Η κριτική του Τσε για το Canto General και ο Πάμπλο Νερούδα για τη συνάντησή του με τον Τσε

53 χρόνια από τη δολοφονία του Επαναστάτη Ποιητή (9 Οκτ. 1967)
47 χρόνια από το θάνατο του Ποιητή της Επαναστάσης (23 Σεπ. 1973)

Ερνέστο Γκεβάρα δε λα Σέρνα, γνωστός και ως «Τσε» (Che GuevaraErnesto Guevara de la Serna). Γεννήθηκε στις 14 Ιουνίου 1928 στο Ροσάριο της Αργεντινής – Δολοφονήθηκε από τη CIA, στις 9 Οκτωβρίου 1967, στη Λα Ιγέρα της Βολιβίας.

Πάμπλο Νερούδα – Ρικάρδο Ελιέσερ Νεφταλί Ρέγιες Μπασοάλτο (Pablo NerudaRicardo Eliécer Neftalí Reyes Basoalto), Χιλή. 12 Ιουλίου 1904, Παράλ – 23 Σεπτεμβρίου 1973, Σαντιάγο.

*

Η κριτική του Τσε για το Κάντο Χενεράλ μπορεί να είναι σύντομη, αλλά ταυτοχρόνως ουσιαστική, περιεκτική, απέριττη, βαθιά, αυστηρή και αμερόληπτη ξεφεύγει από τις απλές επισημάνσεις στα «περιθώρια» ενός βιβλίου ή από την πιο επιμελημένη μορφή των σημειώσεων και μας παραδίδει το καλύτερο ίσως κείμενο που έχει γραφτεί ποτέ γι’ αυτό το μεγαλειώδες έργο των 450 σελίδων από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας προδιαγράφοντας, με την πρώτη κιόλας παράγραφο, την μελλοντική του απήχηση:

Όταν με το πέρασμα του χρόνου θα έχει ξεκαθαρίσει λίγο το πολιτικό  σκηνικό και συνάμα θα έχει αποδοθεί –αμετάκλητα– στον λαό η οριστική του νίκη, αυτό το βιβλίο του Νερούδα θα αναδειχθεί ως το μεγαλύτερο συμφωνικό ποίημα της Αμερικής.

*

Πρόλογος – Μετάφραση – Σημειώσεις
Μπάμπης Ζαφειράτος – Μποτίλια Στον Άνεμο

*

 

Ο Νερούδα του Τσε και ο Τσε του Νερούδα

(Για τις σημ. [α–δ] βλέπε στο τέλος)

 

1943. Ο Τσε 15 χρονών σε διακοπές στο Μαρ δελ Πλάτα.

Η ποίηση για τον Τσε ήταν πάντα μια μεγάλη αγάπη. Αλλά ο Νερούδα είναι ο ποιητής που τον έχει συνεπάρει από τα εφηβικά του χρόνια. Οι στίχοι του Χιλιανού κυλάνε στις φλέβες του, απ’ όταν, 15 χρονών, νιώθει τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα για την κατά δύο χρόνια μικρότερη πρώτη του εξαδέλφη (από την αδελφή της μητέρας του). Είναι η Κάρμεν Κόρδοβα δε λα Σέρνα, La Negrita (1929-2011), ένα πολυτάλαντο πλάσμα που εξελίχθηκε σε μια σπουδαία αρχιτεκτόνισσα και μια από τις μεγάλες φυσιογνωμίες της Αργεντινής.

Η Κάρμεν μάθαινε στον Ερνέστο να χορεύει, κι αυτός απομνημόνευε τα βήματα, για να μπορέσει μετά, ρωτώντας την, να σύρει τα πόδια του, αφού όπως γράφει ένας από του πολλούς βιογράφους του, ο Άλντο Ισιδρόν ντελ Βάγιε (Aldo Isidrón del Valle): 

Η μουσική ανικανότητα του Τσε ήταν τέτοια που δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ούτε ένα ταγκό.

Αυτή του, όμως, την αδεξιότητά στο χορό την αντισταθμίζει με την ποίηση, που την επιστρατεύει για να γοητεύσει τη Νεγρίτα. Και αυτός που θα οδηγήσει τα βήματα στο ρυθμό της καρδιάς του νεαρού Τσε είναι ο Νερούδα με τη δεύτερη ποιητική του συλλογή, Είκοσι ερωτικά ποιήματα και ένα τραγούδι απελπισμένο (1924).

Ο Τσε —θα πει η Κάρμεν— μπορούσε να απαγγείλει τα Είκοσι ερωτικά ποιήματα, από το πρώτο έως το εικοστό, χωρίς να παραλείπει, βέβαια και το απελπισμένο τραγούδι.

Ώσπου, 17 χρόνια αργότερα, θα γνωρίσει τον ποιητή του, όταν αυτός, στα μέσα Νοεμβρίου του 1960 πηγαίνει στην Αβάνα, για να δει από κοντά τις μυθικές μορφές των μπαρμπούδος, και να εκδώσει το Επικό τραγούδι[α], ένα βιβλίο, για το οποίο σημειώνει στον πρόλογό του: 

[…] μεγάλωσε έπειτα από τα μεγαλόπνοα γεγονότα της Κούβας και αναπτύχθηκε στο σκηνικό της Καραϊβικής.

Το αφιερώνω στους ελευθερωτές της Κούβας: Στον Φιντέλ Κάστρο, στους συντρόφους του και σε ολόκληρο τον κουβανικό λαό.

Η συνάντηση με τον θρυλικό Τσε πραγματοποιείται μετά από μια εκδήλωση που την παρακολούθησε παρέα με τον Νικολάς Γκιγιέν.

Στα απομνημονεύματά του, Ομολογώ ότι έχω ζήσει, γράφει για εκείνες τις στιγμές:

«Η πρώτη μου συνάντηση με τον Τσε Γκεβάρα ήταν πολύ διαφορετική [σημ. μετ: από εκείνη που είχε προηγηθεί με τον Φιντέλ]. Τον είδα γύρω στη μία μετά τα μεσάνυχτα, προσκαλεσμένος από τον ίδιο στο γραφείο του, στο Υπουργείο Οικονομικών ή Οικονομίας, δεν θυμάμαι ακριβώς. Αν και είχαμε κλείσει ραντεβού για τα μεσάνυχτα, έφτασα αργοπορημένος. Είχα παρακολουθήσει μια επίσημη μαραθώνια εκδήλωση και με κάθισαν στο προεδρείο.

Ο Τσε φορούσε μπότες, στολή εκστρατείας και ήταν ζωσμένος με πιστόλια. Η αμφίεσή του ήταν αταίριαστη με την τραπεζική ατμόσφαιρα του γραφείου του. Ο Τσε ήταν μελαχρινός, μιλούσε αργά και με παύσεις, με βέρα αργεντίνικη προφορά. Ήταν ένας άνθρωπος για να σιγοκουβεντιάζεις μαζί του πίνοντας μάτε. Οι προτάσεις του ήταν σύντομες και καταλήγανε σε ένα χαμόγελο, σαν να άφηνε το σχόλιό του μετέωρο.

Με κολάκεψε αυτό που μου είπε για το βιβλίο μου, το Canto General. Συνήθιζε να το διαβάζει το βράδυ στους αντάρτες του, στη Σιέρα Μαέστρα. Τώρα, μετά από χρόνια, αναστατώνομαι στη σκέψη πως οι στίχοι μου τον συνόδευαν και στο θάνατό του. Από τον Ρεζίς Ντεμπρέ έμαθα ότι στα βουνά της Βολιβίας κράταγε στο σακίδιό του μέχρι την τελευταία στιγμή μόνο δύο βιβλία: μια αριθμητική και το Canto General μου.

Μου είπε κάτι ο Τσε εκείνο το βράδυ που με τάραξε κάπως, μα ίσως εξηγεί εν μέρει το πεπρωμένο του. Το βλέμμα του πέρναγε από τα μάτια μου στο σκοτεινό παράθυρο του γραφείου. Μιλάγαμε για μια πιθανή εισβολή των ΗΠΑ στην Κούβα. Είχα δει στους δρόμους της Αβάνας αμμόσακους, διάσπαρτους σε διάφορα στρατηγικά της σημεία. Ξαφνικά μου είπε: «Ο πόλεμος… Ο πόλεμος… Είμαστε πάντα ενάντια στον πόλεμο, αλλά όταν τον έχουμε κάνει δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς πόλεμο. Κάθε στιγμή θέλουμε να ξαναγυρίσουμε σ’ αυτόν. Σκεφτόταν φωναχτά και για λόγου μου. Τον άκουσα έκπληκτος. Για μένα ο πόλεμος είναι απειλή και όχι πεπρωμένο.

Είπαμε αντίο και δεν τον είδα ποτέ ξανά. Μετά ήρθε ο αγώνας του στη βολιβιάνικη σέλβα και ο τραγικός του θάνατος. Εξακολουθώ όμως να βλέπω στον Τσε Γκεβάρα εκείνον τον στοχαστικό άνθρωπο, ο οποίος στις ηρωικές του μάχες, μαζί με τα όπλα του, κρατούσε πάντα μια θέση για την ποίηση».

(Neruda, Pablo, Confieso que he vivido, Barcelona, Seix Barral, 1974, σελ. 338-339)

Και πιο πάνω (σελ. 313), μαζί με άλλους θανάτους αγαπημένων, προσώπων αναθυμάται: 

«Το πικρό γεγονός ήταν η δολοφονία του Τσε Γκεβάρα στη θλιβερή Βολιβία. Το τηλεγράφημα του θανάτου του διαπέρασε τον κόσμο σαν ιερό ρίγος. Εκατομμύρια ελεγείες προσπάθησαν να υμνήσουν την ηρωική και τραγική του ύπαρξη. Στη μνήμη του, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη, σκορπιστήκανε στίχοι όχι πάντα στο μέγεθος της μεγάλης οδύνης. Πήρα ένα τηλεγράφημα από την Κούβα που ζήταγε τους δικούς μου. Μέχρι τώρα δεν τους έχω γράψει. Πιστεύω πως μια τέτοια ελεγεία πρέπει να περιέχει όχι μόνο την άμεση διαμαρτυρία, αλλά και τον βαθύτερο αντίχτυπο της οδυνηρής ιστορίας. Θα το σκεφτώ αυτό το ποίημα μέχρι να ωριμάσει μέσα μου».

Η κριτική του Τσε για το Κάντο Χενεράλ μπορεί να είναι σύντομη, αλλά ταυτοχρόνως ουσιαστική, περιεκτική, απέριττη, βαθιά, αυστηρή και αμερόληπτη ξεφεύγει από τις απλές επισημάνσεις στα «περιθώρια» ενός βιβλίου ή από την πιο επιμελημένη μορφή των σημειώσεων και μας παραδίδει την καλύτερη ίσως κριτική που έχει γραφτεί ποτέ γι’ αυτό το μεγαλειώδες έργο των 450 σελίδων από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας προδιαγράφοντας, με την πρώτη κιόλας παράγραφο, την μελλοντική του απήχηση:

Όταν με το πέρασμα του χρόνου θα έχει ξεκαθαρίσει λίγο το πολιτικό  σκηνικό και συνάμα θα έχει αποδοθεί –αμετάκλητα– στον λαό η οριστική του νίκη, αυτό το βιβλίο του Νερούδα θα αναδειχθεί ως το μεγαλύτερο συμφωνικό ποίημα της Αμερικής.

Και δεν είναι μόνο το Κάντο Χενεράλ το βιβλίο που κουβαλάει μαζί του ο αιώνιος επαναστάτης.

Ο Ρομπέρτο ​​Φερνάντες Ρεταμάρ αφηγείται πως όταν ο Τσε θα έφευγε για το Κονγκό, πήγε στο Υπουργείο Βιομηχανίας για να πάρει μια ανθολογία ποίησης που του είχε δανείσει. Και πριν του την επιστρέψει, αντέγραψε το σημαδιακό για την αναχώρησή του ποίημα του Νερούδα, Farewell και αναφιλητά (1-5), από την πρώτη του ποιητική συλλογή Εσπερινό (Crepusculario, 1923).

3
(Λατρεύω την αγάπη των ναυτικών
που φιλάνε και φεύγουνε.

Μια υπόσχεση δίνουνε.
Δεν ξαναγυρνάνε ποτέ. […])

5
[…] Φεύγω. Είμαι θλιμμένος· μα είμαι πάντα θλιμμένος.
Βγαίνω μέσα απ’ την αγκαλιά σου. Κατά που πάω δεν ξέρω.

…Από τα βάθη της καρδιάς σου μού λέει αντίο ένα παιδί.
Του λέω αντίο κι εγώ.

Και στην ιδιόχειρη ανθολογία[β] του, περιλαμβάνει 17 συνολικά ποιήματα του Νερούδα, ο οποίος αποδεικνύεται το καταφύγιό του στις δύσκολες ώρες του έρωτα, του αποχωρισμού, του θανάτου, τέλος:

Στη Βολιβία, όταν θα χάσει σε μάχη τον Ρολάντο [Ελισέο Ρέγιες Ροντρίγκεζ, Καπιτάν Σάν Λούις], στα 27 του χρόνια, και συγκλονισμένος θα αποχαιρετήσει τον αγαπημένο απ’ τον αγώνα της Κούβας σύντροφο με δυο στίχους του Ποιητή του. Με ημερομηνία 25 Απρίλη του 1967, γράφει στο Ημερολόγιο Βολιβίας[γ]: 

«[…]«Χάσαμε τον καλύτερο άνθρωπο του αντάρτικου και φυσικά έναν ακρογωνιαίο λίθο του, σύντροφό μου από τον καιρό όπου, σχεδόν παιδί, ήταν αγγελιαφόρος του 4ου συντάγματος, μέχρι την εισβολή, και σ’ αυτή την καινούργια επαναστατική περιπέτεια. Μπορεί μονάχα να πει κανείς, πως ο άτυχος θάνατός του, σ’ ένα υποθετικό μέλλον, θα γινόταν επίγραμμα με τα παρακάτω λόγια:

«Το μικρό σου λείψανο, ένδοξε καπετάνιε,
άπλωσε μες στο σύμπαν το άχραντο μέταλλό σου».

Είναι δύο στίχοι του μεγάλου Χιλιανού, γραμμένοι για έναν άλλον καπετάνιο, για έναν άλλον Κομαντάντε, στο ποίημά του Ένα τραγούδι για τον Μπολιβάρ[δ] Una canción para Bolívar (1941).

Και ο Νερούδα, μετά το θάνατο του Τσε, όταν «ωριμάζει μέσα του», θα γράψει συντετριμμένος τον δικό του «επιτάφιο», Θλίψη για το θάνατο ενός ήρωα[β] (από τη συλλογή Τέλος του Κόσμου, 1969).

O κομαντάντε τέλειωσε
σ’ ένα φαράγγι σκοτωμένος.

Ότ’ είχε αρχίσει ο δρόμος να χαράζει
κι ήταν για μας η ήττα του
μια τσεκουριά που γκρέμισε
τη στέρνα της σιωπής.

Μπάμπης Ζαφειράτος, Οκτ. 2020

 

 

 

Η κριτική του Τσε για το Canto General

 

 

(Σημ. Οι επισημάσεις στο κείμενο είναι του μεταφραστή. Τα λοξά μαύρα στοιχεία για τίτλους ποιημάτων· τα [λοξά σε αγκύλες] για τα cantos στα οποία ανήκουν τα ποιήματα)

 

Όταν με το πέρασμα του χρόνου θα έχει ξεκαθαρίσει λίγο το πολιτικό  σκηνικό και συνάμα θα έχει αποδοθεί –αμετάκλητα– στον λαό η οριστική του νίκη, αυτό το βιβλίο του Νερούδα θα αναδειχθεί ως το μεγαλύτερο συμφωνικό ποίημα της Αμερικής.

Είναι ποίηση που προβάλλει ένα ορόσημο και πιθανόν ένα απόγειο. Τα πάντα σε αυτήν, ακόμα και οι ελάχιστοι (και μικρότερης αξίας) προσωπικοί στίχοι του τέλους, αποπνέουν υπεροχή. Ο ποιητής αποκρυσταλλώνει και ολοκληρώνει τη στροφή που έκανε, όταν άφησε κατά μέρος τον εσωτερικό του διάλογο και κατέβηκε (ή ανέβηκε) για να συνομιλήσει μ’ εμάς τους κοινούς θνητούς, τους απλούς ανθρώπους του λαού.

Είναι ένα γενικό τραγούδι για την Αμερική που κάνει μια ανασκόπηση σε ό,τι μας ανήκει, από τους γεωγραφικούς γίγαντες μέχρι τα κακομοίρικα τερατάκια του αξιότιμου μονοπωλίου.

Το πρώτο κεφάλαιο τιτλοφορείται Η λάμπα στη Γη / Ο Φάρος στη Γη [Canto Ι. Ένας πρόλογος, Αμόρ Αμέρικα (1400) και τα ποιήματα IVI], και μεταξύ άλλων εκπέμπει το χαιρετισμό του για τον γίγαντα Αμαζόνιο. 

Αμαζόνιε,
πρωτεύουσα των συλλαβών του νερού
πατέρα πατριάρχη…

[Από το ποίημα IV: Τα ποτάμια συρρέουν, Ορινόκος, Αμαζόνιος, Τεκεντάμα, Βίο Βίο]

Το ακριβές ηχόχρωμα εναρμονίζεται με την ταιριαστή μεταφορά, αποδίδει το περιβάλλον, προβάλλει την επενέργεια του σε αυτό, συνθέτει τα λαϊκά τραγούδια του όχι σαν κανένας περιπλανώμενος τροβαδούρος, αλλά με τη δύναμη του ανθρώπινου όντος.

Και αυτό ακριβώς το πρώτο κεφάλαιο της περιγραφής του, που θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε «προκολομβιανό» κλείνει με το ποίημα Οι Άνθρωποι [Ποίημα VI], οι μακρινοί μας πρόγονοι:

Ήταν σαν από άργιλο μια κούπα
η ράτσα των μετάλλων, πλασμένος
από ατμόσφαιρα ο άνθρωπος και πέτρα,
σαν τα λαγήνια ατόφιος που αντηχούνε.

Στη συνέχεια ο ποιητής επικεντρώνει τη σύνθεσή του σε αυτό που ήταν η Αμερική, στο μεγάλο της σύμβολο, και τότε τραγουδάει τις Κορφές του Μάτσου Πίκτσου [Canto II. Ι – XII].

Κι αυτό γιατί το Μάτσου Πίκτσου είναι το κατ’ εξοχήν έργο των αυτοχθόνων μηχανικών που φτάνει μέχρι τις μέρες μας· με τη φίνα του απλότητα, με την γκρίζα του θλίψη, με το θαυμαστό πανόραμα που το περιβάλλει, με τον ποταμό Ουρουμπάμπα που μουγγρίζει στα πόδια του. Η σύνθεση του Μάτσου Πίκτσου είναι δομημένη με τρεις στίχους που αποτελούν τρεις ορισμούς εφάμιλλους του Γκαίτε:

[VI]

Μάνα από πέτρα, του κόνδορα αφρέ
Μεγάλη ατόλη της ανθρώπινης αυγής
Φτυάρι χαμένο στην αρχέγονη αμμουδιά

Αλλά δεν συμβιβάζεται με το να το ορίσει και να το ιστορήσει, και σε μια έκρηξη ποιητικής τρέλας αδειάζει όλο το απόθεμα των εξαιρετικών και συχνά ερμητικών μεταφορών του πάνω σε αυτή την πόλη σύμβολο και στη συνέχεια επικαλείται την αρωγή της, την αρωγή εκείνων που την έχτισαν:

[XII]

Δώστε μου τη σιωπή, το νερό, την ελπίδα
Δώστε μου τον αγώνα, το σίδερο, τα ηφαίστεια

Τι έχει συμβεί; Όλοι γνωρίζουνε την ιστορική ακολουθία: στον ορίζοντα εμφανίστηκαν Οι Κονκισταδόρες [Canto III. I – XXV].

[I –Έρχονται απ’ τα νησιά (1493)]

Οι μακελάρηδες ρημάξανε τα νησιά
Το Γουανανί ήτανε το πρώτο
σε τούτη εδώ την ιστορία των μαρτυρίων.

Και ύστερα περνάνε οι διάφοροι Κορτές, Αλβαράδο, Μπαλμπόα, Χιμένες δε Κεσάδα, Πισάρο, Βαλντίβια[1]. Και εκτελούνται όλοι αλύπητα απ’ τις ριπές του εκρηκτικού του τραγουδιού. Ο μοναδικός για τον οποίον έχει να πει έναν καλό λόγο είναι ο Ερσίγια[2], ο βάρδος του έπους της Αραουκάνας:

[ΧΧΙΙ – Ο Ερσίγια]

Άνθρωπε, Ερσίγια δυνατή φωνή, ακούω τον παλμό του νερού
από την πρώτη σου χαραυγή, τα ξέφρενα πουλιά
και τα αστροπελέκια μέσα στις φυλλωσιές.
Άσε, άσε το χνάρι σου
χνάρι ξανθού αετού, το μάγουλό σου
σύντριψε απάνω στο άγριο καλαμπόκι,
τα πάντα εδώ στη γη θα κατασπαραχτούνε.

Ωστόσο, η κατάκτηση θα συνεχιστεί και θα αφήσει το στίγμα της στην Αμερική· γι’ αυτό ο Νερούδα λέει, Παρ’ όλη την οργή (του) [Tελευταίο ποίημα XXV από τους Κονκισταδόρες]:

Μα, μέσα απ’ τη φωτιά κι από το σίδερο
σαν απ’ το ξάστραμα πηγής
που τη μαυρίζει το αίμα,
με το μαχαίρι βαθιά μπηγμένο μες στα βάσανα
ξεχύνεται ένα φως πάνω στη γη:
αριθμός, όνομα, γραμμή και μορφή.

[…]
Κι έτσι, μαζί με τον ματοβαμμένο
τιτάνα από πέτρα,
το σκοτεινό γεράκι το αιμοβόρο,
δεν ήρθε το αίμα μοναχά μα και το στάρι.

Το φως εφάνηκε παρ’ όλα τα μαχαίρια

Λοιπόν, τελειώνει η νύχτα της Ισπανίας και πέφτει απειλητική η νύχτα των μονοπωλίων. Όλοι οι μεγάλοι της Αμερικής έχουνε τη θέση τους στο Κάντο [Canto IV. Οι Ελευθερωτές. Ι – XLIII], από τους παλιούς ελευθερωτές μέχρι τους νέους, τους Πρέστες[3], αυτούς που μάχονται χέρι χέρι με τον λαό.

Το ξέσπασμα καταλαγιάζει τώρα κι ένα υπέροχο τραγούδι χαράς και ελπίδας κατακλύζει τον αναγνώστη. Όμως το έπος της γης του εκπέμπει τον ξεχωριστό ήχο του. Ο Λαουτάρο[4] και οι πολεμιστές του και ο παλουκωμένος Καουπολικάν[4]Ο Λαουτάρο ενάντια στον κένταυρο (1554) [Ποίημα XI] δίνει την έννοια του δικαίου.

Η κούραση κι ο θάνατος τραβάνε
μες στα φυλλώματα τους άντρες του Βαλντίβια.

            Τους πρόφταιναν οι λόγχες του Λαουτάρο.

Τράβαγε μες στους πεθαμένους και στα φύλλα
σαν σε λαγούμι ο Πέδρο δε Βαλντίβια.

            Μες στα ερέβη ερχόταν ο Λαουτάρο.

Θυμόταν την τραχιά Εστρεμαδούρα,
το μαγερειό, το χρυσαφένιο λάδι,
το γιασεμί πέρα απ’ τη θάλασσα ανθισμένο.

            Γνώρισε την κραυγή του Λαουτάρο.

[…]
Είδε ο Βαλντίβια την αυγή, το φως που ερχόταν,
και τη ζωή μπορεί, μπορεί τη θάλασσα.
                                                            Ερχόταν ο Λαουτάρο.

Δεν θα μπορούσε να λείπει από το τραγούδι του η μυστηριώδης συνάντηση του Γουαγιακίλ[5], και μέσα στις αράδες της πολιτικής συζήτησης των δύο μεγάλων στρατηγών [Σιμόν Μπολιβάρ και Χοσέ δε Σαν Μαρτίν][5] πάλλεται το πνεύμα τους.

Αλλά δεν υπήρξε μόνο ηρωικός και αγνός ο αγώνας των Ελευθερωτών, είχε και προδοσίες και δήμιους και δεσμοφύλακες και φονιάδες. Τα προδομένα χώματα [Canto V.] ανοίγουν με Τους Δήμιους: 

[Ι]

Σαύρα φολιδωτή Αμερική μου, μέσα στις άγριες
φυλλωσιές σου τυλιγμένη, σ’ ένα άλμπουρο
μπηγμένο μες στο βούρκο:
εβύζαξες τα τρομερά παιδιά σου
με γάλα του φιδιού φαρμακωμένο,
φωτιά και λάβρα εκκολάψανε στις κούνιες,
σκέπασανε με κίτρινη μια λάσπη
την αιμοβόρα φύτρα.
Κι ο αγριόγατος σμίγει κρυφά με τη σκορπίνα
μες στην παρθένα σέλβα της πατρίδας.

[To Canto V. αποτελείται από τρία μεγάλα συνθετικά ποιήματα: Ι. Οι Δήμιοι· ΙΙ. Οι Ολιγαρχίες· ΙΙΙ. Οι Νεκροί της Πλατείας· IV. Χρονικό του 1948 (Αμερική)· V. Γονσάλες Βιδέλα, Ο προδότης της Χιλής (Επίλογος) 1949]

Και εμφανίζονται και παρελαύνουνε οι Ρόσας, Φράνσιας, Γαρσίας Μορένος[6] κ.λπ. κι ακόμα θεσμοί, κάστες, ομάδες. Και στους Ουράνιους ποιητές [από την ενότητα ΙΙ. Οι Ολιγαρχίες] ρωτάει τους ομοτέχνους του:

Κι εσείς τι κάνατε ζιντίστες,[7]
διανοουμενίστες και ριλκίστες,[7]
μυστικιστές και τζάμπα μάγοι
υπαρξιστές και παπαρούνες
σουρεαλιστικές, που ανθείτε
σε μνήμα, εξευρωπαϊσμένα
τουμπανιασμένα πτώματα της μόδας,
κι εσείς ωχρές σκουληκαντέρες
μες στο καπιταλιστικό τυράκι…

Και όταν φτάνει στις βορειοαμερικανικές εταιρείες, η ρωμαλέα του φωνή αποπνέει συμπόνια για τα θύματα και αηδία και μίσος για τα χταπόδια[8], για όσα και όσους κατακρεουργούνε και απομυζούνε τη δική μας Αμερική.

[Η United Fruit Co.]

Όταν η σάλπιγγα ήχησε, τα πάντα
ήταν πάνω στη γη ετοιμασμένα,
κι ο Γιεχωβάς εμοίρασε τον κόσμο
στη Coca-Cola Inc., στην Anaconda,
και στη Ford Motors, κι άλλους οίκους:
η Κομπανία Φρουτέρα Inc.
κράτησε το πιο ζουμερό κομμάτι,
την κεντρική ακτογραμμή της γης μου
τη γλυκιά μέση της Αμερικής μας.

Και στον Γονσάλες Βιδέλα[9] [V. Γονσάλες Βιδέλα, ο προδότης της Χιλής, (Επίλογος) 1949], τον πρόεδρο που τον έστειλε στην εξορία, θα φωνάξει:

Παλιάτσε θλιβερέ, μπαστάρδι
ελεεινό πιθήκου κι αρουραίου, που την ουρά σου
στη Wall Street αλείφουν με χρυσόσκονη.

Αλλά δεν είναι τα πάντα πεθαμένα, κι απ’ τη ελπίδα βλασταίνει η κραυγή του:

Αμερική δεν επικαλούμαι επί ματαίω τ’ όνομά σου

[Ο τίτλος του Canto VI. Ι – XVIII]

Κι αμέσως μετά επικεντρώνεται στην ιδιαίτερη πατρίδα του αφιερώνοντάς της το Γενικό Τραγούδι της Χιλής [Canto VII. (πρόλογος) Αιωνιότητα και  Ι–XVII], όπου αφού την περιγράψει και την τραγουδήσει, της χαρίζει τη Χειμωνιάτικη ωδή στον ποταμό Μαπότσο[10]

[Ποίημα XVII]

Ω, ναι, λοιπόν, εσύ χιόνι μουντό και αβέβαιο,
ω, ναι, βλέφαρο του βοριά αλύγιστο, που ανθίζει
μέσα στο χιόνι, μικρή αχτίδα παγωμένη,
ποιος, ποιος σε κάλεσε στης στάχτης την κοιλάδα,
ποιος, ποιος σε έσυρε από τις αετοφωλιές
ώσπου τα κρυσταλλένια σου νερά ν’ αγγίξουνε
τα τρομερά κουρέλια της πατρίδας μου;

Και τότε εμφανίζεται η γη, Η γη που τη λένε Χουάν[11] [Canto VIII. (Ι – XVII)], και ανάμεσα στο άγαρμπο των εργατών τραγούδι ακούγεται εκείνο της εργάτριας Μαργαρίτας Ναράνχο[11] [με τη επεξήγηση: Νιτρωρυχείο «Μαρία-Ελένα» Αντοφαγάστα, 1948. Ποίημα VIIΙ] που σου σπαράζει την καρδιά με το αβάσταχτο πάθος του:

Κείτομαι νεκρή. Είμαι απ’ τη Μαρία-Ελένα[11]

Κι έπειτα [ο ποιητής] στρέφεται γεμάτος θυμό στους κύριους ένοχους και στα μονοπώλια και αφιερώνει σ’ έναν στρατιώτη Γιάνκη το ποίημά του Ας ξυπνήσει ο ξυλοκόπος [(1948) Canto IΧ. I–VI]:

Στα δυτικά του Κολοράδο ποταμού
υπάρχει ένα μέρος που αγαπάω.

[Οι δυο πρώτοι στίχοι]

Και τον προειδοποιεί [Μέρος IV]:

                        Ανελέητος θα ’ναι ο κόσμος για σας.
Κι όχι μονάχα τα νησιά που ερημώσατε, μα κι ο αγέρας
που ξέρει κι όλας τα λόγια που του είναι αγαπημένα.

[…]
Και από το πειραματικό εργαστήριο το πνιγμένο
στ’ αναρριχητικά κι η πιο μικρή ζωή θα ξεχυθεί
πάνω στις αλαζονικές σας πολιτείες ασυγκράτητη.

Ο Γονσάλες Βιδέλα αρχίζει να τον καταδιώκει αμείλικτα και τότε ο ποιητής θα γίνει Ο Φυγάς [Canto X. IXIII]· από ’δω και πέρα το άσμα του πέφτει κάπως, ο ευρηματικός αυτοσχεδιασμός του μοιάζει να αποδυναμώνεται και τότε χάνει το μεγαλείο της ποιητικής του μεταφοράς και τον ντελικάτο ρυθμό των εννοιών του. Κι ύστερα ακολουθούν Τα άνθη του Πουνιτάκι[12] [Canto XI. IXV].

Στην Πρωτοχρονιάτικη χορωδία για τη σκοτεινιασμένη μου πατρίδα [Canto XIII. IXVΙΙ], αντιπαρατίθεται στην κυβέρνηση της Χιλής και μετά αναπολεί τον Μεγάλο Ωκεανό [Canto XIV. IXXIV] με το Ράπα Νούι[13] [Νησί του Πάσχα, ποίημα V]:

Τεπίτο-Τε-Χενούα, ομφαλέ της απέραντης θάλασσας
θαλασσινό εργαστήρι, εξαφανισμένο διάδημα.

Και ολοκληρώνει το βιβλίο του με το Εγώ είμαι [Canto XV. I–XXVIII], όπου αφήνει τη Διαθήκη του [Διαθήκη (I) και Διαθήκη (IΙ)], λίγο μετά τον προσωπικό του απολογισμό:

[Διαθήκη (I)]

Στα συνδικάτα του χαλκού,
του κάρβουνου, του νίτρου το σπίτι μου αφήνω
στην Ίσλα Νέγρα, πλάι στη θάλασσα.
Και θέλω εκεί να ξεκουράζονται τα κακοπαθημένα
τα τέκνα της πατρίδας μου,
που την κουρσέψανε τσεκούρια και προδότες,
που την επνίξανε μέσα στο αγιασμένο αίμα της,
που την πετάξανε κουρελιασμένη στα ηφαίστεια.

 

[Διαθήκη (IΙ)]

Αφήνω τα παλιά βιβλία μου, τα συναγμένα
από τα πέρατα της γης, τα λατρεμένα
για τη μαγευτική τυπογραφία τους,
στης Αμερικής μας στους νέους ποιητές
                                                                σ’ εκείνους που μια μέρα
με το βραχνό στημόνι του αργαλειού, που βίαια το σταμάτησαν,
τα αυριανά θα γράψουνε νοήματα.

Για να φωνάξει τελικά Εδώ τελειώνω [με χρονολογία (1949), ποίημα XXVIII]:

Κι απ’ την αρχή θα γεννηθεί αυτός ο λόγος,
ίσως σε αλλοτινούς καιρούς χωρίς οδύνη,
χωρίς τα σάπια μούσκλια κολλημένα
σαν μαύρες παραφυάδες στο τραγούδι μου,
και θ’ ανεβεί ξανά στις κορυφές αστραποβόλα
από φωτιά κι αστέρια η καρδιά μου.
Έτσι τελειώνει ετούτο το βιβλίο, και καταθέτω
εδώ το Γενικό Τραγούδι μου, που το ’γραψα
κυνηγημένος, μα τραγουδώντας πάντα κάτω
απ’ τις παράνομες φτερούγες της πατρίδας μου.
Σήμερα, 5 του Φλεβάρη, εν έτει
1949, στη Χιλή, στο Γοδομάρ
δε Τσένα και λίγους μήνες πριν καλά καλά
να κλείσω τα σαράντα πέντε χρόνια μου.

Και μ’ αυτό το φινάλε αλά Φρανσουά Βιγιόν[14] τελειώνει το μεγαλύτερο βιβλίο της ποιητικής Αμερικής. Το έπος της εποχής μας που αγγίζει με τα παράξενα φτερά του κάθε καλό και άσχημο της μεγάλης μας πατρίδας.

Δεν υπάρχει χώρος για τίποτε άλλο εκτός απ’ τον αγώνα· όπως στο έπος της Αραουκάνα, του λαμπρού Ισπανού προγόνου του, εδώ τα πάντα είναι μια μάχη αδιάκοπη και το χάδι του είναι το αδέξιο χάδι του στρατιώτη, που όμως καθόλου δεν του λείπει η τρυφεράδα και κουβαλάει επάνω του τη δύναμη της γης.

 

Μετάφραση: Μπάμπης Ζαφειράτος, Ιούνιος 2019

 

Από Κατιούσα Κάντο Χενεράλ και:

Πάμπλο Νερούδα: Η γη μοιράζεται με το ντουφέκι – 5 ποιήματα από το Canto General

 

Σημειώσεις [1–14] και [α–δ]

 

Ο Ομφαλός της Γης (Te Pito o Te Henua) στο Ράπα Νούι (Νησί του Πάσχα). Φωτό Μπάμπης Ζαφειράτος (26.8.2019).

 

[1] Κορτές (Ερνάν Κορτές —Hernán Cortés, 1485- 1547). Ο κατακτητής της Κούβας αρχικά (1511) και της αυτοκρατορίας των Αζτέκων στη συνέχεια (1519-1521).

Αλβαράδο (Pedro de Alvarado, 1485-1541). Υπολοχαγός του Κορτές κατά την κατάκτηση της Κούβας και του Μεξικού, κατασφάζοντας τους Αζτέκους (Σφαγή του Τόξκατλ) στη συνέχεια πήρε… προαγωγή, περνώντας δια πυρός και σιδήρου τους λαούς της Γουατεμάλας, του Ελ Σαλβαδόρ, της Ονδούρας. Τραυματίστηκε και πέθανε στη μάχη. Αποκεφαλίστηκε. 

Μπαλμπόα (Vasco Núñez de Balboa, 1475-1519). Εξερευνητής και κατακτητής που ανακάλυψε το 1513 τη Νότια Θάλασσα, την οποία το 1520 ο Μαγγελάνος την είπε Ειρηνικό Ωκεανό. Αποκεφαλίστηκε  από τον πολιτικό του αντίπαλο Πέδρο Άριας Δάβιλα.

Χιμένες δε Κεσάδα (Gonzalo Jiménez de Quesada, 1509-1579). Ισπανός κατακτητής και χρονικογράφος, που ανακάλυψε το βασίλειο της Νέας Γρανάδας (Κολομβία) και ιδρυτής της Μπογοτά (1538), αφού πέρασε από μαχαίρι τους αυτόχθονες κατακαίοντας τους ναούς τους. Πέθανε από λέπρα.

Πισάρρο (Francisco Pizarro González, 1475-1541). Αφάνισε του Ίνκας και κατάκτησε το Περού. Δεν τα βρήκε στη σκατομοιρασιά του θησαυρού των Ίνκας με τον συμπατριώτη του Διέγο δε Αλμάγρο (1475-1538), ο οποίος ανακάλυψε –διαβάζεται: κατάκτησε– τη Χιλή, και σκοτώθηκε κατά τις μεταξύ τους συγκρούσεις. 

Βαλντίβια (Pedro de Valdivia, 1500-1553). Ιδρυτής του Σαντιάγο κατά την κατάκτηση της Χιλής, βρήκε το μάστορή του από τον γενναίο Λαουτάρο (βλ. [4]). 

 

[2] Αλόνσο δε Ερσίγια, 16ος αι. Περιγράφει στο έπος του την εκστρατεία του Φίλιππου του Β΄ της Ισπανίας. Αραουκανία: Κεντρική περιοχή της Χιλής, μία από τις 16 περιοχές της χώρας, όπου κατοικούσε η φυλή Μαπούτσε, τους οποίους οι Ισπανοί κατακτητές ονόμασαν Αραουκάνους και δεν κατάφεραν να τους υποτάξουν, όπως δεν κατάφεραν νωρίτερα να τους υποτάξουν και οι Ίνκας. Από  τους Μαπούτσε έλκει την καταγωγή του και ο Νερούδα.

 

[3] Πρέστες (Luis Carlos Πρέστες. Πόρτο Αλέγρε, 3 Ιαν. 1898 – Ρίο ντε Τζανέιρο, 7 Μαρ. 1990) Στρατιωτικός και πολιτικός, Γενικός Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Βραζιλίας (PCB). Παντρεύτηκε την Όλγα Μπενάριο (βλ. από Μποτίλια Στον Άνεμο) που σκοτώθηκε από τους Ναζί σε θάλαμο αερίων, μετά την απέλασή της από τον τότε Πρόεδρο Χετούλιο Βάργας.

 

[4] Λαουτάρο: Lautaro (1534 περίπου – 30 Απριλίου 1557 ) Σπουδαίος στρατιωτικός ηγέτης των Μαπούτσε, που αντιστάθηκαν στην κατάκτηση της νότιας Χιλής από τους Ισπανούς, κατά τον πόλεμο του Αραούκο (16ος αιώνας). Οι πολεμικές τακτικές του αποτελούν θέμα μελέτης ακόμα και σήμερα στις διάφορες ακαδημίες πολέμου. 

Καουπολικάν (Caupolicán). Λόγω της μεγάλης φυσικής του δύναμης και της γενναιότητά του, εκλέχτηκε αρχηγός του στρατού των Μαπούτσε. Μαζί με τον Λαουτάρο ήταν ένας από τους ηγέτες των Αραουκάνων εναντίον των Ισπανών. Αν και δεν είχε τη στρατιωτική ιδιοφυΐα του Λαουτάρο, τα κατορθώματα και των δύο θα τραγουδηθούν από τον Ερσίγια στο έπος της Αραουκάνας. Τον παλούκωσαν οι Ισπανοί το 1558, εκδικούμενοι το θάνατο του Πέδρο δε Βαλντίβια το 1553.

 

[5] Γι’ αυτήν τη μυστηριώδη συνάντηση βλέπε Κατιούσα το ποίημα του Κάντο Χενεράλ από τους Ελευθερωτές, Γουαγιακίλ (1882):

Πάμπλο Νερούδα – Εδουάρδο Γκαλεάνο: Γουαγιακίλ, 26 Ιουλίου 1822 – Los Libertadores

 

[6] Χουάν Μανουέλ δε Ρόσας (1793-1877). Δικτάτορας της Αργεντινής από το 1829 μέχρι το 1852, με μια διακοπή τριών χρόνων.

Χοσέ Γασπάρ Ροδρίγες δε Φράνσια ή Δόκτορ Φράνσια (1766-1840). Ισόβιος δικτάτορας της Παραγουάης από το 1814-1840.

Γαβριέλ Γαρσία Μορένο (1821-Δολοφονήθηκε το 1875. Μαύρος δικτάτορας του Εκουαδόρ (1861-1865 και 1869-1875), ο πατέρας του «δημοκρατικού Μαύρου Συντάγματος» του 1869,  που παρουσιάζεται με φιλελεύθερο εκσυγχρονιστικό προσωπείο.

 

[7] ζιντίστες – ριλκίστες (gidistasrilkistas): Της σχολής του Αντρέ Ζιντ (André Gide: 22 Νοε. 1869 – 19 Φεβ. 1951) και του Ράινερ Μαρία Ρίλκε (Rainer Maria Rilke: 4 Δεκ. 1875 – 29 Δεκ. 1926).

 

[8] Για τα χταπόδια και κυρίως για το μεγάλο χταπόδι των ΗΠΑ, βλέπε από Κατιούσα:

Πάμπλο Νερούδα: Η Ανατίναξη του La Coubre στο λιμάνι της Αβάνας

 

[9] Βιδέλα (González Videla, 1898-1980). «Δημοκράτης» Πρόεδρος της Χιλής 1946-1952), απηνής διώκτης του Νερούδα. Το 1971 προσχώρησε στη Λαϊκή Ενότητα του Αγιέντε και το 1973 εντάχθηκε στην κυβέρνηση Πινοτσέτ(!), μέλος του Συμβουλίου της Επικρατείας, που συνέταξε το Σύνταγμα του 1980, το οποίο ισχύει μέχει σήμερα(!!)

 

[10] Μαπότσο: Ποτάμι της Χιλής που πηγάζει από τις Άνδεις και εκβάλλει στον Ειρηνικό κόβοντας το Σαντιάγο στα δύο. Αποτελεί το φυσικό τείχος κοινωνικού διαχωρισμού ανάμεσα στις φτωχογειτονιές και στο Σανχάταν (Σαντιάγο-Μανχάταν) με τους ουρανοξύστες.

 

[11] Το Canto VIII. Η γη που τη λένε Χουάν: Πρόκειται για ένα Κάντο γεμάτο μαρτυρίες απλών ανθρώπων: Χεσούς Γουτιέρες, αγρονόμος· Ολεγάριο Σεπούλβεδα, τσαγκάρης· Αντονίνο Βερνάλες, ψαράς· Αρτούρο Καριόν, ναυτικός· Μαργαρίτα Ναράνχο

Κείτομαι πεθαμένη. Είμαι απ’ τη Μαρία Έλενα.
Όλη μου τη ζωή την έζησα στην πάμπα.
Το αίμα μας δώσαμε γι’ αυτή την Εταιρεία
των Γιάνκηδων, οι πατεράδες μας πιο πριν κι οι αδερφοί μας.
Δεν είχαμε απεργία και δίχως λόγο μας κυκλώσανε.
Ήτανε νύχτα, κι ήρθε ολόκληρος στρατός,
πιάσανε πόρτα πόρτα και ξυπνάγανε τον κόσμο
να τόνε πάνε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Η Μαργαρίτα Naranjo, μάχιμη κομμουνίστρια πέθανε το 1947, στα 26 της χρόνια, κάνοντας απεργία πείνας, για την απελευθέρωση του άντρα της Κάρλος (στο ποίημα λέγεται Αντόνιο) που συλλαμβάνεται και εξαφανίζεται από την αστυνομία του Βιδέλα, μαζί με πολλούς ακόμα εργαζόμενους στα νιτρωρυχεία, ως εχθρός της δημοκρατίας λόγω της συνδικαλιστικής του δράσης.

Το ποίημα, πέρα από μια απλή ιστορία αγάπης καταγράφει και καταγγέλλει ταυτόχρονα την πολιτική-στρατιωτική εξουσία της Χιλής, την άρρηκτα δεμένη με τα συμφέροντα των αμερικανικών μονοπωλίων.

Και το όνομα Χουάν (ένα κοινό όνομα, όπως το Γιάννης) είναι το όνομα του λαού, το σύμβολο του απλού ανθρώπου, του ταπεινωμένου εργάτη, του πραγματικού ιδιοκτήτη της γης.

Πίσω απ’ τους Ελευθερωτές βρισκότανε ο Χουάν
δουλεύοντας, ψαρεύοντας, παλεύοντας
στο μαραγκούδικο, στο υγρό ανήλιαγο ορυχείο.
Τα χέρια του οργώσανε τη γης κι έχουν μετρήσει
χίλιους δρόμους.
                           Κι είναι παντού τα κόκαλά του σκόρπια.
Ωστόσο ζει. Βγήκε ξανά απ’ τη γη. Αναγεννιέται.
Σαν ένα αιώνιο φυτό έβγαλε ρίζες βλάστησε.

[Η γη που τη λένε Χουάν (οι πρώτοι στίχοι)]

Και στο προτελευταίο ποίημα του 15ου Κάντο, Η Τραγωδία στο Σεουέλ, όπου στις 19 Ιουνίου του 1945 στα ορυχεία της Braden Copper Company, βρήκαν το θάνατο 355 εργαζόμενοι —το μεγαλύτερο ατύχημα μεταλλείου στον κόσμο— από εκπομπές μονοξειδίου του άνθρακα, θα γράψει:

Εμείς δεν προσευχόμαστε.
Ο Στάλιν είπε: «Ο πολύτιμος θησαυρός μας
είναι ο άνθρωπος».
τα θεμέλια, ο λαός.
Ο Στάλιν υψώνει, ταχτοποιεί, χτίζει, οχυρώνει,
συντηρεί, επιτηρεί, προστατεύει, τροφοδοτεί,
κι ακόμα ακόμα τιμωρεί.

Κι αυτό είναι που ήθελα σύντροφοι να σας πω:
Η τιμωρία χρειάζεται.
Δεν μπορεί να συμβαίνει τούτη η ανθρώπινη κατάρρευση
αυτή η αιμορραγία της αγαπημένης μας πατρίδας
αυτό το αίμα που κυλάει απ’ του λαού μας την καρδιά
κάθε λεπτό, ετούτο το θανατικό
κάθε στιγμή.
Το όνομά μου είναι το δικό τους, αυτών που πέθαναν.
Είμαι κι εγώ ο Ραμίρες, ο Μουνιός, ο Πέρες, ο Φετνάντες.
Με λένε Άλβαρες και Νούνιες και Ταπία και Λόπες και Κοντρέρας.
Και είμαι συγγενής εκείνων που πεθαίνουνε, είμαι λαός,
και για όλο ετούτο το αίμα που χύνεται πενθώ.
Συμπατριώτες, πεθαμένα μου αδέρφια του Σεουέλ, πεθαμένοι
της Χιλής, εργάτες, αδέρφια, σύντροφοί μου,
σήμερα που στέκεστε βουβοί, θα μιλήσουμε εμείς.
Και το μαρτύριό σας θα μας βοηθήσει
να χτίσουμε μία πατρίδα άτεγκτη
που ξέρει πώς να ανθίζει και πώς να τιμωρεί.

 

[12] Πουνιτάκι: Πόλη και κοινότητα στα βόρεια της Χιλής, περίπου 370 χιλιόμετρα βόρεια του Σαντιάγο, με μεταλλεία χρυσού.

 

[13] Te Pito o Te Henua: Ένας τεράστιος στρογγυλός βράχος στο Ράπα Νούι (Νησί του Πάσχα) που αντιπροσωπεύει τον «ομφαλό της γης». Pito: μήτρα, κέντρο, ομφαλός· henua: γη και σύμπαν.

 

[14] Φρανσουά Βιγιόν: Γάλλος ποιητής (1431-1463). Ένας σύγχρονός μας…  μεσαιωνικός ποιητής. Από τις μεγάλες αγάπες του Νερούδα, αλλά και του Τσε.

 

Μπ. Ζαφειράτος, Οκτ. 2020

 

***

 

[α] Το Επικό Τραγούδι και η Ιστορία του από Μποτίλια Στον Άνεμο

*

[β] Η ιδιόχειρη ανθολογία του Τσε με τα 69 ποιήματα και Θλίψη για το θάνατο ενός ήρωα

Hasta la poesía de la revolución − Ο Τσε και η ποίηση

*

[γ] Ημερολόγιο Βολιβίας από Μποτίλια Στον Άνεμο

*

[δ] Ένα τραγούδι για τον Μπολιβάρ

Πάμπλο Νερούδα: Ύμνος Στον Μπολιβάρ

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: