Λέων Κουκούλας, ο ποιητής που μισούσε με όλη τη δύναμη της ψυχής του το φασισμό

Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της πολύπλευρης πνευματικής δημιουργίας του Λ. Κουκούλα είναι η σταθερή προσήλωσή του στον άνθρωπο, στα υψηλά ανθρώπινα ιδανικά της ελευθερίας της σκέψης και της συνείδησης. Τα ποιήματά του, τα διηγήματά του και τα αισθητικά του δοκίμια, είναι όλα βαθιά επηρεασμένα από τα ιδανικά του σύγχρονου ουμανισμού.

Λέων Κουκούλας, ο ποιητής που μισούσε με όλη τη δύναμη της ψυχής του το φασισμό

Στις 17 του Οκτώβρη 1967, μερικούς μήνες μετά την κήρυξη της στρατιωτικοφασιστικής δικτατορίας των συνταγματαρχών, έφυγε από τη ζωή ο πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, Λέων Κουκούλας. Από τις πιο σημαντικές μορφές των γραμμάτων μας, βαθύς μελετητής  και γνώστης του παγκόσμιου θεατρικού δραματολογίου, αριστοτέχνης μεταφραστής των έργων του Ίψεν, θεατρικός παράγοντας και κριτικός, σημαντικός ποιητής, ο Λέων Κουκούλας στάθηκε δίπλα στο λαό και συμμετείχε στους κοινωνικούς αγώνες.

Ο Λέων Κουκούλας γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου  το 1894.  Πραγματοποίησε θεατρικές, φιλοσοφικές σπουδές, και σπουδές καλών τεχνών στα Πανεπιστήμια του Βερολίνου, της Λειψίας, του Μονάχου και του Παρισιού. Ο Γιάνης Κορδάτος γράφει στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του (1961) ότι «πρωτοεμφανίστηκε στα νεοελληνικά Γράμματα το 1912 στον «Καλλιτέχνη» του Βώκου. Από τα 1913 ήταν συνεργάτης του «Νουμά». Από το 1920 και δώθε παρουσιάζει εντατική και πολύμορφη δράση. Είναι συνεργάτης στη «Μούσα» και αργότερα στη «Νέα Εστία» και σ’ άλλα περιοδικά. Κατέχει καλή θέση στον τομέα της κριτικής και έγραψε ποιήματα που του δίνουν μια επίσης καλή θέση στο νεοελληνικό Παρνασό.

ΕΧΕΙΣ ΧΡΕΟΣ

Έχεις χρέος να μισείς αν το μίσος σου
για το δίκιο του ανθρώπου δουλεύει·
να μισείς όποιον πάει στο χωράφι σου
και τον τίμιο ιδρώτα σου κλέβει.

Έχεις χρέος να μισείς αν το μίσος σου
του φονιά το μαχαίρι στομώνει·
να μισείς όποιον άσπλαχνα κι άνομα
των παιδιών σου το γέλιο σκοτώνει.

Έχεις χρέος να μισείς αν το μίσος σου
το σκοτάδι της νύχτας σκορπίζει·
να μισείς όποιον κλείνει τα μάτια σου
να μη βλέπεις το φως που ροδίζει

Έχεις χρέος να μισείς αν αλλιώτικα
απ’ το βέβαιο χαμό δε γλυτώνεις
κι αν μ’ αυτό το θανάσιμο μίσος σου
της αγάπης το κάστρο στεριώνεις.

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα», στις 2 του Ιούνη 1945)

(…) Δημοσίευσε τις ποιητικές συλλογές του: «Ένα πρωί» (1939), «Γνώριμοι δρόμοι» (1940), «Τρίγλυφο» (1944), «Της ζωής και του θανάτου». Έγραψε και τη νουβέλα «Απόστρατος» και το διήγημα «Ένας ένας» (1923). Επίσης μετέφρασε και προλόγισε δράματα του Ίψεν. Δημοσίευσε και το «Σχεδίασμα εισαγωγής στην ιστορία του θεάτρου». Σαν τεχνοκρίτης ο Κουκούλας βρίσκεται στην πρώτη γραμμή. Αντικειμενικός και με γερή κατάρτιση, στις κριτικές του είναι παρατηρητικός και διεισδυτικός. Γι’ αυτό τις γνώμες του τις σέβονται και κείνοι που διαφωνούν μαζί του. (…) Η κριτική του ικανότητα παρουσιάζεται κυρίως στην ανάλυση και αισθητική θεώρηση των θεατρικών έργων. Κατέχει καλά όχι μόνο την ιστορία της λογοτεχνίας μας αλλά και την παγκόσμια λογοτεχνία».

Ο Λέων Κουκούλας, στα χρόνια της χιτλεροφασιστικής κατοχής οργανώθηκε στο ΕΑΜ. «Η Εθνική Αντίσταση, έλεγε, είναι μια από τις πιο λαμπρές και δοξασμένες σελίδες της ιστορίας μας. Και οι πνευματικοί άνθρωποι της Ελλάδας έχουν διπλό χρέος να διατηρήσουν αμείωτο το αδάμαστο αγωνιστικό πνεύμα που μας κληροδότησε η Εθνική Αντίσταση. Να το κρατήσουν σαν ασπίδα ενάντια σε κάθε απόπειρα στραγγαλισμού του δικαιώματος ζωής των ατόμων και των λαών, και σαν ομολογία πίστης για την ανάγκη της κατοχύρωσης της ανεξαρτησίας και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου».

Η Τσάτσα μας η Λεμονιά

Η τσάτσα μας η Λεμονιά
εξήντα πέντε χρόνω νια,
στο λιακωτό της πλέκει.
Πάντα σκυμμένη θα τη βρεις
που πλέκει, πλέκει ολημερίς
κι ούτε στιγμή δε στέκει.

Είχε ένα γιο, λεβεντονιό
με του Μπουρνόβα την Κρινιώ
που είχε κρυφό αρραβώνα,
μα έφυγε ξάφνου μιαν αυγή
αντάρτης στο βουνό να βγει
σε λευτεριάς αγώνα.

«Μη θλίβεσαι, κάνε καρδιά
και δώσε σ’ όλα τα παιδιά,
ρε μάνα, την ευχή σου.
Χτυπάμε τον Καταχτητή
και πως δε μ’ ήθελες κιοτή
και του σπιτιού, θυμήσου».

Τέτοια της τσάτσας Λεμονιάς
όταν βολόδερνε ο χιονιάς
μηνούσεν ο Αναγνώστης,
κι έπλεκε η μάνα του η φτωχή
στο κρύο, στα χιόνια, στη βροχή
μην αρρωστήσει ο γιος της.

Μα απρόσμενα ήρθε ένα πουρνό
μήνυμα πάνω απ’ το βουνό
τη χώρα που έθλιψε όλη,
νεκρό πως σώριασε στη γη
τον Αναγνώστη μιαν αυγή
του Γερμανού ένα βόλι.

Κλάψανε το λεβεντονιό
γυναίκες κι άντρες, μα η Κρινιώ
σα να μην το πιστεύει,
στον ύπνο πάντα τον καλεί
και ξύπνια με ματιά θολή
τη δημοσιά αγναντεύει.

Μονάχα η τσάτσα η Λεμονιά
στην ίδια ασάλευτη γωνιά
χωρίς ν’ αναστενάζει,
πλέκει και πλέκει ολημερίς
(τέτοιο κουράγιο πού να βρεις!)
κι ο κόσμος κάνει χάζι.

«Για ποιόνε τώρα πια η φτωχή
που είναι στον κόσμο  μοναχή
πλέκει σκυφτή σαν πρώτα;
Λες να μην τ’ άκουσε καλά;
Γιατί κανείς δεν της μιλά
μήπως αλλάξει ρότα;»

Όλη βουίζει η γειτονιά,
μ’ αυτά είπ’ η τσάτσα η Λεμονιά
σε μια που έκρινε πρώτη:
«Παιδιά δικά μου είναι, μωρή,
όλα όσα βγήκαν στο κλαρί
για λευτεριά και ισότη!»

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης», 2-3/1959)

Τέσσερις μέρες μετά τον θάνατο του Λ. Κουκούλα, ο ελληνικός ραδιοφωνικός σταθμός «Φωνής της Αλήθειας», από το Βουκουρέστι όπου βρισκόταν η έδρα του, θα αφιερώσει μια εκπομπή  στη μνήμη του (το κείμενο της εκπομπής βρίσκεται στα ΑΣΚΙ). Ανάμεσα στα άλλα θα ακουστούν:

«(…) Ο Λέων Κουκούλας μισούσε με όλη τη δύναμη της ψυχής του το φασισμό και κάθε είδους τυραννία. Όταν αντίκρυσε τον πρώτο χιτλερικό στρατιώτη να πατάει τα χώματα της πατρίδας μας, έπαθε τέτοιο ηθικό κλονισμό ώστε νάχει άμεσες συνέπειες στην κατάσταση της υγείας του. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως και τώρα, μια βασική αιτία που χειροτέρεψε την άσχημη υγεία του, ήταν το φασιστικό πραξικόπημα των μαύρων συνταγματαρχών, που στράφηκε με ιδιαίτερη μανία ενάντια στους πνευματικούς ανθρώπους και μια από τις πρώτες ενέργειές του ήταν η διάλυση της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, του αρχαιότερου πνευματικού σωματείου της χώρας μας, του οποίου ο Λέων Κουκούλας τόσα χρόνια ήταν πρόεδρος.

ΠΟΤΕ ΣΟΥ!…

Ποτέ σου, όσο γελούμενη κι αν είναι
κι απάνεμη η στεριά που σε καλεί,
μην πεις στο πλοίο σου: «εδώ για πάντα μείνε
κι ανήμεροι πιο πέρα είν’ οι γιαλοί».

Ποτέ σου, κι αν σε πρόλαβε το βράδυ
προτού χαρείς μια δόξα ημερινή,
μην κατεβάσεις μέσα στο σκοτάδι
της αυγινής σου ελπίδας το πανί.

Ποτέ σου, κι αν τη δίψα σου χορτάσεις
κι απ’ τον καρπό του μόχθου σου ευφρανθείς,
μπροστά στο νέο ταξίδι μη δειλιάσεις,
στις προκυμαίες τις ίδιες μη σταθείς.

Πεθαίνοντας της νίκης το στεφάνι
αν θες στο μέτωπό σου, όταν λυγά
το θάρρος σου, μην πεις: «Αυτό μου φτάνει»
κι ούτε ποτέ σου: «Τώρα πια είναι αργά».

(Από: «ΛΕΩΝ ΚΟΥΚΟΥΛΑΣ – Μια παρουσίαση από τον Θανάση Θ. Νιάρχο», εκδόσεις «Γαβριηλίδης», Αθήνα 2000)

Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της πολύπλευρης πνευματικής δημιουργίας του Λέοντα Κουκούλα είναι η σταθερή προσήλωσή του στον άνθρωπο, στα υψηλά ανθρώπινα ιδανικά της ελευθερίας της σκέψης και της συνείδησης. Τα ποιήματά του, τα διηγήματά του και τα αισθητικά του δοκίμια, τόσο εκείνα που βγήκαν σε βιβλία, όσο και τ’ άλλα που είναι σκόρπια σ’ εφημερίδες και περιοδικά, είναι όλα βαθιά επηρεασμένα από τα ιδανικά του σύγχρονου ουμανισμού. Η αγάπη του για τον άνθρωπο, η έγνοια και η φροντίδα για τη μοίρα του, η φλογερή αναζήτηση της ανθρώπινης ευτυχίας, ξεχειλίζουν από κάθε του γραφτό».

Στην ίδια εκπομπή θα διαβαστεί και το παρακάτω ποίημα:

Μάταιη προφύλαξη

Βάζω συχνά διπλές, τριπλές αμπάρες
Στου κάστρου μου τις σιδερένιες πόρτες.
Με φτάνουν οι έγνοιες οι δικές μου, λέω.
Ας λείπουν οι επισκέψεις κι οι ενοχλήσεις.
Ας μην ακούω της πόλης το ΄γκομαχητό
Και της υποκρισίας τα μεγάφωνα.
Όμως του κάκου. Στις βουβές στοές του κάστρου μου
Κίνηση πάντα και βοή μεγάλη υπάρχει.
Αθέατα χέρια τις αμπάρες μου λυγάνε
Και το ψηλό μου κάστρο δεν αντέχει
Στου απέξω κόσμου τα χτυπήματα.
Έτσι εξηγείται συντροφιά πως έχω πάντα
Στο περιβόλι, στο γραφείο και στο τραπέζι μου
Το γείτονά μου το φυματικό που αργοπεθαίνει,
Το σύντροφό μου τον παλιό που τώρα είναι εξορία
Και που διηγιέται όσα να γράψει δεν μπορεί
Και τα παιδιά της Αρετής που ξενοπλένει
Κι όλη μέρα τριγυρνάνε στα σοκάκια
Ξυπόλητα, γυμνά και πεινασμένα.
Έτσι εξηγείται πως εψές τη νύχτα βρήκα (…)
Από έναν άγνωστο πιασμένο στο κρεβάτι μου.
Είχε τραυματιστεί βαριά στον πόλεμο
Κι ήρθε ν’ ακούσει, λέει, προτού πεθάνει,
Την υποθήκη της χαμένης νιότης του!

Στην ιστοσελίδα του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (στην οποία παρατίθενται ενδεικτική βιβλιογραφία και η εργογραφία του) διαβάζουμε ακόμα πως ο Λέων Κουκούλας «δημοσίευσε κριτικά δοκίμια και άρθρα σε διάφορες αθηναϊκές εφημερίδες και δίδαξε δραματολογία στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου, όπου διετέλεσε και καλλιτεχνικός διευθυντής την περίοδο 1937-1946, και άλλες δραματικές σχολές».

Δυο ακόμα ποιήματα του σημαντικού αυτού ποιητή:

ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΟΙ

Καλότυχοι είστε σεις, που ξενυχτάτε
με την αξέγνιαστή σας πάντα νιότη
και για τρελά ταξίδια ξεκινάτε
με την αρματωσιά του Δον Κιχώτη.

Ποτέ μαράζι εντός σας δεν κρατάτε
κι ούτε έχετε μελλούμενη έγνια για ό,τι
μας θλίβει τη ζωή κι ούτε ρωτάτε
στερνοί όπου πάτε αν φτάσετε για πρώτοι.

Αχ, απ’ την πρόωρη φρόνηση, που δένει
τον πόθο μας σε βάρκα γερασμένη
κι ανήμπορη να ξανοιχτεί στα μάκρη,

σοφότερη είναι η τρέλα, που με πλάστρα
σας σπρώχνει ορμή σε δρόμους δίχως άκρη,
να πάρετε της χίμαιρας τα κάστρα.

(Από: «ΛΕΩΝ ΚΟΥΚΟΥΛΑΣ – Μια παρουσίαση από τον Θανάση Θ. Νιάρχο», εκδόσεις «Γαβριηλίδης», Αθήνα 2000)

Βιέννη του 42

Πέρα απ’ τις χώρες που τον ήλιο πρωτοβλέπουν
κι απ’ τους αρκτώους γιαλούς που ακινητούν,
πέρα απ’ τις στέπες της Ρωσίας τις χιονισμένες
κι απ’ της Αφρικής τους φλογισμένους άμμους,
απανωτά της νίκης φτάνουνε μηνύματα.
Του τρίτου Ράιχ ολούθε οι στρατιές
ορμητικές κι ακάθεκτες προελαύνουν.
Στην πολιτεία τα νέα σαν άλογα καλπάζουν
που ασημοκούδουνα κρεμιούνται απ’ το λαιμό τους.
Τ’ ακούνε ωστόσο δύσπιστα οι διαβάτες μες στους δρόμους
και μ’ οργισμένη συνοφρύωση στις πλατείες
οι Αψβούργοι κι οι αρειμάνιοι πολεμάρχες τους
στ’ άτια τους πάνω τα ορειχάλκινα καβάλα.
Κάτι θα θέλανε να πούνε μα διστάζουν.
της μέρας φέγγει ακόμα το χαμόγελο
κι όλα μπορεί το μάτι του δυνάστη να τα δει.
Γι’ αυτό τ’ αγάλματα είναι ασάλευτα στη θεση τους.
Η Νύχτα ωστόσο όταν απλώνεται
σα δίχτυ αράχνης πάνω απ’ την πόλη,
όταν ανάμεσα στα νυσταγμένα φώτα
σχήματα απίθανα στους δρόμους πλημμυρίζουν
και μες στα σπίτια τα κατάκλειστα
δειλά συνωμοτούν οι στοχασμοί των ζωντανών,
τότε στις σκοτεινές πλατείες ξυπνούν τ’ αγάλματα.
Απ’ τα ορειχάλκινα άλογά τους ξεπεζεύοντας
ο Φραντς, ο Γιόζεφ, οι αρχιδούκες κι ο Ραντέσκι
μες στο σκοτάδι αθώρητοι γλιστράνε.
Πόρτες κλειστές χτυπάνε καιμ παράθυρα
και σάμπως σανκουλότοι   προβοκάτορες
τον κόσμο ξεσηκώνουν που διστάζει.

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης», 2-3/1959)

 

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: