Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα: «Ηλέκτρα» του Γιάννη Ρίτσου

“Κοιμήσου ήσυχα, συντρόφισσα.
Κοιμήσου, αδελφή του Κόμματός μας.
Η Λευτεριά κι η Εκδίκηση πλησιάζει…”

Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα: «Ηλέκτρα» του Γιάννη Ρίτσου

Στις 26 του Ιούλη 1944 το άψυχο σώμα της Ηλέκτρας Αποστόλου παραμορφωμένο και μισοκαμένο, κείτεται πεταμένο στην άκρη ενός δρόμου της Αθήνας. Νωρίτερα την είχε συλλάβει η Ειδική Ασφάλεια και την είχε οδηγήσει στο διαβόητο άντρο της, της οδού Ελπίδας. Εκεί υπέβαλαν την αγωνίστρια σε φρικτά βασανιστήρια για να της αποσπάσουν μυστικά για την οργάνωση της Αντίστασης και το μηχανισμό του ΚΚΕ, του οποίου η Ηλέκτρα ήταν στέλεχος.

Λίγο πριν ξεψυχήσει, είχε τον εξής διάλογο με τους δημίους της:

– Πώς λέγεσαι;

– Ελληνίδα.

– Ποιοι είναι οι συνεργάτες σου;

– Οι Έλληνες.

– Από πού παίρνεις εντολές;

– Από την πατρίδα…

Η Ηλέκτρα δεν λύγισε στα πιο φριχτά βασανιστήρια, στα χέρια των φασιστών κτηνανθρώπων της Ειδικής Ασφάλειας. Υπερασπίστηκε τα ιδανικά, την ιδεολογία και τους αγώνες της και χιλιάδων λαϊκών αγωνιστών, για μια κοινωνία λεύτερη από εκμετάλλευση και ειρηνική, με το λαό να κάνει κουμάντο στον τόπο του. Η Ηλέκτρα θυσίασε τη ζωή της γι’ αυτό το σκοπό.

Ο μεγάλος μας ποιητής Γιάννης Ρίτσος θα γράψει τον Αύγουστο του 1944 το παρακάτω ποίημα. Δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Τραγούδια της Αντίστασης» (εκδοτικό «Νέα Ελλάδα», Βουκουρέστι, Οχτώβρης 1951) και στον Ριζοσπάστη της 25/7/1976. Εμπεριέχεται στη συλλογή «Συντροφικά τραγούδια» (εκδ. Σύγχρονη Εποχή (4η), Αθήνα 2009).

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ηλέκτρα μας,
η ώρα της λευτεριάς έφτασε
κι εσύ λείπεις.
Τις νύχτες
τα χωνιά του ΕΛΑΣ
διαλαλούν τις νίκες μας
κι εσύ δεν ακούς.
Καισαριανή, Παγκράτι, Κοκκινιά
ανεμίζουν τα κόκκινα φλάμπουρα
που ’ραψες, βελονιά τη βελονιά,
πληγή πληγή, με τα χέρια σου,
και συ δε βλέπεις.

Ηλέκτρα μας,
η μυρωδιά απ’ την καιόμενη σάρκα σου
χνωτίζει τα τζάμια στις φτωχές συνοικίες μας,
όμως η φλόγα του αίματός σου
ανάβει το λυχνάρι μας, το τζάκι μας
και τις καρδιές μας,
γράφει με κόκκινο στις μάντρες των εργοστασίων
το τρίγραμμα της ταυτότητάς σου:
ΚΚΕ.

Όταν, με τις φωτιές και τα μαστίγια, οι βασανιστές σου
σε ρώτησαν: «Ποιό τ’ όνομά σου;»
«Ελληνίδα», αποκρίθηκες.
Όταν σε ρώτησαν: «Και ποια η φαμίλια σου;»
«Το ΚΚΕ», είπες.
Όταν σέ ρώτησαν: «Ποια η τελευταία επιθυμία σου;»
«Θάνατος στο φασισμό — αποκρίθηκες —
λευτεριά στο λαό της Ελλάδας,
λευτεριά στους λαούς όλου του κόσμου».
Κι έγινε μέγα φως, κι έλαμψες όλη,
όρθια, φλεγόμενη λαμπάδα
μπροστά στην όρθια Λευτεριά.

Ηλέκτρα μας, —
όχι, λοιπόν. Δε λείπεις.
Ποτέ δεν έλειψες απ’ τον αγώνα,
ποτέ δε θα λείψεις απ’ τη μνήμη μας.
Τούτη την ώρα
στ’ όνομά σου ορκιζόμαστε:
Λευτεριά.
Στ’ όνομά σου ορκιζόμαστε:
Εκδίκηση.
Στ’ όνομά σου ορκιζόμαστε:
να σου μοιάσουμε.

Κοιμήσου ήσυχα.
Κοιμήσου, αδελφή του Κόμματός μας.
Κοιμήσου, κόκκινη αδελφή της  Επανάστασης.
Μην πικραίνεσαι
που ’ναι τα μάτια μας λιγάκι κόκκινα.
Δεν είναι από το κλάμα,
μα απ’ την οργή κι απ’ την αγρύπνια,
απ’ την αγρύπνια στο πρώτο χαράκωμα,
εκεί πού στάθηκες πάντα,
εκεί πού έπεσες.

Κοιμήσου ήσυχα, συντρόφισσα.
Κοιμήσου, αδελφή του Κόμματός μας.
Η Λευτεριά κι η Εκδίκηση πλησιάζει.

ΑΘΗΝΑ, Αύγουστος 1944

“Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα”: Δείτε όλα τα ποιήματα εδώ.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

2 Trackbacks

Κάντε ένα σχόλιο: