Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα: «Σ’ έναν “ελεύθερο πολιορκημένο”» του Παναγιώτη Περδίκη

Το 1964, στις φυλακές Αίγινας, έφτασε από τη Μόσχα ένας φάκελος…
“Ποιος να σου το ’λεγε, πως απ’ τα τριάντα αυτά χρόνια
μιας δύσκολης και πολυτάραχης ζωής
Ωιμέ! τα δεκαπέντε θα περνούσαν
στης εξορίας τα σύρματα, στα σίδερα της φυλακής!”

Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα: «Σ’ έναν "ελεύθερο πολιορκημένο"» του Παναγιώτη Περδίκη

Γράφει ο Γιώργης Τρικαλινός* για τον Παναγιώτη Περδίκη, «που κείνα τα χρόνια ήταν το καμάρι της παρέας μας, για το κοφτερό μυαλό του και για τις μεγάλες του ικανότητες»:

«Ο Παναγιώτης γεννήθηκε κι αυτός στον Αλμυρό το 1915. Τέλειωσε το Γυμνάσιο και μετά το Πανεπιστήμιο με άριστα.

Πήρε το δίπλωμα της Νομικής Σχολής. Αλλά δεν πρόλαβε ν’ ασκήσει το επάγγελμα γιατί τον πρόλαβε ο πόλεμος, η κατοχή. Απ’ τους πρώτους εντάχθηκε στην Εθνική Αντίσταση και αναδείχτηκε στα ανώτατα καθοδηγητικά όργανα της Θεσσαλίας, μέλος του Γραφείου Περιοχής Θεσσαλίας του ΚΚΕ και Γραμματέας του ΕΑΜ Θεσσαλίας.

Μετά τη Βάρκιζα διώχθηκε κι αυτός για την αντιστασιακή του δράση. Πέρασε στην παρανομία και δούλεψε σαν Γραμματέας της ΕΠ Βόλου του ΚΚΕ, μέχρι τις αρχές του 1948, οπότε κατέφυγε στα βουνά. Εντάχθηκε στο ΔΣΕ, σαν επίτροπος Ταξιαρχίας. Με την υποχώρηση του ΔΣΕ πέρασε στις σοσιαλιστικές χώρες, όπου δούλεψε για να γυρίσει η πατρίδα μας στη δημοκρατία. Αλλά δυστυχώς, άφησε κι αυτός την τελευταία πνοή του το 1972 στην ξενιτιά, μακριά από την πατρίδα, που τόσο την αγάπησε και την τραγούδησε.

Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, μέχρι που ζούσε, διατηρούσα ταχτική αλληλογραφία μαζί του. Εγώ στη φυλακή, αυτός πολιτικός πρόσφυγας στη Μόσχα.

Το 1964, στις φυλακές Αίγινας, έφτασε από τη Μόσχα ένας φάκελος. Ήταν του Παναγιώτη Περδίκη. Μέσα σ’ αυτόν είχε ένα ποίημα, που μ’ αυτό δείχνεται ο άνθρωπος, ο αγωνιστής, ο κομμουνιστής, φαίνεται η αγάπη του προς την πατρίδα, τους πολιτικούς κρατούμενους, η πίστη του προς το σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό, η βεβαιότητα για την τελική νίκη.

Γράμμα

Σ’ ΕΝΑΝ «ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟ»

Του Παναγιώτη Περδίκη

Από ’να καταπράσινο νησάκι,
χαμένο στου Αιγαίου την απλωσιά
μ’ ακτές δαντελωτές και θάλασσα ατλάζι
ήρθε μια κάρτα να μού ματώσει την καρδιά.
Κι είναι ή εικοστή φορά που τη διαβάζω,
καθώς την έχω τώρα δα μπροστά μου,
ίδια, όπως ο ποιητής μας έχει γράψει:
«Ντρέπομαι για τη ζέστα μου και για την ανθρωπιά μου».
Στο φόντο μιας πανέμορφης εικόνας,
στ’ αεροφίλημα θάλασσας κι ουρανού
της πιο γαλήνιας θάλασσας του κόσμου,
του πιο γαλάζιου στον κόσμο ουρανού,
με μιας μακάβριας συγκυρίας το αίμα
η πένα τού αρχαίου τραγικού
φρικτό κι ανείπωτο ένα δράμα γράφει
που σου σπαράζει την ψυχή, θολώνει σου το νου.
Ποιος να μας το ’λεγε, φίλε αγαπημένε,
πως απ’ τα σαράντα πέντε χρόνια μιας φιλίας αγνής
θα ’μασταν τα τριάντα χωρισμένοι
και σκορπισμένοι στα πέρατα της γης!
Ποιος να σου το ’λεγε, πως απ’ τα τριάντα αυτά χρόνια
μιας δύσκολης και πολυτάραχης ζωής
Ωιμέ! τα δεκαπέντε θα περνούσαν
στης εξορίας τα σύρματα, στα σίδερα της φυλακής!
Και τώρα «ελεύθερος πολιορκημένος»,
απ’ τα αγαπημένα σου πρόσωπα μακριά,
αλύγιστος, προσμένεις να ’ρθει η ξαστεριά.
Θα ξαστερώσει, φίλε μου αγαπημένε.
Τα σύννεφα δεν είναι για το δικό μας ουρανό
κι η μπόρα αυτή θε να περάσει.
Μαζί σου όλοι σου οι φίλοι
πού απ’ τα χρόνια τα φοιτητικά,
από της φλογερής της νιότης μας τα χρόνια,
ζούμε με οξυγόνο τα δικά του ιδανικά,
της ξαστεριάς θε να χαρούμε το γιορτάσι,
όλοι μαζί στης λευτεριάς πιασμένοι το χορό
και στης παγκόσμιας επανάστασης το κοντάρι
τ’ άλικο λάβαρο θα στήσουμε θριαμβικό.
Μα κι αν ακόμα πέσουμε στη μάχη
για τού λαού μας την ευτυχία και χαρά
κι απ’ της Ελλάδας μας λείπουμε το πανηγύρι,
σαν οι καμπάνες του θριάμβου θα χτυπάνε γιορτινά,
θα ’χουμε τη συνείδηση αναπαυμένη,
γιατί σταθήκαμε στο χρέος μας πιστοί,
γιατί θα συνεχίσουν τον αγώνα μας χιλιάδες
μ’ ένα σύνθημα: «Ή τη νίκη, ή τη θανή».

Κοιμηθείτε ήσυχα, αγαπητοί σύντροφοι και φίλοι Σούλα, Αποστόλη, Γιάννη, Στάθη και Παναγιώτη. Τον αγώνα, αυτόν που αρχίσαμε πριν πολλές δεκάδες χρόνια, τον συνεχίζουμε μείς οι «εναπομείναντες και επιζήσαντες» σύντροφοί σας, από τη λαίλαπα που πέρασε από την αιματόβρεχτη πατρίδα μας. Τον συνεχίζουν οι καινούργιες χιλιάδες κομμουνιστές, που προστέθηκαν και προστίθενται όλα αυτά τα χρόνια, καθημερινά. Τον συνεχίζουν τα χιλιάδες και χιλιάδες παιδιά της ΟΚΝΕ, της ΕΠΟΝ του Πολυτεχνείου, τα παιδιά της ΚΝΕ. Τον συνεχίζουν με το ίδιο σύνθημα, το δικό μας σύνθημα:

«Ή τη Νίκη ή τη Θανή».

* Γιώργη Τρικαλινού: «Δρόμος μακρύς και δύσκολος» (εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2η, Αθήνα 1985)

“Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα”: Δείτε όλα τα ποιήματα εδώ.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: