Λάμπρος Πορφύρας – «Ο ποιητής που δε θορύβησε ποτές για τον εαυτό του…»

Σημαντικός λυρικός ποιητή μας της μεταπολεμικής περιόδου, ο Λάμπρος Πορφύρας γεννήθηκε το 1879 και έφυγε από τη ζωή στις 3 του Δεκέμβρη 1932.

Λάμπρος Πορφύρας – «Ο ποιητής που δε θορύβησε ποτές για τον εαυτό του…»

Δημήτριος Σύψωμος ήταν το πραγματικό του όνομα, μα ως Λάμπρο Πορφύρα γνωρίσαμε τον σημαντικό λυρικό ποιητή μας της μεταπολεμικής περιόδου.

Ο Λάμπρος Πορφύρας γεννήθηκε το 1879 και έφυγε από τη ζωή στις 3 του Δεκέμβρη 1932.

Αν και γράφτηκε στη Νομική Σχολή Αθηνών, δεν πήρε το πτυχίο του λόγω βαριάς ασθένειας. Από νεαρή ηλικία αφοσιώθηκε στην ποίηση, μελετώντας ελληνική και ξένη λογοτεχνία. Ήταν γνώστης της αγγλικής και της γαλλικής γλώσσας και έμεινε για διαστήματα στο Παρίσι, στο Λονδίνο και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις.

Ο Λάμπρος Πορφύρας πολέμησε στους Βαλκανικούς πολέμους, και στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο ενώ πήρε μέρος και στην κίνηση για τη δημοτική γλώσσα και υπήρξε από τους ιδρυτές της Σοσιαλιστικής Δημοτικιστικής Ένωσης.

ΓΙΑ ΟΣΑ ΣΒΥΝΟΥΝ

Τα κρίνα συλλογίζομαι, χλωμά και ραγισμένα,
Στα δάκρυα ραντισμένα
Πονετικής αυγής,
Τα ρόδα που έχυσαν τ’ αγνόν, άνθινον αίμα αγάλι,
Σ’ αθώρητο κανάλι,
Στην αγκαλιά της γης.

Τα φύλλα και τα σύννεφα, που φεύγουν και πεθαίνουν,
Τα δέντρα να υπομένουν
Τη μοίρα τους πικρά,
Ό,τι θα μείνη ακίνητο και καθετί που πέφτει,
Στης λίμνης τον καθρέφτη
Τα νούφαρα νεκρά.

Κι ακόμα συλλογίζομαι, με μια θλιμμένην έννοια,
Τα χέρια τα κερένια
– Ω! σπαραγμός κρυφός! –
Κ’ εσείς ματάκια που ήσυχα, κάτω απ’ τα βλέφαρά σας,
Στα σκοτεινά νερά σας,
Βασίλεψε το φως…

Λάμπρος Πορφύρας (“Σκιές”)

Στη μαρτυρία στο βιβλίο του «Άνθρωποι», ο μεγάλος μας ποιητής Κώστας Βάρναλης εστιάζει στην ανθρώπινη πλευρά του Λάμπρου Πορφύρα, που ήταν άνθρωπος της παρέας, φίλος ποιητών και ανθρώπων του μόχθου, και φίλος του κρασιού:

«Ο Πορφύρας ήταν ο πιο αγαπημένος σύντροφος σ’ όλες τις παρέες του κρασιού – παρέες είτε από ανθρώπους των γραμμάτων είτε από ανθρώπους του λαού. Η παρουσία του άνοιγε τις καρδιές κ’  έφερνε έναν αέρα πολιτισμού κ’ εμπιστοσύνης. Με τη γαλήνη του και τη βαθειά του γνώση του πρωτόκολλου της ταβέρνας ήταν το φρένο στις υπερβασίες των άλλων. “Η ταβέρνα είναι λεπτό πράγμα”, έλεγε συχνά. Και κατόρθωσε να μορφώσει ολάκερη γενιά ανθρώπους, που ξέρανε να φερθούνε στην ταβέρνα».

Τον Πορφύρα σύστησε στο Βάρναλη, το 1911, ο Ρώμος Φιλύρας, «η πιο πηγαία, η πιο εκρηχτική φλέβα του νεοελληνικού λυρισμού». Βάρναλης και Πορφύρας υπηρέτησαν μαζί στον 13ο λόχο Εμπέδου Τάγματος στο Ζάππειο, μετά την επιστράτευση του 1912 – 13: «Εκεί βρέθηκε να υπηρετεί κι ο Σκίπης κι ο Μπόγρης και πολλοί δικηγόροι, δάσκαλοι, δικαστικοί και μάγκες Αθηναίοι» γράφει ο Βάρναλης. «Ο Πορφύρας ήταν από τους πιο πειθαρχικούς στρατιώτες. Όχι τόσο από υψηλή συνείδηση του καθήκοντος, όσο από βαριεστημάρα και αυτοεγκατάλειψη. Μικρόσωμος, αμίλητος με την καμπουρίτσα του, με το γυρισμένο του κεφάλι κάτου, με τα μισόκλειστα μάτια του κι ανόρεχτος ήτανε πάντα ο τελευταίος του πρώτου ζυγού(…) αληθινά δε φαινότανε να ζει στο λόχο, μα στο άπειρο. Στο άπειρο τ’ ουρανού και του πελάγου».

ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Φτωχά μου δέντρα, εσείς, που μ’ ένα πρόσχαρο
Σας πλημμυρίζει φως ετούτη η μέρα,
Ακόμα ούτε στιγμή δε στοχαστήκατε
Τη σκοτεινή βροχή και τον αγέρα.

Ακόμα τα κλωνάρια σας τ’ ανάλαφρα
Με μια τρελλή φιλιούνται ανατριχίλα,
Κι όμως, από τα τώρα εκρυφογλύστρησαν
Στα βάθη σας τα κίτρινα τα φύλλα.

Κανένας, δεν τα βλέπει εκεί που φώλιασαν
Κάτω απ’ το πράσινό σας σκεπασμένα,
Και τα πουλιά σαν πάντα ξελογιάζονται
Μεσ’ στη γιορτή του ήλιου ευτυχισμένα.

Κανείς δεν τάχει νοιώσει! Και όμως κάποτε
Σαν παύουν τα πουλιά να τραγουδάνε,
Κείνα τα φύλλα, δέντρα, αργοσαλεύοντας,
Το τέλος της γιορτής σιγοχτυπάνε.

Λάμπρος Πορφύρας (“Σκιές”)

Η υπέρμετρη αγάπη στο κρασί οδήγησε τον Λάμπρο Πορφύρα στο θάνατο. Είχε ξεκόψει από τις παρέες, είχε εξαφανιστεί. «Είχε πάθει το σηκώτι του από το πιοτό», γράφει ο Βάρναλης που συνάντησε τον Πορφύρα λίγους μήνες πριν φύγει από τη ζωή, βλέποντάς τον σε πολύ άσχημη κατάσταση.

Στις 3 του Δεκέμβρη 1932, «ο σιωπηλός και “σκιώδης” αυτός άνθρωπος, ο ποιητής των “Σκιών”, έφυγε για το βασίλειο των Σκιών και της Σιωπής. Ο ποιητής που δεν είχε καμιά πόζα, που δε θορύβησε ποτές για τον εαυτό του, που δε ζήτησε να φανεί απαρατήρητος, μας άφησε φεύγοντας ένα μεγάλο θησαυρό: την τρυφερότητα, τη μουσική και την αλήθεια των στίχων του. Κι όσο περνάει ο καιρός, τόσο αγαπούμε περισσότερο τους στίχους του, δηλ. αυτόν ολάκερο».

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: