δάνειος από τον Νίκο Εγγονόπουλο στο ποίημά του για το θάνατο του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.

 

La Chascon. Fundación Pablo Neruda. (Φωτό Μπ.Ζ., λεπτομέρεια)

 

* * *

 

– IV –

Los libertadores

 

Μάιος 1911. Ο Εμιλιάνο Σαπάτα στο αρχηγείο του στην Κουερναβάκα, πρωτεύουσα της πολιτείας Μορέλος του Μεξικού. (Φωτό: Hugo-Brehme. Πηγή: https://www.kcet.org/shows/artbound/searching-for-soldaderas-the-women-of-the-mexican-revolution-in-photographs)

 

Los libertadores

Pablo Neruda

 

Aquí viene el árbol, el árbol
de la tormenta, el árbol del pueblo.
De la tierra suben sus héroes
como las hojas por la savia,
y el viento estrella los follajes
de muchedumbre rumorosa,
hasta que cae la semilla
del pan otra vez a la tierra.

Aquí viene el árbol, el árbol
nutrido por muertos desnudos,
muertos azotados y heridos,
muertos de rostros imposibles,
empalados sobre una lanza,
desmenuzados en la hoguera,
decapitados por el hacha,
descuartizados a caballo,
crucificados en la iglesia.

 Aquí viene el árbol, el árbol
cuyas raíces están vivas,
sacó salitre del martirio,
sus raíces comieron sangre,
y extrajo lágrimas del suelo:
las elevó por sus ramajes,
las repartió en su arquitectura.
Fueron flores invisibles,
a veces, flores enterradas,
otras veces iluminaron
sus pétalos, como planetas.

Y el hombre recogió en las ramas
las corolas endurecidas,
las entregó de mano en mano
como magnolias o granadas
y de pronto, abrieron la tierra,
crecieron hasta las estrellas.

Este es el árbol de los libres.
El árbol tierra, el árbol nube.
El árbol pan, el árbol flecha,
el árbol puño, el árbol fuego.
Lo ahoga el agua tormentosa
de nuestra época nocturna,
pero su mástil balancea
el ruedo de su poderío.

Otras veces, de nuevo caen
las ramas rotas por la cólera,
y una ceniza amenazante
cubre su antigua majestad:
así pasó desde otros tiempos,
así salió de la agonía,
hasta que una mano secreta,
unos brazos innumerables,
el pueblo, guardó los fragmentos,
escondió troncos invariables,
y sus labios eran las hojas
del inmenso árbol repartido,
diseminado en todas partes
caminando con sus raíces.
Este es el árbol, el árbol
del pueblo, de todos los pueblos
de la libertad, de la lucha.

Asómate a su cabellera:
toca sus rayos renovados:
hunde la mano en las usinas
donde su fruto palpitante
propaga su luz cada día.
Levanta esta tierra en tus manos,
participa de este esplendor,
toma tu pan y tu manzana,
tu corazón y tu caballo
y monta guardia en la frontera,
en el límite de sus hojas.

Defiende el fin de sus corolas,
comparte las noches hostiles,
vigila el ciclo de la aurora,
respira la altura estrellada,
sosteniendo el árbol, el árbol
que crece en medio de la tierra.

 

Pablo Neruda: Canto General (1950), IV.─ Los Libertadores

 

*

 

América insurrecta (1800)

Pablo Neruda

 

Nuestra tierra, ancha tierra, soledades,
se pobló de rumores, brazos, bocas.
Una callada sílaba iba ardiendo,
congregando la rosa clandestina,
hasta que las praderas trepidaron
cubiertas de metales y galopes.

Fue dura la verdad como un arado.

Rompió la tierra, estableció el deseo,
hundió sus propagandas germinales
y nació en la secreta primavera.
Fue callada su flor, fue rechazada
su reunión de luz, fue combatida
la levadura colectiva, el beso
de las banderas escondidas,
pero surgió rompiendo las paredes,
apartando las cárceles del suelo.

El pueblo oscuro fue su copa,
recibió la substancia rechazada,
la propagó en los límites marítimos,
la machacó en morteros indomables.
Y salió con las páginas golpeadas
y con la primavera en el camino.
Hora de ayer, hora de mediodía,
hora de hoy otra vez, hora esperada
entre el minuto muerto y el que nace.
en la erizada edad de la mentira.

Patria, naciste de los leñadores,
de hijos sin bautizar, de carpinteros,
de los que dieron como un ave entraña
una gota de sangre voladora,
y hoy nacerás de nuevo duramente,
desde donde el traidor y el carcelero
te creen para siempre sumergida.

Hoy nacerás del pueblo como entonces.

Hoy saldrás del carbón y del rocío.
Hoy llegarás a sacudir las puertas
con manos maltratadas, con pedazos
de alma sobreviviente, con racimos
de miradas que no extinguió la muerte,
con herramientas hurañas
armadas bajo los harapos.

 

Pablo Neruda: Canto General (1950), IV.─ Los Libertadores

 

*

 

XXXI

Morazán (1842)

Pablo Neruda

 

Alta es la noche y Morazán vigila.
¿Es hoy, ayer, mañana? Tú lo sabes.

Cinta central, américa angostura
que los golpes azules de dos mares
fueron haciendo, levantando en vilo
cordilleras y plumas de esmeralda:
territorio, unidad, delgada diosa
nacida en el combate de la espuma.

Te desmoronan hijos y gusanos,
se extienden sobre ti las alimañas
y una tenaza te arrebata el sueño
y un puñal con tu sangre te salpica
mientras se despedaza tu estandarte.

Alta es la noche y Morazán vigila.

Ya viene el tigre enarbolando un hacha.
Vienen a devorarte las entrañas.

Vienen a dividir la estrella.

Vienen,

pequeña América olorosa,
a clavarte en la cruz, a desollarte,
a tumbar el metal de tu bandera.

Alta es la noche y Morazán vigila.

Invasores llenaron tu morada.
Y te partieron como fruta muerta,
y otros sellaron sobre tus espaldas
los dientes de una estirpe sanguinaria,
y otros te saquearon en los puertos
cargando sangre sobre tus dolores.

 ¿Es hoy, ayer, mañana? Tú lo sabes.

Hermanos, amanece. (Y Morazán vigila)

 

Pablo Neruda: Canto General (1950), IV.─ Los Libertadores

 

*

 

Πάντσο Βίγια (José Doroteo Arango Arámbula. Γεννήθηκε 5 Ιουν. 1878, Μεξικό, Λα Κογιοτάδα, Μεξικό – Δολοφονήθηκε στο Παράλ, στις 20 Ιου. 1923. Εμιλιάνο Σαπάτα. Γεννήθηκε στο Μεξικό, Ανενεκουίλκο, 8 Αυγ. 1879 – Δολοφονήθηκε στην Τσιναμέκα, Μορέλος, στις 10 Απρ. 1919.”Καλύτερα να πεθαίνεις όρθιος, παρά να ζεις γονατιστός”

 

XXXVI

A Emiliano Zapata con música de Tata Nacho

Pablo Neruda

 

Cuando arreciaron los dolores
en la tierra, y los espinares desolados
fueron la herencia de los campesinos,
y como antaño, las rapaces
barbas ceremoniales, y los látigos,
entonces, flor y fuego galopado…

Borrachita me voy
hacía la capital

se encabritó en el alba transitoria
la tierra sacudida de cuchillos,
el peón de sus amargas madrigueras
cayó como un elote desgranado
sobre la soledad vertiginosa.

a pedirle al patrón
que me mandó llamar

Zapata entonces fue tierra y aurora.
En todo el horizonte aparecía
la multitud de su semilla armada.
En un ataque de aguas y fronteras
el férreo manantial de Coahuila,
las estelares piedras de Sonora:
todo vino a su paso adelantado,
a su agraria tormenta de herraduras.

que si se va del rancho
muy pronto volverá

Reparte el pan, la tierra:

   te acompaño.

Yo renuncio a mis párpados celestes.
Yo, Zapata, me voy con el rocío
de las caballerías matutinas,
en un disparo desde los nopales
hasta las casas de pared rosada.

…cintitas pa’ tu pelo
no llores por tu Pancho

La luna duerme sobre las monturas.
La muerte amontonada y repartida
yace con los soldados de Zapata.
El sueño esconde bajo los baluartes
de la pesada noche su destino,
su incubadora sábana sombría.
La hoguera agrupa el aire desvelado:
grasa, sudor y pólvora, nocturna.

 …Borrachita me voy
para olvidarle

Pedimos patria para el humillado.
Tu cuchillo divide el patrimonio
y tiros y corceles amedrentan
los castigos, la barba del verdugo.
La tierra se reparte con un rifle.
No esperes, campesino polvoriento,
después de tu sudor la luz completa
y el cielo parcelado en tus rodillas.
Levántate y galopa con Zapata.

 …Yo le quise traer
dijo que no

México, huraña agricultura, amada
tierra entre los oscuros repartida:
de las espaldas del maíz salieron
al sol tus centuriones sudorosos.
De la nieve del Sur vengo a cantarte.

Déjame galopar en tu destino
y llenarme de pólvora y arados.

…Que si habrá de llorar
pa’ qué volver

 

Pablo Neruda: Canto General (1950), IV.─ Los Libertadores

 

PEDRO INFANTELa Borrachita

(Με παραλλαγές από τους ένθετους στίχους του Νερούδα, που περιλαμβάνουν και 4 στίχους επί πλέον)

  LA BORRACHITA

Borrachita me voy
para olvidarle,
le quiero mucho,
también me quiere.

Borrachita me voy
hasta la capital,
a servirle al patrón
que me mandó llamar anteayer.

Yo le quise traer,
me dijo que no;
que si había de llorar:
pa’ qué volver.

Borrachita me voy
hasta la capital,
pa’ servirle al patrón
que me mandó llamar anteayer.

 

* * *

 

– V –

La arena traicionada

 

Martínez (1932)

Pablo Neruda

 

Martínez el curandero
de El Salvador reparte frascos
de remedios multicolores,
que los ministros agradecen
con prosternación y zalemas,
El brujito vegetariano
vive recelando en palacio
mientras el hambre tormentosa
aúlla en los cañaverales.
Martínez entonces decreta:
y en unos días veinte mil
campesinos asesinados
se pudren en las aldeas
que Martínez manda incendiar
con ordenanzas de higiene.
De nuevo en Palacio retorna
a sus jarabes, y recibe
las rápidas felicitaciones
del Embajador norteamericano.
«Está asegurada –le dice–
la cultura occidental,
el cristianismo de occidente
y además los buenos negocios,
las concesiones de bananas
y los controles aduaneros.»

Y beben juntos una larga
copa de champagne, mientras cae
la lluvia caliente en las pútridas
agrupaciones del osario.

 

Pablo Neruda: Canto General (1950), VLa Arena Traicionada

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: