Η επίδραση των σοσιαλιστικών ιδεών και του εργατικού κινήματος στο έργο του Παλαμά

Παρ’ όλες τις φανερές επιδράσεις των σοσιαλιστικών ιδεών στο έργο του, παρ’ όλο το φιλεργατισμό και τους οραματισμούς του για τη μελλοντική εξέλιξη της κοινωνίας, ο Παλαμάς δεν υπήρξε σοσιαλιστής. Η αγάπη που εκδηλώνει για την εργατιά, τα υλιστικά και διαλεχτικά στοιχεία της σκέψης του, δεν σημαίνουν και σοσιαλιστική ιδεολογία

Η επίδραση των σοσιαλιστικών ιδεών και του εργατικού κινήματος στο έργο του Παλαμά

Ο Παλαμάς, σαν προοδευτικός πνευματικός άνθρωπος, αισθάνεται βαθιά τα προβλήματα του τόπου κι αναζητεί τρόπους και δρόμους που οδηγούν στη λύση τους. Έτσι γίνεται ο πιο ευαίσθητος δέχτης στα μηνύματα των καιρών. Και κάτω από την επίδραση των καινούργιων ιδεών – των σοσιαλιστικών – όπως αυτές μεταφέρονται στην Ελλάδα από την Ευρώπη της 2ης Διεθνούς, ο Παλαμάς οραματίζεται μιαν άλλη συγκρότηση της κοινωνίας. Στο έργο του αυτής της περιόδου είναι ολοφάνερη η επίδραση σοσιαλιστικής ιδεολογίας, όπως ήτανε τότε στην Ελλάδα. Πρόκειται για μια σοσιαλιστική ιδεολογία ακαταστάλαχτη και αδιαμόρφωτη, ανακατεμένη με αστικό φιλελευθερισμό, φιλεργατισμό και πασιφισμό. Το βιβλίο του Γιάννη Σκληρού «Το κοινωνικό μας ζήτημα», που κυκλοφόρησε το 1907, προκαλεί αίσθηση στους πνευματικούς κύκλους της χώρας κι από τις στήλες του περιοδικού «Νουμάς» αρχίζει πλατιά συζήτηση για το σοσιαλισμό. Όλα αυτά βρίσκουν βαθιά απήχηση στον Παλαμά, που εκφράζει τη διαμαρτυρία του για την άθλια ζωή των εργαζομένων:

«Στην εργατιά, στη χωριατιά το χιόνι, η γρίπη, η πείνα, οι λύκοι,
ποτάμια, πέλαγα, στεριές, ξολοθρεμός και φρίκη.
Χειμώνας άγριος. Κ’ η φωτιά καλοκαιριά στην κάμαρά μου.
Ντρέπομαι για τη ζέστα μου και για την ανθρωπιά μου».

Η επίδραση των σοσιαλιστικών ιδεών και του εργατικού κινήματος στο έργο του Παλαμά φαίνεται πιο πολύ στο «Δωδεκάλογο του Γύφτου». Εδώ είναι έκδηλα τα υλιστικά και διαλεχτικά στοιχεία της σκέψης του. Αυτά, μαζί με την αγάπη του για το λαό και την εμπιστοσύνη στις δημιουργικές δυνάμεις του, τον κάνουν να διαισθάνεται και να υμνεί το ευτυχισμένο αύριο, που θάρθει αναπότρεπτα. Ο Παλαμάς βλέπει τη δισταχτικότητα και την αδυναμία της τάξης του να αναγεννήσει την Ελλάδα και γι’ αυτό την αναγέννηση αυτή την περιμένει από την καινούργια τάξη – την εργατική — που ανεβαίνει στο προσκήνιο της Ιστορίας. Είναι η «ψυχή της Πολιτείας», που θα φύγει από το σάπιο κι ανήμπορο κορμί της άρχουσας τάξης και θα πάει στή «γέννα» του «Λυτρωτή».

«…Κι η ψυχή σου, ω Πολιτεία,
κολασμένη από την αμαρτία,
νεκρή αφήνοντας εσένα
θα πλανιέται κυνηγώντας άλλη γέννα…
Και θα φύγεις απ’ το σάπιο το κορμί,
ω ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα..
Και θ’ ακούσεις τη φωνή τού Λυτρωτή,
θα γδυθείς της αμαρτίας το ντύμα,
και ξανά κυβερνημένη κι αλαφρή
θα σαλέψεις σαν τη χλόη, σαν το πουλί
σαν τον κόρφο το γυναικείο, σαν το κύμα
και μη έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά
στου Κακού τη σκάλα –
για τ’ ανέβασμα ξανά που σε καλεί
θα αισθανθείς να σου φυτρώνουν, ω χαρά,
τα φτερά, τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!»

(«Δωδεκάλογος», Λόγος Όγδοος: Προφητικός).

Αυτόν τον οραματισμό για το μέλλον της πατρίδας θα τον απλώσει ως την απελευθέρωση όλης της ανθρωπότητας από τα δεινά της εκμεταλλευτικής κοινωνίας. Ο Μαμωνάς -κεφαλαιοκράτης, θα συντριβεί από το Φτωχολέοντα – προλετάριο.

«…Φτωχολογιά σακάτισσα, φτωχολογιά καημένη
σα φρύγανο στην αμμουδιά, σαν καλαμιά στον κάμπο!
Άστραψε φως και γνώρισες τον εαυτό σου.
Βάστα, ρίξου, αργατιά δρακόντισσα, χτύπα, αργατιά εκδικήτρα!
……………………………………………………………………………………………..
Ανάστα! Και φεγγοβόλος και μεταμορφωμένος
ανέστη από το μνήμα του το πραπεταμένο
ο ταπεινός, ο κουρελής, ο καταφρονεμένος,
ο αγνώριστος, ο απάντεχος, ο αγέλαστος κι ο ξένος,
μισόκοπος, σημαδιακός, άσκημος, ο άντρας, ο άντρας!
Της αργατιάς ο βασιλιάς, της φτώχειας ο πατέρας,
του κόσμου αφέντης. Έρχεται των πάντων ο ντραγάτης.
Και Φτωχολέοντας κράζεται και λιόντας είναι. Φτάνει
ο κληρονόμος έρχεται, στάμνα βαστά και σπάθα.
Από τα δάκρυα του φτωχού μεστή βαριά ειν’ η στάμνα.
……………………………………………………………………………………………
Δράκοντα, αλλιά σου. Μαμωνά! Στην οικουμένη ειρήνη
αδελφοσύνη στους λαούς, χαρά και καλή γνώμη στη γη!
Τρισεύγενη η δουλιά, μια Πολιτεία ο κόσμος»!

(«Η Φλογέρα του βασιλιά» – Λόγος εντέκατος).

Δεν θάπρεπε να περάσει αμνημόνευτη μια άλλη ποιητική πράξη του Παλαμά. Το 1913, το Εργατικό Κέντρο της Αθήνας του ζήτησε να γράψει τον ύμνο της εργατιάς. Κι ο Παλαμάς έγραψε τότε το «Τραγούδι του Εργάτη», που το μελοποίησε ο Μανώλης Καλομοίρης. Μέσα στα τρία τετράστιχα του τραγουδιού, ο Παλαμάς εκφράζει την αγάπη του στους εργάτες, τους δημιουργούς όλων των ανθρώπινων αγαθών, καταδικάζει την άγρια εκμετάλλευση του μόχθου τους και τους καλεί να ενωθούν, και να παλαίψουν για να επιβάλουν το δίκιο τους.

Προοδευτικός αστός δημοκράτης

Ωστόσο, παρ’ όλες τις φανερές επιδράσεις των σοσιαλιστικών ιδεών στο έργο του. Παρ’ όλο το φιλεργατισμό και τους οραματισμούς του για τη μελλοντική εξέλιξη της κοινωνίας, ο Παλαμάς δεν υπήρξε σοσιαλιστής. Η αγάπη που εκδηλώνει για την εργατιά, τα υλιστικά και διαλεχτικά στοιχεία της σκέψης του, δεν σημαίνουν και σοσιαλιστική ιδεολογία. Ο Παλαμάς, δημιούργημα της κοινωνίας της εποχής του, ανήκει στην κατηγορία των μεγάλων ηγετών που ανάδειξε η αστική τάξη σ’ όλες τις χώρες, στις ανοδικές στιγμές της ιστορίας της. Άλλωστε ο ίδιος ο ποιητής έχει προσδιορίσει επιγραμματικά την κοινωνική του τοποθέτηση:

«Πολεμιστής, ταξιδευτής, προσκυνητής δικός σου
της σκέψης γαριβαλδινός, του στίχου επαναστάτης».

(«Ηρωική Τριλογία» – Γαριβάλδης)

Δηλαδή, προοδευτικός άστός δημοκράτης. Αυτή η αμετάθετη ταξική του τοποθέτηση καθορίζει και την αντιφατικότητα που παρουσιάζει το έργο του γενικά. Αυτή θα τον οδηγήσει από ειρηνόφιλος – διεθνιστής να εκδηλώνεται και σαν μεγαλοϊδεάτης — σωβινιστής. Στή «Φλογέρα του βασιλιά» λογουχάρη, αναδείχνει σε «ψυχή του Γένους» το βυζαντινό αυτοκράτορα Βασίλειο κι επιχειρεί την «αποκατάσταση» του μεγαλείου της πεθαμένης αυτοκρατορίας.

Ακόμα αυτή η ταξική του τοποθέτηση τον εμποδίζει να συλλάβει το νόημα των νέων καιρών, να κατανοήσει σωστά τη σημασία των γεγονότων της έποχής του. Έτσι στα 1918, ύστερα, από τη Σοσιαλιστική Επανάσταση του Οχτώβρη γράφει:

«Πάνε, σπάν’ οι αλυσίδες,
μα όπου σπάνε — άλλες, να!
πάντα σκλάβοι, σκοινιά,
και παντού σταυρωτήδες»

(«Τα Παράκαιρα» – 1919)

Ο Παλαμάς, εκφραστής των προοδευτικών στοιχείων της αστικής τάξης της χώρας μας, διέτρεξε μαζί της, στο διάστημα της ζωής του, όλη την πορεία της. Αργότερα δεν βρήκε μέσα του τη δύναμη νάρθει σε διάσταση με τον ξεπεσμό της τάξης του, να σπάσει τα ταξικά του δεσμά, όπως τόκαναν ο Δημήτρης Γληνός, ο Κώστας Βάρναλης, ο Νίκος Καρβούνης, ο Μάρκος Αυγέρης και άλλοι και να εκφράσει ως το τέλος και με συνέπεια το νόημα των νέων καιρών. Κι ήρθε η στιγμή που ανέχτηκε την παρακμή της τάξης του, την απάρνηση του επαναστατικού παρελθόντος της. Στους «Στοχασμούς» του (1930 — 1934) γράφει:

«Νομίζω, πως όσοι κρίνουν τους στίχους μου (Λ.χ. Δωδεκάλογο), ανακατεύουν στην κριτική τους ηθικολογικές ιδέες (πατριωτισμός, σοσιαλισμός), που δεν έχουν σχέση με την ποίηση, με την τέχνη, παρά όσην η γεωμετρία…»

Έτσι ο Παλαμάς, που είχε αυτοστρατευθεί στο ξεκίνημά του σε ιδανικά, αναγνωρίζει εδώ την «ανεξάρτητη» ύπαρξη της τέχνης. Κάτι περισσότερο. Αυτός ο πρωτομάχος του Δημοτικισμού, που έχωνε το νυστέρι του βαθιά στο φεουδαρχικό σκοταδισμό και την κοινωνική πισωδρόμηση, που θεωρούσε «έπαινο» και «δόξα» και «τιμή» και «αρετή» του να τον λένε «μαλλιαρό», δηλαδή φανατικό δημοτικιστή, πενήντα χρόνια αργότερα θα γράψει:

«Δεν είμαι καθαρευουσιάνος, ούτε δημοτικιστής. Αυτά τα λένε οι άνθρωποι των κομμάτων. Ποτέ δε τους έμοιασα, ούτε τους γνώρισα. Στους επαναστατικούς καιρούς αναγκάζεται κανείς να βάλει κάποια σημαία, κάποια ετικέτα για κάποια ιδέα που πρέπει να ζήσει, που αδικείται και συκοφαντείται, έχει το προσόν της αλήθειας της και πρέπει να ανασυρθεί και να κυριαρχήσει στους ηλίθιους. Ύστερα έρχονται οι καιροί της γαλήνης… Και η καθαρεύουσα και η δημοτική δεν μπορούν να ζήσουν χωριστά. Ζουν και οι δυό. Κ’ έχει κάθε μια την ώρα της και τη θέση της…».

(«Στοχασμοί», 1930 -1934).

Κι ο ποιητής που υμνούσε την εργατιά και την καλούσε να συντρίψει την αδικία και την εκμετάλλευση, την αντικρύζει εχθρικά και τραβάει το σήμα του κινδύνου για την τάξη του:

«Βοσκοί, στη μάντρα της Πολιτείας οι λύκοι! Οι λύκοι!
Στα όπλα, Ακρίτες! Μακριά και οι φαύλοι και οι περιττοί,
καλαμαράδες και δημοκόποι και μπολσεβίκοι!….»

(Περιοδικό «Μούσα», 1922)

Ο Παλαμάς, δεμένος με τα ταξικά του δεσμά, σέρνεται στην παρακμή της τάξης του. Κλείνεται στον εαυτό του και στην ατομική του ζωή. Γερνάει όχι μόνο σωματικά, αλλά και πνευματικά. Παύει να είναι ο πρωτοπόρος μαχητής, ο σημαιοφόρος προοδευτικών ιδανικών. Τη θέση του τη νοιώθει κι ο ίδιος και θα την εκφράσει με στίχους πικρούς, γεμάτους ειλικρίνεια:

«Ω! για ν’ αγκαλιάσω τα μαγέματα όλα,
όλα εκειά τα γλυκά, τα δολερά, τα θεία,
έρριξα κάτου το σπαθί
και την ελπίδα».

Πιο αποκαλυπτικός και πιο κοντά στην αλήθεια βρίσκεται μερικά χρόνια αργότερα, όταν στή συλλογή του «Ο Κύκλος των Τετράστιχων» (1922) θα πει:

«Εργάτη, είδα το δίκιο σου κι έλεα να ξεκινήσω
να σταθώ πλάι σου. Μια φωνή μου έκραζε πάντα, πίσω!
Να είταν το αίμα μέσα μου που ρέει του νοικοκύρη;
Να είταν η Μούσα ρηγικό που μου’ δωκε ψαλτήρι;»

Η πολύτιμη κληρονομιά

Αυτός είναι ό Παλαμάς στην εποχή της παρακμής του. Θα τον κατηγορήσουμε γι’ αυτό; Το έργο κάθε πνευματικού δημιουργού είναι πράξη. Και θα κρίνουμε αυτή την πράξη όπως είναι κι όχι όπως θα μπορούσε να είταν. Θα απορρίψουμε κάθε στοιχείο πισωδρομικό και συντηρητικό και θα κρατήσουμε το προοδευτικό, το χρήσιμο στον αγώνα για την εθνική και την κοινωνική αναδημιουργία.

Από την Παλαμική κληρονομιά, παρά τις αντιφάσεις και μέσα στα όρια που περιγράψαμε, ξεπηδάει λαγαρή και πεντακάθαρη η προοδευτική σκέψη του μεγάλου ποιητή, του πνευματικού ανακαινιστή και ηγέτη, η ατράνταχτη πίστη στις δημιουργικές δυνάμεις του λαού. Προβάλλει επιταχτικά το χρέος της πάλης για την κοινωνική πρόοδο και την απολύτρωση από τα δεσμά κάθε σκλαβιάς και εκμετάλλευσης.

Ο ίδιος ο ποιητής, στο βαθυστόχαστο τραγούδι του «Οι Πατέρες», που είναι σαν ένα είδος πνευματικής διαθήκης, προμαντεύει την ώρα που οι ηγετικές κορυφές της τάξης του θ’ απαρνηθούν το προοδευτικό παρελθόν τους και παραγγέλνει στις μελλούμενες γενιές να κάνουν το έργο του «ταμπούρι» και να παλαίψουν για την «καινούργια γέννα»:

«…Κι αν είναι
κι έρθουνε χρόνια δίσεχτα, πέσουν καιροί οργισμένοι
κι όσα πουλιά μισέψουνε σκιαγμένα, κι όσα δέντρα
για τίποτ’ άλλο δε φελάν παρά για μετερίζια
μη φοβηθείς το χαλασμό: Φωτιά, Τσεκούρι! Τράβα,
ζεσπέρμεψέ το, χέρσωσε το περιβόλι, κόφτο,
και χτίσε κάστρο απάνω του και ταμπουρώσου μέσα
για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούργια γέννα,
π’ όλο την περιμένουνε κι όλο κινάει για νάρθει
κι όλο συντρίμια χάνεται στο γύρισμα των κύκλων.
Φτάνει μια ιδέα να στο πει, μια ιδέα να στο προστάζει,
κορώνα ιδέα, ιδέα σπαθί, που θα είναι απάνου απ’ όλα!»

Ο Παλαμάς υπήρξε όχι μόνον ένας από τους κορυφαίους, από τους απαράμιλλους τεχνίτες του λόγου, ένας κλασικός της ελληνικής λογοτεχνίας, αλλά πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα, ένας πρωτοπόρος μαχητής, προοδευτικός πνευματικός ηγέτης, ανακαινιστής κι επαναστάτης, ένας πραγματικά εθνικός ποιητής. Είταν και θα παραμείνει για πάντα «ο ποιητής του καιρού του και του γένους του».

 

*Τάκη Αδάμου, Η λογοτεχνική κληρονομιά μας (από μια άλλη σκοπιά), βιβλίο Β΄, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1980

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: