Μίλτος Σαχτούρης, ποιητής του «δύσκολου καιρού»

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος παρουσιάζει κριτικά την ποιητική συλλογή του νέου ποιητή Μίλτου Σαχτούρη «Ο περίπατος» (1960), δίνοντάς μας παράλληλα και μια εικόνα για την μέχρι τότε διαδρομή του έργου του ποιητή.

Μίλτος Σαχτούρης, ποιητής του «δύσκολου καιρού»

Ο Μίλτος Σαχτούρης  –γεννήθηκε στις 29 του Ιούλη 1919 και έφυγε από τη ζωή στις 29 του Μάρτη 2005–, ανήκει στους μεγάλους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, «σε εκείνους από αυτή τη γενιά, που με πολλά τραύματα και διώξεις «ανταμείφθηκαν» για τα οράματα και τον ΕΑΜικό απελευθερωτικό αγώνα».

Η σημερινή μας αναφορά στο έργο του Μίλτου Σαχτούρη είναι βασισμένη στη ματιά ενός άλλου σπουδαίου ποιητή μας, του Νικηφόρου Βρεττάκου. Ο Βρεττάκος σε άρθρο του στην Επιθεώρηση Τέχνης (1960) παρουσιάζει κριτικά την ποιητική συλλογή του νέου ποιητή Σαχτούρη «Ο περίπατος», δίνοντάς μας παράλληλα και μια εικόνα για την μέχρι τότε διαδρομή του έργου του.

Ο Βρεττάκος στο άρθρο του παραθέτει στίχους της συλλογής, του οποίους παρουσιάζουμε με τονισμένη γραφή (bold), ενσωματώνοντας στο αρχικό κείμενο ολόκληρα τα αναφερόμενα ποιήματα.

***

Κι άλλοτε σημείωσα πως μέσα στην ποίηση των νέων ποιητών, ελάχιστα εξοικειωμένων με το παρόν που ζουν και χωρίς την απαραίτητη ψυχοφυσιολογική προπαρασκευή που τους χρειάζεται, καταγράφονται οι συνέπειες του «δύσκολου καιρού» όπως τον αποκαλεί σ’ έναν στίχο του ο Σαχτούρης. Το θέμα αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο μιας ευρύτατης μελέτης. Πέρα από τις καθαρά φιλολογικές διαπιστώσεις θα μπορούσε να δείξει κανείς και τον «δύσκολο καιρό» σαν μέσα σ’ έναν καθρέφτη. Ο καιρός αυτός, θα μπορούσε να προβάλει μες από μια τέτοια μελέτη αυτόματα απεικονισμένος.

Μες απ’ τους στίχους ορισμένων ποιητών, βλέπουμε τον σύγχρονο ορίζοντα απίστευτα στενεμένον, γεμάτον φοβία, χωρίς διέξοδο. Οι αντιφάσεις  του πολιτισμού σ’ ένα ιστορικά κρίσιμο μεταίχμιο, κάμπτουν την ηθική αντίσταση και κάνουν το πνεύμα να παραδέχεται τον εαυτό του νικημένο. Εξετάζοντας αντικειμενικά τα πράγματα, θα πρέπει νάχουμε το θάρρος να παραδεχτούμε πως αυτό πάει να γίνει κανόνας γιατί και οι ποιητικές ιδιοσυγκρασίες που δεν νικιώνται και δεν καταβάλλονται από το φόβο κι από την αμφιβολία, δεν βεβαιώνουν όλες τις φορές αισθητικά την ελπίδα τους. Συχνά σου δίνουν την εντύπωση ότι κι αυτοί παλεύουν κι ότι δεσμευμένοι από κάποιο είδος άγραφης υποχρέωσης που έχουν αναλάβει ή από κάποιο είδος εντελώς προσωπικής τους αξιοπρέπειας, προσπαθούν να κρύψουν τις στιγμές της κρίσης τους, εντείνοντας τη φωνή τους, μια φωνή όμως που η ενσυνείδητη προσπάθεια την απογυμνώνει.

Ο «περίπατος» του Μίλτου Σαχτούρη είναι το πιο προχωρημένο βιβλίο του. Ως τώρα μας έπειθε πως τα πράγματα συμβαίνουν ακριβώς έτσι μέσα του. Ωστόσο δεν έπαιρναν μέσα μας την προέχταση που μια πληρέστερη αισθητική προβολή θα τα βοηθούσε να πάρουν. Εγκατέλειπε σε μας τους ίδιους το χρέος να συμπληρώσουμε πολλά απ’ τα κενά που άφηνε η εκφραστική του ελλειπτικότητα. Κι ακόμα από την αντιθετικότητα των εικόνων του έλειπε η καθαρότητα που θ’ αναδείκνυε το πικρό του συναίσθημα, ενώ δεν πρέπει να ξεχνούμε πως μόνο ως ένα σημείο μπορούμε να διαλύουμε και να μεταθέτουμε τα σύμβολα που μας εκφράζουν.

Στη νέα του ποιητική συλλογή γίνεται ποιητικά πληρέστερος, κι ακόμη παρουσιάζεται περισσότερο αποκαλυπτικός, πάνω σ’ ό,τι αφορά τις αιτίες του άγχους του. Παρατηρείς καλύτερα στο βάθος τις κινήσεις ενός  φοβισμένου παιδιού, αδύνατου να ξεπεράσει το νυκτερινό εφιάλτη του κ’ η ζωή της μέρας μοιάζει γι’ αυτόν μ’ έναν νυκτερινό εφιάλτη – ενός παιδιού που η θέση του ανάμεσα στον κόσμο, είναι μια θέση ανάμεσα σε μαχαίρια. Δεν νοιώθει πουθενά κανενός είδους αυτασφάλεια, γιατί έχει χάσει την πραγματική αίσθηση του κόσμου. Δεν βλέπει ούτε θετικά χρώματα, ούτε στερεά σχήματα. Τα πάντα κινούνται με μια ρευστότητα, μπορούν εύκολα να μεταμορφωθούν σε κάτι άλλο: Ένα κλωνάρι ανθισμένης μυγδαλιάς σ’ ένα δράκο. Τα λουλούδια σε βελόνες. Τ’ αυλάκια της βροχής σε αίμα.

Γιατί

Γιατί το αίμα του χειμώνα
έβγαλε φτερά την άνοιξη
και πέταξε το καλοκαίρι;
γιατί τα λουλούδια που φύτεψα στον
κήπο μου
φύτρωσαν άγρια στον καθρέφτη της
κάμαρας μου;
γιατί τ’ ωραίο άσπρο σώμα
που κρατούσα
μαύρισε
και μου έβαψε τα χέρια;
γιατί μετράνε τα πουλιά την άνοιξη με
τα μαχαίρια;
γιατί οι αρρώστιες του καλοκαιριού
άνηκαν στο φεγγάρι του χειμώνα;
γιατί τα μαύρα μαλλιά που τύλιγα
τα χέρια μου
γίναν αράχνες και δέρματα σκονισμένα;
γιατί το φλιτζάνι που έπινα καφέ
γέμισε ένα πράσινο σκοτεινό μαρτύριο;
Δεν έχει κόκκινη απάντηση
το γιατί είναι μια μεγάλη έλλειψη
κάτι σαν τάφος.

Δεν αποτελεί πρωτοτυπία αυτού του είδους η φαινομενολογία. Ωστόσο έχει ενδιαφέρον η προσωπική αίσθηση του Σαχτούρη, ο τρόπο της ποιητικής διάκρισης των πραγμάτων.

Όχι πως δεν υπάρχει ο εξωτερικό κόσμος, υπάρχει, αλλά από στιγμή σε στιγμή παίρνει τη μορφή διαφόρων εφιαλτικών φαντασιώσεων, υπακούοντας στο νήμα μιας κεντρικής εσωτερικής του αναταραχής.

Από την άποψη αυτή, το μπέρδεμα δηλαδή του φασματικού και του πραγματικού, είναι χαρακτηριστικοί οι παρακάτω στίχοι του από το ποίημά του «το πρωί και το βράδυ».

Το πρωί και το βράδυ

Το πρωί
βλέπεις το θάνατο
να κοιτάζει απ’ το παράθυρο
τον κήπο
το σκληρό πουλί
και την ήσυχη γάτα
πάνω στο κλαδί
έξω στο δρόμο
περνάει
τ’ αυτοκίνητο-φάντασμα
ο υποθετικός σοφέρ
ο άνθρωπος με τη σκούπα
τα χρυσά δόντια
γελάει
και το βράδυ
στον κινηματογράφο
βλέπεις
ό,τι δεν είδες το πρωί
το χαρούμενο κηπουρό
το αληθινό αυτοκίνητο
τα φιλιά με το αληθινό ζευγάρι
ότι δεν αγαπάει το θάνατο
ο κινηματογράφος.

Ο ποιητής δεν έχει να μας δώσει καμιά εξήγηση. Επιθυμεί να συμμεριστούμε, χωρίς να τον ρωτήσουμε τίποτε περισσότερο, την περιεχτική τραγική του εξομολόγηση: «Το γιατί είναι μια μεγάλη έλλειψη κάτι σαν τάφος». Ωστόσο την εξήγηση του φαινομένου του δεν μπορούμε να την αναζητήσουμε παρά στους δύσκολους καιρούς. Υποσυνείδητα και ο ίδιος συλλαβαίνει τον εαυτό του σαν κάτι άλλο. Αλλά, «σε δύσκολους καιρούς – μηδενισμένος – ξεσπάω σ’ ένα άσπρο θάνατο – με αίμα». Κάθε ελπίδα και κάθε μέλλον το προεξοφλεί με τους στίχους του «κρυμμένος – μες στο θάνατό μου – τραγουδιών». Η ζωή του έχει συντελεστεί, περνάει τις μέρες της εγκαταλειμένη σ’ αυτή τη μοίρα, χωρίς αντίσταση. Υπάρχουν βέβαια οι άδικοι λόγοι που συντελέσανε στη διαμόρφωση αυτής της ιδιοσυγκρασίας, μιας ιδιοσυγκρασίας που της αποκλείει κάθε έξοδο, μια που οι ειδικοί αυτοί λόγοι τον φέρανε στη γνωστή γενικότερη θεώρηση του κόσμου, στην οποία συμπίπτουν όλες οι αποχρώσεις του μηδενισμού. Αυτή τη θεώρηση διατυπώσει στο ποίημά του «τα χρήματα».

Τα χρήματα

Στην Τατιάνα Milliex

Λέει η τσιγγάνα:
—Διαβάζω χρήματα
μέσα στον ύπνο σου
έχεις μια ζωή πυκνή
γεμάτη χιόνι
όμως δεν ξέρω
πότε θα
γλιστρήσεις πέρα
λέει ο βοσκός:
—Όταν δεν αγαπάς τ’ άστρα
τ’ αρνιά μου θα σε μισήσουν
κι απ’ το φεγγάρι
σου χαρίζω το μισό
που βγάζει φλόγες
από τη μεριά της λύσσας
λέει ο θάνατος:
—Δικά μου τα χρήματα
δικό μου και το φεγγάρι
δικά μου το χιόνι και τ’ αρνιά
κι οι κόκκινες φλόγες
και
η τσιγγάνα
και
ο βοσκός.

Η τσιγγάνα μιλάει για χρήματα, ο βοσκός για τ’ αρνιά του, ενώ και τα χρήματα και τ’ αρνιά και ο βοσκός θα περάσουν – ανήκουν τελικά στο θάνατο. Η ιδέα είναι στερεότυπη και τη συναντά κανείς σε άπειρες παραλλαγές του ίδιου θέματος. Οι άνθρωποι μεριμνούν, λογαριάζουν, ονειρεύονται, ενώ σε μικρή απόσταση τους περιμένει ο θάνατος.

Αντιγράφω εδώ το «κάτι επικίνδυνα παιχνίδια» ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά ποιήματα της νέας του συλλογής.

Κάτι επικίνδυνα

Κάτι επικίνδυνα κομμάτια*
χάος
είν’ η ψυχή μου
που έκοψε με τα δόντια του
ο Θεός
άλλοι τα τριγυρίζουν πάνω σε σανίδια
τα δείχνουν
τα πουλάνε
τ’ αγοράζουν
εγώ δεν τα πουλώ
οι άνθρωποι
τα κοιτάζουν
με ρωτάνε
άλλοι γελάνε
άλλοι προσπερνάνε
εγώ δεν τα πουλώ.

* [Σημ. συντ.: Το ποίημα κυκλοφόρησε στη συνέχεια με αλλαγμένη τη λέξη «παιχνίδια» σε «κομμάτια»]

Ο ποιητής δεν κάνει επίδειξη της φθοράς του, δεν συναλλάσσεται, δεν ενδιαφέρεται για τις εντυπώσεις. Αξιοπρεπής σ’ αυτό που είναι, εξοφλεί το χρέος του, πληρώνει το φόρο του στην παγκόσμια μοίρα – όπως πιστεύει. Ο δύσκολος καιρός νίκησε την από φυσικού της αντιηρωική και αδύνατη ιδιοσυγκρασία του, τον έβγαλε στο περιθώριο της ζωής, στην άκρη του αιώνιου ρεύματος κι από κει βλέπει τώρα τη λειτουργία του κόσμου με μια εσωτερική δεσπόζουσα πάνω στη φυσικότητα των αισθήσεών παραίσθηση.

Νικηφόρος Βρεττάκος

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: