Το διήγημα της Πέμπτης: «Σωπάτε ν’ ακούσουμε τι λέει ο Θεός» του Μενέλαου Λουντέμη

«Είναι θέλημα Θεού, ευλογημένοι Χριστιανοί και συντοπίτες μου, είναι θέλημα Κυρίου λέω – να λευτερωθούμε. Έχετε πίστη κι’ ακούτε τις εντολές του. Το κουμάντο του Αγώνα μας το πήρε στα χέρια του ο Κύριος». Να αυτός είναι παπάς! «Μα είσαι βέβαιος, πάτερ, ότι είναι ο Κύριος που χουγιάζει απ’ την κορφούλα;…

Το διήγημα της Πέμπτης: «Σωπάτε ν’ ακούσουμε τι λέει ο Θεός» του Μενέλαου Λουντέμη

Ο Μενέλαος Λουντέμης (φιλολογικό ψευδώνυμο του Δημήτρη Βαλασιάδη) γεννήθηκε στις 14 του Γενάρη 1912, και ήρθε με την εύπορη οικογένειά του στην Ελλάδα μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Η οικογένειά του πτώχευσε και ο ίδιος αναγκάστηκε από μικρή ηλικία να βγει στη βιοπάλη.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου εντάχθηκε στην Αντίσταση και μετά την απελευθέρωση υπήρξε γραμματέας της οργάνωσης διανοουμένων του ΕΑΜ και εξορίστηκε στη Μακρόνησο και τον Αη Στράτη.

Το 1956 δικάστηκε για το βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες» στο οποίο περιγράφει τα βάσανα των εξορίστων. Το 1958 κατέφυγε στη Ρουμανία απ’ όπου επέστρεψε μετά την πτώση της χούντας των συνταγματαρχών. Το 1968 του αφαιρέθηκε η ελληνική ιθαγένεια.

Τα βιβλία του σημείωσαν μεγάλη επιτυχία, διαβάστηκαν και διαβάζονται από όλες τις ηλικίες αναγνωστών. Η συλλογή διηγημάτων του «Τα πλοία δεν άραξαν» (1938) τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο πεζογραφίας. Από το πλούσιο έργο του ξεχωρίζουν τα μυθιστορήματα: «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα», «Οι κερασιές θ’ ανθίσουν και φέτος», «Οδός Αβύσσου αριθμός 0», «Το ρολόι του κόσμου χτυπά μεσάνυχτα» κ.ά. Έγραψε επίσης ποίηση, θέατρο, ταξιδιωτικά και πολιτικά κείμενα.

Το διήγημα της Πέμπτης: «Σωπάτε ν’ ακούσουμε τι λέει ο Θεός» του Μενέλαου Λουντέμη

Μενέλαος Λουντέμης (1912-1977)

Έφυγε από τη ζωή στις 22 του Γενάρη 1977.

Το διήγημα που θα διαβάσουμε σήμερα περιλαμβάνεται στον τόμο «Ελληνική Αντιστασιακή Λογοτεχνία (Το διήγημα)», τ. Β’, εκδόσεις Πάνος Σμυρνιώτης, χ.χ.

Σωπάτε ν’ ακούσουμε τι λέει ο Θεός
του Μενέλαου Λουντέμη

Βαρειά, μουσκεμένη νύχτα. Στο χωριό δεν έφεγγε ούτε λυχνάρι. Όλα τα χωριά εδώ πάνω στα ψηλώματα έτσι άφεγγα περνούσαν τα βράδυα, για να μη δόσουν αχνάρι στον οχτρό. Μ’ αυτή την τρομάρα ζούσαν οι φαμελιές. Με το σήμερα και με το αύριο. Σήμερα θάρτουν – αύριο θάρτουν. Τα παλληκάρια πέφταν στα γιατάκια ποδεμένα – ύπνο θα τον πω αυτόν; Κάθε φορά που θα βελάξει το βετούλι, κάθε φορά που θα κλωτσήσει η μούλα: απάνου! Κάθε σαματάς κι αλάφιασμα, κάθε βουή και καρδιοχτύπι.

Τα χωριά που πέφτανε κάτου στις δημοσιές τόχαν πάρει απόφαση. Τόριξαν στο τυχερό. Αν είναι να γίνει ας γίνει. Μα τα βουνοτόπια ήταν αγριεμένα. Τα τρόμαζαν ως κ’ οι αχοί της νύχτας.

Να γιατί μανταλωνόταν ο κόσμος. Να γιατί φράζανε τα παράθυρα και καπακώνανε τις λάμπες.

Στο άκρη – ακρινό σπίτι του χωριού, εκεί στα ριζά της ράχης η γυναίκα του Χρηστή – Μαρούδη, προεστού και πρωτάρη του χωριού, η Βαγγελιά, νιόπαντρη κοπέλα ακόμη, με χρονιάρικο παιδί στην κούνια ήταν βουτηγμένη απόψε στη φαρμακίλα. Ο Χρηστής αργοπόρησε λίγο παραπάνου. Μα αυτό δε θάβλαφτε, αν δεν κλωθογύριζε από νωρίς ένα κακό μαντάτο: πως τάχαμ’ πάει – τέλεψαν τα ψέματα – κι’ ο Γερμανός πήρε σβάρνα και πατούσε τα χωριά. Έλα και ημέρεψε καρδιά. Θα πεις ήταν Κυριακή, μα τι είχε να κάνει; Ο φονιάς στο φονικό δεν έχει σκόλη. Η Βαγγελιά για να καταλαγιάσει την τρομάρα της έκραξε δυό γειτόνους για παρηγοριά…

«Μη σκιάζεσαι, της λέγαν, Χρήσταινα. Το χιόνι έσβυσε τις στράτες, λυχνάρι δε φαίνεται».

«Καλά λέει Βαγγελιά, αποσώνει κι’ άλλος γείτονας, ετσιδά πούμαστε καπακωμένοι δε μας βρίσκουν ουδέ λύκοι».

Η Βαγγελιά το σεκλέτι της.

Μα μπόσικος ο φόβος της. Οι αρβύλες του Χρηστή έτριξαν στο χιόνι μουληχτά, το άλογο χλιμίντρισε.

Η Βαγγελιά χύμηξε στο κατώφλι, να τον προσδεχτεί.

«Στέγνωσ’ η ψυχή μου, νοικοκύρη μου».

Ο Χρηστής τη χτύπησε μαλακά στον πλούσιο ώμο της. Τίναξε την κάπα και την πέταξε στο γιούκο.

Χτύπησε χάμω στο κατώι μια – δυό – τρεις τις αρβύλες του και προχώρησε στο παραγώνι.

«Καλοβράδυ γειτόνοι».

Οι άλλοι του κάνανε τόπο κοντά τους.

«Λύσσαξ’ ο καιρός».

«Σκυλί ξεπαγιάζει. Τι μολογάει ο κόσμος;»

Ο Χρηστής συννέφιασε.

«Ο Αντρίκος ο Ματαπάς ήρτ’ απ’ τον κάμπο».

«Ε;»

«Οι Ρούσοι, λέει, πιστοχωράνε πάλε».

«Πάλε;»

«Αν χάσουν κι’ αυτοί…»

«Εμ…απ’ αυτουνούς καρτεράει ο κόσμος λεφτερωσύνη».

«Τους πήρανε λέει τη Σεβαστούπολη, Μαύρη Θάλασσα».

«Τσ …τσ …τσ …τα σκυλιά! Μπρε κανείς να μην τους κάνει ζάφτι!»

Ανάψανε κ’ οι τρεις τσιγάρο και πέσανε σε συλλογή κοιτώντας στη φωτιά.

«Άλλο;»

«Α, κάτι καλοί πατριώτες πήραν τα χωριά, φορτωμένοι λίρα και μαζώνουν στρατό, για τον οχτρό μας λέει, τον οχτρό του πολιτισμού. Τους καρτερούσαμε απόψε στον καφενέ. Να γιατί αργοπόρεψα. Φαίνεται πως θα μποδίστηκαν απ’ το χιόνι. Δυό τον αριθμό είναι. Δεν ξέρω περσότερα. Μπορεί να είναι κανένα δόκανο – να μας γλυκάνουν και να πέσουμε εύκολα στο μαχαίρι τους».

«Ρωτάς; Όλα τα τερτίπια τα βάνουνε μπρος».

Ο Ματαπάς που τους είδε και τους έδειξε και το δρόμο μολογάει πως είναι άνθρωποι ψυχωμένοι. Οι φάτσες τους αντρίκες, αδρές. Η μιλιά τους μέλι».

«Εμ αφού τόπε έτσι είναι. Ζουρλός δεν είν’ ο Ματαπάς».

«Ας καρτερέσουμε ναϊδούμε κ’ οι ίδιοι».

Ξαναπέσανε πάλι στη συλλοή . Η γυναίκα κάτω απ’ το λυχνάρι έγνεθε χωρίς να μιλάει.

«Βαγγελιά, λέει κάποιον καιρό ο Χρηστής. Έχεις τίποτα προσφάι να ρίξουμε καμιά χαψιά;»

«Κείνα τα γυφτοφάσουλα…τα περσεμένα απ’ το γιόμα…»

«Δε ρίχνεις λέω γω καναδυό σπυριά τραχανά να φάνε κ’ οι γειτόνοι.»

«Μη νοιάζεσαι για μας, Χρηστή, τον προφταίνει ο πιο γεραλέος. Δειπνήσαμε».

Η Βαγγελιά χωρίς να δόσει απόκριση στα λόγια τους, έτρεξε με σβελτάδα να πράξει καταπώς την ορμήνεψε ο άντρας της.

Το νερό άρχισε να ζεσταίνεται στη στιά. Όλοι ξαναπέσανε στη συλλοή.

«Τίποτα πάλε κι’ απόψε, ε;»

«Τίποτις. Μας απαράτησε κι’ Α υ τ ό ς».

Ο Χρηστής ξαφνικά ξύδιασε.

«Εμ! Δε μ’ ακούνε! Να το χέσω γω τέτοιο προεδριλίκι. Άκου κυρ – Αγγελή, λέω στον επίτροπο. Αυτή η φωνή πούρχεται απ’ τη ράχη είναι φωνή θεϊκή, πάει τέλειωσε. Πρώτον: Έχει ποτές άνθρωπος τέτοια γνώση και τέτοια φωνή; Ύστερις; Αν καταπώς λες, είν’ άνθρωπος τι τον νιάζει να μπει στα νιτερέσια μας; Όχι, να μου πεις Σταμάτη, σωστά δε μίλησα;»

«Σωστά; Σωστά και σταράτα. Μα χαμπαρίζουν  αυτοί οι λαδοποντικοί;»

«…Να πάρεις τα λεφτά απ’ το παγκάρι, λέω και να βάλεις το Μάστρο – Ηρακλή να φιάξει ένα προσκυνητάρι στην κορφή της ράχης, να κοτσάρουμε κ’ ένα καντύλι, να καίει. Αφού φανερώθηκε η χάρη του στο χωριό μας γιατί να τον αποδιώξουμε;»

Ο Σταμάτης συνδαύλισε τη φωτιά.

«Για θυμηθήτε, λέω παιδιά, και την πρώτη βολά. «Πατριώτες, λέει, χωριανοί. Μην το βάνετε κάτου. Μην προσκυνάτε τον τύραννο. Ζωστήτε τ’ άρματα και πάρτε τις κορφές που σας καρτεράνε τ’ αδέρφια σας.»

«…Χωριανοί, λέει, τα μάτια σας τέσσερα. Ταχιά θα περάσουν απ’ το χωριό οι άπιστοι…Μη μπιστευτήτε στα λόγια τους. Είναι οχιές. Μην τους μαρτυράτε τα τουφέκια σας. Θα το πλερώσετε με το κεφάλι σας». Την άλλη μέρα ένας μποσνάκης το ξεθάβει και το παραδίνει. Άλλο που δεν ήθελ’ ο Γερμανός.

«Σκύλε! του φωνάζει. Το είχες τόσον καιρό και τόκρυβες, ε; Κόφτε τον». Από κει κι’ ύστερα ποιος ματακάνει του κεφαλιού του; Όλοι από κείνον καρτεράνε ορμήνεια, απ’ τη ράχη».

«Λοιπόν. Ο παπα – Σίδερος είχε δίκιο όπως τόλεγε προχτές στον εσπερινό. «Είναι θέλημα Θεού, ευλογημένοι Χριστιανοί και συντοπίτες μου, είναι θέλημα Κυρίου λέω – να λευτερωθούμε. Έχετε πίστη κι’ ακούτε τις εντολές του. Το κουμάντο του Αγώνα μας το πήρε στα χέρια του ο Κύριος». Να αυτός είναι παπάς! «Μα είσαι βέβαιος, πάτερ, ότι είναι ο Κύριος που χουγιάζει απ’ την κορφούλα; του κάνει ο έξυπνος ο Πατλάκης. Κι’ αν είναι μαθές ο οξαποδός; Κι’ αν είναι κανένας μπαμπέσης χωριανός και μας περιπαίζει;». «Πάψε! Μη κριματίζεσαι, αιρετικέ!», του λέει ο παπάς. Τα λόγια είναι σοφά, άρα είναι δικά του. Δεν ακούς το ρητό που λέει ως  ε μ ε γ α λ ύ ν θ η ς τ α έ ρ γ α σ ο υ Κ ύ ρ ι ε, π ά ν τ α ε ν σ ο φ ί α ε π ο ί η σ α ς; Τάκουσες αυτά;» «Τάκουσα» του λέει ο Πατλάκης. «Ε, τότε ύπαγε οπίσω μου Σατανά!». Κι’ ο παπα – Σίδερος τον άφηκε στα ζεματισμένα του και μπήκε στο Ι ε ρ ό ν».

Η Βαγγελιά έφερε να ρίξει  ένα απλόχερο αλάτι στο νερό.

«Για τη φωνή λέτε; Είδες να μη ματακουστεί;»

«Πόσες βολές ακούστηκε, Βαγγελιά; Τις μέτρησες;»

«Όλο κι’ όλο τρεις». Κι’ όλο αρχίνιζε με το «πατριώτες» πατριώτες το και το. Πατριώτες το και τ’ άλλο. Φωνή για εκατό. Μας απαρνήθηκε, λέω. Σχώρεσέ μας τους αμαρτωλούς».

Σε λιγάκι ο τραχανάς άχνιζε στο σοφρά κ’ οι μουσαφιραίοι σκούπισαν με το χοντροδάχτυλό τους το κουτάλι για να βάλουν αρχή. Μα σηκώθηκαν απ’ το τραπέζι μισοφαγωμένοι. Μέσα στη μουγγή νύχτα κάτι ξελόγιασε το χωριό. Από σπίτι σε σπίτι είχε μαθευτεί το μαντάτο κι’ άλλος με τα σώβρακα, άλλος με το χράμι βγαίνανε να δούνε και δε ματαγυρίζανε. Ο καφενές ήταν τίγκα. Κείνοι οι δυό καλοί άνθρωποι που περίμενε το χωριό ήρταν, λίγο αργοπορεμένοι, μα ήρταν. Είχαν μαζί τους λίρα με το ντουρβά. Ο ένας έβγανε λόγο πατριωτικό. Συγκινήθηκαν όλοι. Ο Κωνσταντής ο Μάραθλος που είχε τον καφενέ μιξόκλαιε. Τους καλνούσε, λέει, η πατρίς επί τα όπλα. «Ν’ αποφασίσετε αυτοστιγμής. Ο Αγών δεν περιμένει». Τους έλεγε να πάνε ν’ αποχαιρετίσουνε τα γονικά τους και να γυρίσουνε μονοστιγμής. Γιατί η πατρίς δεν περιμένει.

(Άντρα θέλω τώρα τόνε θέλω! κι’ αυτός).

«Καλός ο λόγος σας, μουσαφιρέοι, κ’ η γνώμη σας μελένια, μα εμείς βλέπεις, χωριάτες άνθρωποι μαθές σα δεν πάρουμ’ ορμήνεια κι’ απ’ το Χρηστή τον πρόεδρό μας, πούν’ αλαφρύς στα πόδια και γλήγορος στο νου δεν πάμε πούπετας».

«Ναι μα ο αγών…η πατρίς…»

«Καρτεράτε. Όπου κι’ αν είν’ έφτασε. Πάνε να τονε ειδοποιήσουνε».

«Εμείς απευθυνόμαστε εις την φιλοπατρίαν την εδική σας. Η γνώμη του προέδρου σας είναι γνώμη του κ’ η δική σας δική σας».

«Ναι, μα γλέπεις εμείς δε νογούμε…μα νάτονε!»

Ο Χρηστής μπήκε κυπαρισσένιος.

«Καλώς κοπιάσατε, πατριώτες. Ποιος καλός σκοπός σας φέρνει;»

«Ο αγών κ. Πρόεδρε». Και καθίσανε και τα ξηγήσανε όλα τα καθέκαστα με σειρά και με τάξη. Του δείξανε και το πουγγί.

«Βέβαια, λέει κι’ ο Χρηστής. Ο τύραννος πρέπει να χτυπηθεί. Μα πού είναι τ’ άρματα;»

«Τ’ άρματα τάχουμε κάτου. Και τις στολές. Και οι μισθοί. Αυτά είναι μπροστάντζα».

«Κάτου; Και οι Γερμανοί;»

«Άφησε τους Γερμανούς. Κείνοι κάνουνε τη δουλειά τους κι’ εμείς τη δικιά μας».

Ο Πρόεδρος απόμεινε.

«Αμ’ τότε ποιοι είναι οι οχτροί μας;»

«Οι άθεοι, οι αναρχικοί. Αυτούς πρέπει να ξεπατώσουμε»

«Αυτούς; Δεν κάνουμε μια δουλειά πατριώτες; Δεν ξεπατώνουμε πρώτα τους οχτρούς μας, για να μας δει κι’ ο Θεός;»

«Μα αυτοί είναι οι εχθροί μας!»

«Ακούστε πατριώτες. Τ’ αλλονού  όλα μπορείς να του τα δείξεις εσύ. Τον οχτρό του όμως ο άνθρωπος  τον ξέρει ο ίδιος. Ο Έλληνας έναν οχτρό έχει. Κι’ αυτόν πρέπει να ξεριζώσει. Το Γερμανό. Εμείς αδερφοπόλεμο δεν κάνουμε. Λίγα λόγια».

«Και τι θα πουν οι σύμμαχοί μας οι Εγγλέζοι που μας στέλνουνε τις λίρες;»

«Τις λίρες; Γι’ αυτή τη δουλειά τις στέλνουνε; Για να σκοτώσουμε τ’ αδέρφια μας; Τότε τι μας κράζουν «Θάνατος στους Γερμανούς;»

«Μην ακούτε τι λένε για τα μάτια, τι μας παραγγέλνουνε κρυφά να ρωτάς».

«Αυτό μας παραγγέλνουνε;»

«Ναίσκε. Αυτοί ξέρουνε καλύτερα από σας, ποιοι είναι οι οχτροί σας».

«Αυτοί; Ό,τι ξαίρει ο νοικοκύρης, πατριώτη, δεν το ξέρει ο κόσμος όλος. Το κουμάντο να το κάνουνε στην Αγγλετέρα τους. Κι’ αν μας τις στέλνουνε για τούτη τη δουλειά τις χρυσές, να τις πάρουνε και να τις κάνουνε χαϊμαλί. Αυτά να τους ειπήτε. Κ’ εσείς κοντοσταθήτε λίγο γιατί οι δρόμοι είναι κλεισμένοι».

«Μπα δεν πειράζει. Θα πηγαίνουμε».

Ο Χρηστής μπαίνει βράχος μπρος την πόρτα.

«Είπα οι δρόμοι είναι κλεισμένοι».

«Και ποιος μας τους κλείνει;»

«Εγώ!»

Δυό τρεις χωριάτες όμως είχαν άλλη γνώμη. Οι Εγγλέζοι ξέρουνε πλιότερα απ’ έναν ανθρωπάκο εκεί. Οι Εγγλέζοι απ’ ανέκαθες το καλό μας θέλανε. Παλιοί αδερφοπητοί ήσαν. Το λοιπόν…Όχι, Χρηστάκο, μην είσαι αψύς.

Να εκεί απάνου ήταν που οι γνώμες μοιράστηκαν. Να, εκεί έσπασε ο καυγάς. Καυγάς; Πετσόκομα. Ένας δυό σιγουρέψανε τα ραβδιά τους. Ο Μάραθλος έψαξε κατ’ απ’ το τεζάχι για να βρει το σκερπάνι πόσκιζε τα ξύλα.

Ο Μουχάλης ανέβασε τη φωνή του τ’ αψήλου.

«Σας γυάλισαν οι χρυσές τζερεμέδες! Αφήτε τον πρόεδρο να πράξει καταπώς νογάει».

«Ρε Μουμαλιό…» πάει να τον αντικόψει ο Μάραθλος.

«Σκάσε ντε εσύ, ν’ ακουστεί και κανενού άλλου η γνώμη».

«Νάτα! Και δε σκας εσύ που θα μας κάνεις τώρα και το ντερέμπεη!»

Ο καυγάς όλο και άψαινε. Ένας αράθυμος τσοπάνης κάνει έτσι και τραβάει απ’ το φράχτη ένα παλούκι. Πάει. Το φονικό δε γλυτωνότανε. Μα εκεί απάνου, στ’ άξαφνα, κάτι απρόσμενο έτρεξε. Όλοι απόμειναν με τη βρισιά στα δόντια, με το χέρι στην πιάστρα. Τι ήταν; Τόπαν ολονών τα στόματα.

«Η φωνή! Η φωνή!»

«Σσσ  …. Σωπάτε ν’ ακούσουμε τι λέει ο Θεός».

Απ’ τη ράχη, βροντερή, καθάρια, υψώθηκ’ η φωνή.

«Πατριώτες, έχει δίκιο ο Χρηστής».

«Τόδατε;»

«Σκάσε Μουχάλη».

«Σσσσ  ….»

«Οι αφεντάδες που σας ήρταν είναι προδότες και σπιούνοι. Μπαγλαρώστε τους και το ταχί να τους ανεβάσετε ψηλά, στη στάνη του Μπαχούλη, χάραμα. Ακούτε τώρα και τούτο. Από βδομάδα θάρτει άνθρωπος με χαρτιά και μηνύματα. Θάναι σταλμένος απ’ τον Αγώνα. Να τον καλοδεχτείτε και να τον ακούσετε. Αυτά είχα να σας ειπώ. Κάτου ο τύραννος! Ζήτω η Λευτεριά. Ακούσατε τη φωνή Πατρίδας».

Η φωνή απ’ τη ράχη σώπασε. Κανένας δεν αντίσκοψε. Ο Χρηστής τότες μίλησε βγήκε και παραόξω για να τ’ ακούσουν όλοι αυτό που θάλεγε…

«Λοιπόν ακούσατε; Αυτό θα κάνουμε ταχιά. Δυό παιδιά ο Γιαννακός ο Κουσούρης κι’ εσύ Στρατή, θα κάνετε αυτό που είπε. Τους σπιούνους και τα μάτια σας τέσσερα. Μη σας ξεφύγουνε. Να κινήσετε τα χαράματα για τη στάνη. Τους δέσατε; Καλά. Χωριανοί, καληνύχτα. Έχει κανείς ν’ αντιμιλήσει; Όχι; Καληνύχτα.»

Κείνη την ώρα ακούστηκ’ απ’ αλάργα μια μπιστολιά· δεν ανησύχησε. Κανενούς θα τ’ άναψε το μπιστόλι από απροσεξία. Οι χωριανοί σκόρπισαν όλοι μονιασμένοι και τράβηξαν κατά τα σπίτια τους.

Ο Χρηστής κ’ οι γειτόνοι του φτάσανε στις πόρτες τους.

«Ε, τι λέτε παιδιά, δεν έρχεστε ν’ αποσώσουμε κείνον τον τραχανά;»

«Δε βλάβει, Χρηστή. Αποφάτε μοναχοί σας. Είναι ξώρας».

«Όπως αγαπάτε. Άιτε, καληνύχτα τότες».

«Καλό ξημέρωμα».

Το αντρόγενο στρώθηκε στο τραπέζι μονάχο. Το παιδί ανέπνεε ήσυχο. Θα είχε περάσει κάνα κάρτο της ώρας. Ξάφνου δυό σιγανά χτυπήματα ξεχώρισαν μες στη βουβή νύχτα. Ο Χρηστής έδοσε αυτί. Τα χτυπήματα ξανακούστηκαν. Ο χωρικός πήρε τον μπαλτά και ζύγωσε στην πόρτα.

«Ποιος είναι;»

«Εγώ, εγώ, άνοιξε».

Ο Χρηστής ξεμαντάλωσε και πριχού προφτάσει να καλοδεί ένα σώμα έπεσε βογγώντας απάνου του.

«Φέξε, Βαγγελιά! φωνάζει ο Χρηστής ανατριχιασμένος. Ο άνθρωπος είναι λαβωμένος».

Ώσπου να φέρει η γυναίκα του κοντά το λυχνάρι, ο Χρηστής τον είχε τραβήξει μέσα και ξαναμαντάλωσε την πόρτα. Ο λαβωμένος κρατούσε με τόνα χέρι την καρδιά του και με τ’ άλλο ένα θεόρατο καρτόνι καμωμένο χωνί. Με το σίμωμα του λύχνου ο Χρηστής έβανε μια φωνή. Μέσα στα μπράτσα του κρατούσε λαβωμένο το δάσκαλο του χωριού.

«Δάσκαλε! Αργύρη! Τι σου στάθηκε; Πώς τόπαθες το κακό;»

«Σσ  …κάνει ο δάσκαλο, μη μας ακούει κανένας;»

«Νερό, γυναίκα, πανιά, ξοντό, γλήγορα να του πλύνουμε τη λαβωματιά».

«Χαραμισμένος κόπος, Χρηστή. Δύο τρία λεφτά ζωή έχω. Λίγο ρούμι μονάχα να προφτάσω να στα πω. Ξέρω ότι είσαι ο αξιώτερος του χωριού. Ξέρω ότι είσαι τίμιος πατριώτης. Εγώ πέφτω στον αγώνα. Θα πάρεις τη θέση μου. Ήταν για νάρτω από μέρες μα με παραμόνευαν. Άκου, Χρηστή. Δεν πρόφτασα να πάω να ειδοποιήσω τον καπετάνιο για να στείλει αύριο στη στάνη τα παληκάρια να πάρουν τους σπιούνους».

«Ώστε, ώστε εσύ ήσουν ο Θεός;»

«Δεν είπα ποτές πως ήμουν ο Θεός. Ήμουν ο αγώνας. Μα κι’ ο Θεός σύμμαχός μας είναι, μπροστάρης».

Του δάσκαλου η φωνή όμως αδυνάτιζε.

«Λέγε, του φωνάζει ο Χρηστής και τον ποτίζει άλλο ένα ρούμι. Τι πρέπει να κάνω; Να πάω γω. Πού;»

«Ψηλά…τρεις ώρες δρόμο από δω. Στη σπηλιά του Τσάκαλου είναι το λημέρι των λεβεντών μας. Πάρε το δρόμο στη στιγμή. Άμα σου φωνάξουν «αλτ» θ’ αποκριθείς «Αντρούτσος». Πες τα καθέκαστα στον καπετάνιο, πες του ακόμα πως θέλεις να πάρεις τη θέση μου σ’ όλα».

Κείνη την ώρα ένα καινούργιο κύμα αίμα ανέβηκε στο στόμα του δάσκαλου.

«Ο Φώτης, της Σεβαστής ο γιός είναι σπιούνος του χωριού. Πρέπει να πεθάνει τώρα. Πριν μας κάνει τη ζημιά. Αυτός με χτύπησε».

Δεύτερο κύμα ανέβηκε στο στόμα του κι’ ο δάσκαλος πια δε ματαμίλησε.

Ο Χρηστής έβγαλε το σκούφο του, άπλωσε το χέρι του πάνου στο στήθος του.

«Ορκίζουμαι», είπε αργά. Ύστερα σηκώθηκε ορθός και φώναξε απ’ την άλλη κάμαρα, τη Βαγγελιά που έβγαζε ξαντό.

«Γυναίκα δεν είδες τίποτα, δεν άκουσες τίποτα, δεν έτρεξε τίποτα απόψε στο σπίτι μας. Πάρ’ αυτό το χωνί και κρύφτο στ’ αμπάρι. Έτσι. Καρδιά. Το πουρνό θάμαι δω. Και τώρα δο μου το μπαλτά».

«Μα τι τον θέλεις το μπαλτά;»

«Σώπα. Πάω να πελεκήσω κάποιο σ ά π ι ο  κούτσουρο».

Όλο το χωριό κοιμότανε το μολυβένιο ύπνο του μεσονυχτιού. Και στον καταχιονισμένο δρόμο βάδιζε ο νέος «δάσκαλος» του χωριού που μπορεί να μην ήξερε να δείξει το πώς κρατάνε το μολύβι, θάξερε όμως καλά να δείξει το πώς κρατάνε ψηλά την τιμή της πατρίδας.

“Το διήγημα της Πέμπτης”: Δείτε όλα τα διηγήματα εδώ.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: