Το διήγημα της Πέμπτης: «Αϊ Γιώργης» του Δημήτρη Χατζή

Να φύγουν, αυτή να φύγει—αυτή ‘ταν η αιτία. Να φύγει αυτή—πληγώνεται η Κατερίνα του που τη βλέπει. Να ξαναβρεθούν οι δυο τους, με το μαγαζάκι τους, τον περίπατό τους της Κυριακής, να τη φορέσει κι η Κατερίνα την καινούργια ρόμπα που της αγόρασε… Και θα ξαναγίνουν όλα… Όλα, Κατερίνα, θα γίνουν. Όπως ήταν πρώτα. Και καλύτερα, θα το δεις… θα το δεις κι εσύ…

Το διήγημα της Πέμπτης: «Αϊ Γιώργης» του Δημήτρη Χατζή

Ο Δημήτρης (Τάκης) Χατζής γεννήθηκε στα Γιάννενα, στις 13 του Νοέμβρη 1913. Γιος του Γεώργιου Χατζή, λογοτέχνη (έγραφε με το ψευδώνυμο Πελλερέν), δημοσιογράφου – εκδότη της εφημερίδας «Ήπειρος», φοίτησε στο Ιόνιο Γυμνάσιο Αθήνας. Το 1930 ανέλαβε την έκδοση της «Ηπείρου». Πρωτοεμφανίστηκε στα Γράμματα με ποιήματα («Νουμάς» 1931 και «Νέα Εστία» 1932).

Το 1932 εντάχθηκε στο ΚΚΕ. Το 1936 εξορίστηκε στη Φολέγανδρο. Λίγους μήνες αργότερα αφέθηκε ελεύθερος. Στην κατοχή δημοσιογραφούσε στον παράνομο «Ριζοσπάστη» και ήταν μέλος της ομάδας του παράνομου σωζόμενου τυπογραφείου της ΚΕ του ΕΑΜ, στην Καλλιθέα, δημοσιογράφος και διορθωτής των εφημερίδων «Ελεύθερη Ελλάδα», «Απελευθερωτής» και άλλων εντύπων που έβγαζε το τυπογραφείο. Αργότερα δούλεψε στο τυπογραφείο του Βουνού.

Το 1947 επιστρατεύτηκε στα Γιάννενα. Το Μάρτη του 1948 κατέφυγε στο ΔΣΕ, στου οποίου τα έντυπα δημοσίευε διηγήματα και ανταποκρίσεις. Από το 1949 έζησε σε διάφορες σοσιαλιστικές χώρες. Σπούδασε Βυζαντινολογία και δίδαξε Νεοελληνική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης. Στην προσφυγιά δημοσίευε κείμενά του στο περιοδικό «Πυρσός» και εξέδωσε αρκετά έργα του. Το 1974 επαναπατρίστηκε. Έγινε επισκέπτης καθηγητής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Πάτρας, αλλά σύντομα αποπέμφθηκε από το υπουργείο Παιδείας. Από το 1980 έως το θάνατό του (20 του Ιούλη 1981), εξέδιδε το περιοδικό «Πρίσμα», με αντικείμενο την παγκόσμια Λογοτεχνία.

Το διήγημα της Πέμπτης: «Αϊ Γιώργης» του Δημήτρη Χατζή

Δημήτρης (Τάκης) Χατζής (1913-1981)

Μερικά από τα έργα του: Η φωτιά (1946), Το τέλος της μικρής μας πόλης (1953), Ανυπεράσπιστοι (1965), Το διπλό βιβλίο (1976), Θητεία (1979) κ.ά.

Το διήγημα που ακολουθεί περιλαμβάνεται στη συλλογή “Οι Ανυπεράσπιστοι” (εκδ. Πλειάς, 1974), απ’ όπου το αντιγράψαμε.

Αϊ Γιώργης
του Δημήτρη Χατζή

Εργοδηγός είπε πως ήτανε ο νέος νοικάρης στο δωμάτιο τ’ αντικρινό από τα δυο τα δικά τους. Ένας παίδαρος.

—Και τί ’ναι αυτό, εργοδηγός; ρώτησε η Κατερίνα.

Ο Σταμάτης βάλθηκε να το εξηγήσει με λόγια τόσο πολλά που φάνηκε πως κι αυτός δεν τόξερε. Κόψανε την κουβέντα και σκέφτηκε να ρωτήσει με τρόπο την άλλη μέρα στο μαγαζί του. Ρώτησε, τόμαθε και το βράδι μπορούσε πια να της το πει με λιγότερα λόγια.

—Ξέρεις όμως, είπε η Κατερίνα. Ήρθε σήμερα η κυρά-Μαρία και μου λέει να τον αφήνουμε να περνάει από μας και να πάει, λέει, στην κουζίνα μας.

—Στην κουζίνα τη δική μας;

—Μόνο το βράδι, θέλει, λέει, να ζεσταίνει λίγο νερό.

—Και τι το θέλει το νερό και να το ζεσταίνει;

Για τα πόδια του, λέει. Ξέρεις, δεν έχει γκάζι σ’ αυτό το δωμάτιο που του νοίκιασε και νερό δεν έχει, απ’ το μπάνιο παίρνουνε.

—Και να το ζεσταίνει εδώ;

—Για τα πόδια του.

— Και κάθε βράδι να περνάει από δω; Δεν είναι μπελάς;

—Να μη τα χαλάσουμε, λέω, μ’ αυτήν, την κυρά-Μαρία, την ξέρεις…

—Να μη τα χαλάσουμε, ναι. Μα δε σε πειράζει εσένα που θα περνάει;

Η Κατερίνα σήκωσε τις πλάτες—που να το ξέρει από τώρα αν πειράζει;

Ο νέος νοικάρης άρχισε από τ’ άλλο βράδι και χτυπούσε την πόρτα τους, έλεγε να τον συμπαθούνε για την ενόχληση και περνούσε και πήγαινε στην κουζίνα τους. Ήταν η ώρα πούχαν αποφάει κι ο Σταμάτης κατέβαζε καμιά φορά την εφημερίδα του και τον κοιτούσε κλεφτά, καθώς στεκόταν ορθός στην κουζίνα μπροστά στη φουφού, περιμένοντας το νερό του να ζεσταθεί.

—Κάτσε βρε παιδί μου, να μας πεις και καμιά κουβέντα όσο που να ζεσταθεί το νερό, τούπε ένα βράδι. Τι να στέκεσαι ορθός τόσην ώρα;

Μετά χαράς. Βγήκε απ’ την κουζίνα, πήρε μια καρέκλα κ’ έκατσε κοντά τους. Αργύρης ήτανε τ’ όνομά του. Μεγάλος ήτανε, γερός, καλοφτιαγμένος, ψημένος στον ήλιο και τον αέρα. Εδουλεύανε, λέει, στη Ραφήνα, στα έργα και φεύγει το πρωί με το φορτηγό της εταιρίας και γι’ αυτό δεν τον βλέπουνε το πρωί—πολύ γρήγορα φεύγουνε. Και το βράδι γυρίζει πάλι με το φορτηγό της εταιρίας. Κι αυτό το νεράκι χρειάζεται μόνο, λίγο ζεστό νερό για τα πόδια του γιατί δεν έχει τίποτα στο δωμάτιο το δικό του να το ζεστάνει. Και να τον συμπαθούνε για την ενόχληση, που του χρειάζεται το νερό για τα πόδια το βράδι, γιατί ‘ναι δύσκολη δουλειά με αυτό το επάγγελμα, νάσαι εργοδηγός κι όλη μέρα στο πόδι.

—Επιστάτης σα να λέμε, είπε ο Σταμάτης για να δείξει και στην Κατερίνα τι καλά που τόξερε πια.

—Όχι. Αυτό δεν είναι επιστάτης, δεν έχει να κάνει με επιστάτης. Πρέπει να μετρήσεις τη δουλειά, πόσο βγήκε σήμερα, να κανονίσεις για την άλλη μέρα. Στο πόδι του μηχανικού, σα να λέμε. Εκχωματώσεις, επιχωματώσεις…

Ας είναι κ’ έτσι—σήκωσε τις πλάτες του ο Σταμάτης, εκχωματώσεις, επιχωματώσεις… Κάποια δουλειά πρέπει να κάνει ο καθένας και υγεία να έχουμε μόνο για να τα βγάλουμε πέρα. Η Κατερίνα τον κοίταξε με κρυφό καμάρι, τι σοφά που τάχε ξηγήσει. Ο Αργύρης γέλασε και συμφώνησε.

Τ’ άλλο βράδι που πέρασε, τούπανε πάλι και κάθησε λίγο μαζί τους, όσο που να ζεσταθεί το νερό του και να το πάρει. Ο Σταμάτης το σκέφτηκε πονηρούτσικα και το πήγε σιγά-σιγά νάχει κρατημένο το μισό κρασί της γαράφας του να τ’ αποπιούνε μαζί. Τόπιανε μαζί κ’ ήτανε μια χαρά μ’ αυτό το παιδί που καθόταν μαζί τους και μιλήσανε λίγο. Και τ’ άλλο βράδι που μπήκε, κρατούσε κι ο Αργύρης μια μπουκάλα ρετσίνα και γέλασε και τους είπε — δε γίνεται και να μην τον προσβάλουν, θα το πιούνε μαζί. Και πήγε τότες η Κατερίνα στην κουζίνα και χαμήλωσε το γκάζι κάτω από την κατσαρόλα με το νερό και την ήπιανε μια χαρά τη μπουκάλα κ’ είπανε πολλά και διάφορα, εκχωματώσεις, επιχωματώσεις και τα λοιπά.

Ήταν η πρώτη φορά που ξένος άνθρωπος, τρίτος, έμπαινε στή ζωή τη δική τους και τόσο κοντά. Ο Σταμάτης είδε την Κατερίνα που τρόμαξε μ’ αυτό το καινούργιο και τ’ ασυνήθιστο πράμα—ανησύχησε λίγο κι αυτός, μα δεν είπε τίποτα.

Ως τα τότες ο Σταμάτης ο Σιδεράκης τέτοιας λογής νταραβέρια, συνάφειες, πάρε-δόσε με τους άλλους ανθρώπους δεν είχε ποτές του. Όχι που φοβόταν απ’ αυτούς η ντρεπόταν για την καμπούρα του, τ’ ατροφικά ποδαράκια του και τα μεγάλα, κίτρινα κι άχαρα χέρια του— να φεύγει, να κρύβεται. Δε φοβότανε, δεν έφευγε, δεν κρυβόταν από κανέναν. Μα τη ζωή του έτσι την είχε φκιασμένη μέσα στα δικά της τα μέτρα, που δεν ήθελε καθόλου να την αλλάξει, δεν ήθελε να του τη χαλάσει κανένας ξένος. Πολύ καλά τα περνούσαν οι δυο τους με τη σύζυγό του την Κατερίνα—δεν τούς χρειαζόταν κανένας άλλος. Πολύ καλά τάφερνε βόλτα με το μικρό μαγαζάκι, το ραφτάδικό του στου Γκύζη, πέρα στην άκρη, στα Τουρκοβούνια—δεν ήθελε περισσότερο. Πολύ καλά τα πήγαινε και με τους ανθρώπους, έτσι όπως πήγαινε — και τούφτανε τόσο.

Οι φουκαράδες στην απόμερη γειτονιά του τον ξέρανε πως ήταν τεχνίτης καλός για τις μικρές τις δουλειές, περιορισμένος πολύ και στις απαιτήσεις του, ταχτικός και στις προθεσμίες. Και τα φέρνανε, λοιπόν, πάντα σ’ αυτόν, τα τριμμένα τους πανταλόνια να τους αλλάξει καβάλο, οι μικροϋπάλληλοι, να τους γυρίσει τις φορεσιές τους, οι φαμελίτες τα παλιά τους τα ρούχα να τα μεταποιήσει για τα παιδιά τους. Καινούργια κοστούμια να φκιάξουν, δεν τα πήγαιναν σ’ αυτόν κι ο Σταμάτης ο Σιδεράκης δεν πικραινότανε και δεν επείσμωνε με κανέναν γι’ αυτό. Ποτές του δεν σκέφτηκε ν’ απλώσει τα μικρά του τα ποδαράκια έξω απ’ το πάπλωμα, που θάπρεπε βέβαια νάναι και κείνο κοντούτσικο. Στο τέλος-τέλος, σκεφτόταν, ένα μαγαζάκι έχει ο καθένας σε τούτον τον κόσμο και ποτέ περισσότερο, γιατί όσο μεγάλο και νάχει, βρίσκεται πάντα και μεγαλύτερο—και λοιπόν, ορίστε, μαγαζάκι και το μικρό, μαγαζάκι μονάχα και το μεγάλο. Έτσι σκεφτόταν, χαιρόταν μ’ αυτά πού του φέρνανε και τα δούλευε μαστορικά, μερακλίδικα, μ’ υπομονή και με τέμπο.

Ανέβαινε—σκαρφάλωνε—και καθότανε πάνω στο μεγάλο ραφτάδικο πάγκο του, διπλώνοντας τόνα του πόδι κι αφήνοντας τ’ άλλο να κρέμεται στον αέρα. Σταματούσε καμιά φορά τη δουλειά του και στεκότανε μια στιγμή και κοιτούσε τα δάχτυλά του, τα κοιτούσε σα να τάβλεπε πρώτη φορά και δε λυπόταν καθόλου πως γίνηκε έτσι και του τάδωσε ο θεός αυτουνού τέτοια κίτρινα κι άχαρα — τα χαιρότανε να τα βλέπει πώς δουλεύανε, τόσο μεγάλα, μια τόσο μικρή βελονίτσα. Γιόμιζε η ψυχή του θαμασμό για το μέγα μυστήριο. Ξανάρχιζε τη δουλειά του και κάποτε κατέβαζε τόνα του χέρι, το γύριζε σαν κουτάλα και μάζευε το μικρό, τρυφερούτσικο ποδαράκι του, που κρεμότανε στον αέρα. Το κοιτούσε κι αυτό μια στιγμή και τόβαζε κάτω από τ’ άλλο, σταυροπόδι πάνω στον πάγκο, όσο να το ξαναφήσει και κρεμότανε πάλι. Και σκεφτότανε τότε και γι’ αυτά του τα πόδια που μείνανε ανέσωτα, πως πάλι καλά, δεν πειράζει—αφού τα πόδια σε τούτο χρειάζονται μόνο, να μπορεί κανένας να περπατήσει, κι αυτός μπορούσε και περπατούσε και με βήμα κιόλας ανάλαφρο και γοργό. Και σκεφτότανε τότες εκεί, σκαρφαλωμένος απάνω στον πάγκο του και γι’ αυτή την καμπούρα του, πως στο τέλος-τέλος όλοι την έχουνε μια καμπούρα σε τούτον τον κόσμο, πότε φαίνεται, πότε δε φαίνεται—κι αν η δική του ξεχώριζε κάπως κακό κανένα δεν έγινε.

Το μεσημέρι τόκλεινε το μαγαζάκι και πήγαινε σπίτι, δυο-τρεις δρόμους πιο κάτω, να φάει. Η Κατερίνα τούχε μαγειρέψει τις σουπιές του με το σπανάκι, τις αγκινάρες με το λεμόνι, τις σωλήνες με το ριζάκι κι είχε πάντα το τραπέζι στρωμένο. Και το βράδι που σκολούσε, τούχε πάλι το τραπέζι του ετοιμασμένο, με μια μικρή γαράφα ρετσινίτσα στη μέση—φορούσε τη ρόμπα της τη λουλουδάτη και τον περίμενε η Κατερίνα.

Το κορμί της αυτηνής δεν ήτανε παραμορφωμένο σαν το δικό του. Ήτανε μόνο μικρό κι ήταν ανέσωτο και πάνω σ’ αυτό το κορμάκι ένα μεγάλο κεφάλι, με τη μύτη μπροστά πατημένη και τούφες-τούφες φυτρώνανε πάνω κάτι κόκκινα μαλλάκια. Την έβλεπε κι ο Σταμάτης ο Σιδεράκης και σκεφτότανε και γι’ αυτό—σκεφτότανε δηλαδή πως στο τέλος-τέλος ο καθένας την έχει μια Κατερίνα σε τούτον τον κόσμο και τίποτα παραπάνω δεν έχει, αφού καμία γυναίκα δεν βρίσκεται, άνθρωπος κανένας δεν είναι χωρίς το κουσούρι του και πότε δεν φαίνεται τόσο πολύ, πότε φαίνεται κάπως, όπως, ας πούμε, της δικής του της Κατερίνας…

Την Κυριακή τ’ απογεματάκι την έπαιρνε και πηγαίνανε, το χειμώνα στον κινηματογράφο και βλέπαν τα φιλμ, με τον καλό τον καιρό να βγούνε λίγο να περπατήσουν στο Πάρκο και να καθήσουν να κάνουν σεργιάνι με τους ανθρώπους. Και πέρνανε καμιά φορά το λεωφορείο και κατεβαίνανε να δουν και τη θάλασσα και καθότανε και στο καφενείο—κάπως απόμακρα πάντα—μα το πίνανε μια χαρά το κανονικό γαραφάκι της Κυριακής τους με το διπλό το μεζέ. Οι δυο τους. Και τόσο ταιριάζαν ο ένας δίπλα στον άλλον που κανένας δε γυρνούσε να τους κοιτάξει παράξενα. Όλα τους, σαν από μόνα τους, και του Σταμάτη τα ρούχα και το ντύσιμο το δικό της, το φέρσιμό τους, η σιγανή τους κουβέντα, χειρονομίες, το γέλιο τους, είχαν όλα ταιριάξει και στρώσανε, προσαρμόστηκαν κι ενωθήκανε σε μια θαυμαστή ισορροπία ταπεινοσύνης κι υποταγής, από όπου τίποτα δεν ξέφευγε και δεν έλειπε τίποτα. Και το βράδι που γυρνούσανε πίσω, να τυχαίνανε σ’ έρημο δρόμο, να μην είναι κανένας, άπλωνε τότες η Κατερίνα το χέρι της και το περνούσε στο μπράτσο του και περπάταγαν έτσι—και μήτε αυτό, λοιπόν, δεν τους έλειπε. Κι ευχαριστούσε τότε κι η Κατερίνα τη δική της τη μοίρα, που της έδωσε αυτόν τον Σταμάτη, το Σταμάτη και την αγάπη, αυτή την ταπεινή ευτυχία που ξέραν οι δυο τους και μυστικά τη χαίρονταν οι δυο τους…

Άδικα ωστόσο φοβηθήκαν με τον Αργύρη. Ο Αργύρης δεν ήθελε τίποτα απ’ αυτούς και —το πιο σπουδαίο—τίποτα δεν είχε να κάνει μαζί τους, να τους ενοχλήσει, να τους βαρύνει, να βγάλει τη ζωή τους από το δρόμο της. Ερχότανε, ζέσταινε το νερό του, έλεγε τις δυο καλές του κουβέντες, τόπαιρνε κι έφευγε. Μια μικρή ποικιλία, ένα τέταρτο της ώρας κάθε βράδι — και τέλος.

Εντελώς ακίνδυνη ποικιλία. Η Κατερίνα τούβαζε πια από τ’ απόγεμα τη μεγάλη κατσαρόλα με το νερό στη φωτιά, να το βρίσκει ζεσταμένο όταν έρχεται. Κι ο Αργύρης για να την ευχαριστήσει, της έφερε καναδυό φορές, κατ’ ευθείαν από το δίχτυ, ψάρια και θαλασσινά που σπαρταρούσαν ακόμα και τα μαγείρεψε η Κατερίνα και καθήσαν μαζί και τα φάγανε.

Ο Σταμάτης δεν ανησυχούσε πιά. Λίγο παραξενευότανε μόνο μ’ αυτό το παλληκάρι που καθότανε κάθε βράδι στο σπίτι και μόνο μ’ αυτούς μιλούσε λιγάκι και δεν πήγαινε ποτέ πουθενά. Κι όταν ξεθάρρεψαν πια για καλά του τόπε κι αυτό, να μη τόχει στην καρδιά του και τον βαραίνει.

—Καλά, μωρέ Αργύρη παιδί μου, του λέει. Πώς τα καταφέρνεις έτσι, μωρέ παιδί μου; Από τη δουλειά στο σπίτι, κάθε βράδι, κάθε βράδι. Ας πούμε, φίλους δεν έχεις… Μα μήτε γκόμενα δηλαδή; Μεδέν ο Αργύρης;

Η Κατερίνα κατακοκκίνησε να τον ακούει να λέει τέτοιες κουβέντες, για γκόμενες ο Σταμάτης. Ο Αργύρης γέλασε.

—Έχω, είπε. Και θα τη δείτε και σεις… Σέ λίγο.

Και τους είπε την ιστορία. Για το κορίτσι που ‘τανε στη Λαμία και το λέγαν Ιφιγένεια. Και σ’ ένα μήνα, σε δυο μήνες το μάξιμον, θα πάει να κάνουν το γάμο. Και παράξενο, πως δεν τους τόπε η κυρά-Μαρία, πως τα συμφώνησαν από την αρχή, να τη φέρει μετά το γάμο να μείνουν σ’ αυτό το δωμάτιο που του νοίκιασε. Δυο-τρεις μήνες θα μείνουνε μόνο, όσο να τελειώσει το σπιτάκι πούχαν πάρει κι αυτοί, με τα χίλια βάσανα σ’ ένα συνεταιρισμό στην Ηλιούπολη και βοηθούσανε κ’ οι δικοί της του κοριτσιού. Ως τα τέλη του Σεπτέμβρη θάχει τελειώσει. Και γκόμενα άλλη καμία δεν του χρειάζεται του Αργύρη. Και για να βγαίνει το βράδι, άσε πού κουράζεται όλη μέρα και θέλει τον ύπνο του, λογάριασε τα λεφτά… Όλα τα τρώει το σπίτι. Και λογάριασε—και γάμο πρέπει να κάνουν κι εισιτήρια να πάει κι εισιτήρια να γυρίσουν οι δυο τους και βάλε και βάλε. Και το κορίτσι δεν είναι πλούσιο—μόνο ή αγάπη…

Του Σταμάτη πολύ-πολύ τάρεσε, καθώς τάλεγε έτσι το παλληκάρι, τα φτωχά και τα νοικοκυρεμένα και τα βάσανα και τα σχέδια και το σπίτι και το κορίτσι με την αγάπη—όπως τα διάβαζε στα ρομάντζα του περιοδικού π’ αγόραζε κάθε Σάββατο.

—Και θάρθει να μείνει εδώ; Μαζί μας; ρώτησε η Κατερίνα κ’ η φωνή της έτρεμε λίγο.

—Εδώ, είπε ο Αργύρης. Σ’ αυτό το δωμάτιο. Τι να κόβουμε; Σ’ ένα μήνα. Βία ως τα τέλη του Ιούνη. Περισσότερο δεν το βαστούμε— μήτε εγώ μήτε αυτή—και γέλασε πάλι κι η Κατερίνα κατακοκκίνισε πάλι με το κορίτσι που θαρχόταν να μείνει μ’ αυτόν τον παίδαρο στ’ αντικρινό το δωμάτιο και δε βαστούσανε λέει, χωρίς να ντρέπεται.

—Θα της κεντήσω ένα τραπεζομάντηλο, είπε στο Σταμάτη την άλλη μέρα που τρώγανε.

—Και βεβαίως αποκρίθηκε αυτός. Καλό παιδί ο Αργύρης, θα το κάνουμε δώρο. Και να είναι γύρω-γύρω λουλούδια και δυο πουλιά να είναι στή μέση. Ξέρει ό Σταμάτης τι λέει. Έτσι να το κάνεις.

—Έτσι θα το κάνω.

Καλοκαίριασε.

Ο Αργύρης έφυγε στη Λαμία τέλη του Ιούνη—γύρισε σε λίγο με το κορίτσι, με τη γυναίκα. Και το πρώτο βράδι που φτάσανε, τους την έφερε να τους τη δείξει. Ο Σταμάτης—πιάστηκε μια στιγμούλα η φωνή του μπροστά σε κείνο το τέλειο νεανικό σώμα, όλο υγεία και δύναμη. Ένας τρόμος έπαιξε μέσα στα μάτια του. Η Κατερίνα—της έδωσε το τραπεζομάντηλο κι απόμεινε κι αυτή και δεν ήξερε τι να πει—κοιτούσε εκείνο το σώμα, την ομορφιά του προσώπου της, τα μεγάλα μάτια που λάμπανε, τα μαύρα μαλλιά, λυμένα και πέφτανε βαριά πάνω στους ώμους της. Ύστερα κατάφερε να της πει πως μπορούσε νάρχεται στην κουζίνα της να μην παιδεύεται με τη γκαζιέρα που της είχε αγοράσει ο Αργύρης. Τότε κι ο Σταμάτης, ξεροκατάπιε καναδυό φορές, χώθηκε βαθύτερα σε κείνη την πολυθρόνα του και παρατήρησε πως τις ψεύτισαν πολύ τον τελευταίο καιρό τις γκαζιέρες, δεν είναι για προκοπή. Και επικίνδυνες, είπε. Η Ιφιγένεια κάθησε στην άκρη της καρέκλας που της δώσανε, κρατώντας με τα δυο της τα χέρια πάνω στα γόνατα το τραπεζομάντηλο. Τους κοίταξε και τους δυο, χαμογέλασε, είπε ευχαριστώ για το δώρο, το ξεδίπλωσε, τάνοιξε, παίνεσε πολύ την ψιλή δουλειά—αυτή δεν ήξερε να κεντάει τόσο καλά—είπε πάλι ευχαριστώ και για την κουζίνα και πως βάρος δεν θα τους έδινε όσο θα μέναν εκεί—και φύγανε με τον Αργύρη της.

Αυτοί—μείνανε μόνοι, ανασάναν κι οι δυο τους. Κοιταχτήκανε—δεν είπανε τίποτα. Μήτε σχόλια γι’ αυτήν μήτε προβλέψεις μήτε ενθαρρύνσεις ο ένας στον άλλον. Μπορούσαν νάναι ευχαριστημένοι—καλά τα κατάφεραν. Σέ λίγο πήγανε στο κρεβάτι — ευχαριστημένοι, ικανοποιημένοι ο ένας από τον άλλον, αμίλητοι ωστόσο—δεν είχανε τι να πούνε, δεν ξέρανε.

Και δε χρειάστηκε και να πούνε. Όλα πήγανε καλά-πολύ καλά πάλι. Απ’ την άλλη μέρα κιόλας η Ιφιγένεια τόδειξε πως δεν είχε σκοπό να τους είναι βάρος. Δεν θέλησε να δεχτεί καμιά βοήθεια χωρίς ανταπόδοση. Βλέποντάς την τέτοια η Κατερίνα δεν την άφησε πια να κάνει τίποτα στην γκαζιέρα. Την πήρε στην κουζίνα της, σα να την είχαν μαζί, εκεί να μαγειρεύει κι η Ιφιγένεια, να τάχει εκεί τα λιγοστά πιατικά τους, της έδωσε ράφια και στο ντουλάπι της να βάζει τα τρόφιμα να μη μυρίζουνε στο δωμάτιο —και τι κρίμα, τον Οκτώβριο που λογαριάζανε νάχουνε το ψυγείο τους, αυτοί θάχουνε φύγει στο δικό τους το σπίτι. Η Ιφιγένεια άρχισε τότε κι αυτή και μοιραζόταν μαζί της τις δουλειές του σπιτιού, αυτές τις λίγες δουλειές που χρειαζόταν να γίνουν. Πρόθυμη, ακούραστη, πρόσχαρη, πηδώντας κάποτε, με μικρές κραυγές, τινάζοντας πίσω σαν άλογο τα μεγάλα μαλλιά της. Έτρεχε το πρωί να προφτάσει, νάχει καθαρίσει αυτή, να πλύνη, νάχει ετοιμάσει την κουζίνα για το μαγείρεμα, να σκουπίσει το διάδρομο και τη σκάλα. Τέλειωνε μ’ αυτά, έπιανε μονάχη της, έκανε δουλειές της Κατερίνας. Ήσυχα, απλά, πραχτικά, μ’ ανοιχτή καρδιά, χωρίς επίδειξη, χωρίς επιτήδευση—φυσικότατα. Υγιής, χορτασμένη, κατακάθαρη μέσα.

Καλός άνθρωπος η Ιφιγένεια, σκεφτόταν η Κατερίνα. Της φερνότανε πολύ μετρημένα, πολύ λογικά, με κάποια επιφύλαξη πάντα, με στοργή, που δεν την φανέρωνε και με κάποιον θαυμασμό, που κι αυτόν τον έκρυβε. Τα δέκα χρόνια πού τις χωρίζαν, η ομορφιά κ’ η υγεία της Ιφιγένειας, η δική της προπαίδευση τόσα χρόνια κοντά στο Σταμάτη—πολύ καλά της το δείχνανε ως πού πρέπει να πάει. Χαιρότανε να την έχει μαζί της όλη τη μέρα, χρυσή συντροφιά της και χαιρόταν που τα κανόνισαν όλα τόσο καλά, τόσο σωστά. Το βράδι του τάλεγε του Σταμάτη και μέσα της δόξαζε το θεό που κι ο δεύτερος άνθρωπος πούρθε κοντά τους βγήκε έτσι φρόνιμος κι έτσι καλός. Το περισσότερο αυτή μήτε τόθελε μήτε θάφηνε τον εαυτό της να το θελήσει. Τετρακόσια τάχει η Κατερίνα μου, έλεγε πάντα ο Σταμάτης και την καμάρωνε. Δε θ’ άλλαζε τώρα.

Η Ιφιγένεια—αυτή ’ταν εκείνη που πήγε κοντύτερά της. Μ’ ένα τρόπο που δεν είχε στάλα συμπόνοια ή συγκατάβαση μέσα. Σαν ίσος προς ίσον. Σαν να μην έβλεπε αυτή την ασκήμια της Κατερίνας, καμιά μειονεκτικότητα να μην ήθελε να της βλέπει. Άρχισε σέ λίγο και της μιλούσε για τους γονείς της, τ’ αδέρφια της, για τα λεφτά τους με τον Αργύρη—και τόσο λίγα — το σπίτι, τα σχέδια, τις φροντίδες τους. Έκανε τότε κι η Κατερίνα το βήμα—την άφησε τη στοργή της και φανερώθηκε. Ένα κύμα ζεστής τρυφερότητας ήρθε και την κατάκλυσε. Άπλωνε κάποτε το χέρι της και τη χάιδευε —εκείνο τ’ ωραίο κεφάλι της. Η Ιφιγένεια δεν της τάφηνε χωρίς ανταπόδοση. Μπορούσε να κάθεται δίπλα της μ’ άνεση, με σιγουριά, μ’ ευχαρίστηση — για δική της ευχαρίστηση. Και μπορούσε να της μιλάει και για φορέματα — που δεν είχε—για τα μαλλιά της—πώς να τα φκιάσει επιτέλους, να μην κρέμονται έτσι. Η Κατερίνα — ο ρυθμός του κόσμου πήρε κι άλλαζε εντός της. Της μιλούσε και για τον Αργύρη—για την αγάπη—και για παιδί της μιλούσε —που δεν το θέλαν ακόμα, σάμπως νάτανε κι η Κατερίνα γερή και σωστή, σάμπως νάτανε σαν όλους τους άλλους. Η Κατερίνα φυλαγόταν ακόμα, δυσκολευότανε να το πιστέψει, να το δεχτεί, πως τίποτα δεν τη χώριζε, δεν την ξεχώριζε από τους άλλους ανθρώπους. Μα η Ιφιγένεια ήταν εκεί, κάθε μέρα, όλη μέρα, να το βεβαιώνει με τον τρόπο της, με τη φιλία, με την αγάπη της. Η σοφή της αντίσταση έσπασε. Την έσπασε αυτή η χαρά. Και πήρε τότε και γέλασε της Κατερίνας το πρόσωπο. Τα μάτια της γλυκαθήκανε από τα δάκρυα—κάθε στιγμή κρατημένα. Πάθος ζωής ανάστησε το λειψό της κορμί.

—Αϊ-Γιώργη μου εσύ, της ξέφυγε κάποτε και της φώναζε.

—Πάλι με τον Αϊ-Γιώργη; γελούσε η Ιφιγένεια.

— Και μη δεν είσαι; Σαν τον Αϊ-Γιώργη στο τέμπλο. Πού θα σε χάσω μονάχα…

Η Ιφιγένεια βεβαίωνε τότε πως αυτό δεν γινότανε, ποτέ δε θα γίνει, θα βλεπόντανε κάθε μέρα, θα πηγαίνανε, θαρχόνταν η μία στην άλλη—τελείωσε. Κι η Κατερίνα χαιρόταν.

Έτσι πέρασε—και τόσο καλά — ο πρώτος καιρός, όλος ο Ιούλης. Και ξαφνικά γύρισαν όλα κι αλλάξανε. Η Κατερίνα φαινότανε τσακισμένη. Χάθηκε εκείνη η χαρά, το φως εσβήστηκε μέσα στα μάτια της. Σα να κουράστηκε. Και σα να γέρασε, ν’ ασκήμισε περισσότερο —έτσι την έβλεπε κι ο Σταμάτης. Το βράδι που γύριζε αυτός, το φαΐ του βρισκότανε πάντοτε στο τραπέζι, αχνιστό, να μοσκοβολάει η κάμαρη, η γαραφίτσα με τη ρετσίνα στη μέση—όλα, όπως πρώτα. Μα η Κατερίνα δε ρωτούσε πια το καθετί για το μαγαζί, δεν τούλεγε τα νέα της γειτονιάς τους, δε μιλούσε πια για την Ιφιγένεια πώς τα περνούσαν οι δυο τους—τίποτα δεν έλεγε η Κατερίνα, όσο που τρώγανε και σήκωνε γρήγορα – γρήγορα το τραπέζι. Ύστερα ξαπλωνότανε στο σοφά, διπλωνόταν στα δυο και καθόταν εκεί με το μεγάλο κεφάλι της ακουμπισμένο στη μικρή της παλάμη και με τα μάτια κλεισμένα—καθόταν εκεί και δεν έκανε, δεν έλεγε τίποτα, όσο που ν’ αποδιαβάσει κι αυτός την εφημερίδα του και να πάνε στ’ άλλο δωμάτιο να πλαγιάσουν. Και το πιο σπουδαίο—δεν τη φορούσε πια τη ρόμπα με τα λουλούδια. Δέκα χρόνια παντρεμένοι, τέτοια αταξία δεν έγινε.

—Γιατί δε φοράς, Κατερίνα, τη ρόμπα; τη ρώτησε.

—Χάλασε.

—Να πάρουμε άλλη, αδερφέ. Χωρίς τη ρόμπα πώς γίνεται;

Σήκωσε τις πλάτες της και δεν είπε τίποτα. Σώπασε κι αυτός—δεν ήξερε τι να πει παραπάνω μ’ αυτή τη ρόμπα. Τ’ άλλο βράδι η Κατερίνα, πάλι δεν τη φορούσε.

—Έχεις τίποτα Κατερίνα; τη ρώτησε.

Σήκωσε πάλι τις πλάτες—πάλι τις πλάτες, καινούργιο κι αυτό με τις πλάτες.

—Έχεις τίποτα; ξαναρώτησε.

Σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε.

—Τι θέλεις νάχω;

Και σώπασε πάλι. Και σώπαινε πια κάθε βράδι και καθόταν εκεί διπλωμένη με τα μάτια κλειστά. Ήθελε πια να του το πει κι αυτουνού μια φορά, να μη τη ρωτάει, να μην κάνει πως τάχα δεν ξέρει. Μα δεν έβρισκε πώς να τα πει τέτοια πράματα, πώς τα λένε, αν λέγονται αυτά τα πράματα—ποια;

—Κατερίνα…

—Τι ’ναι μανούλα μου;

—Πάρε με, Κατερίνα, στα εμπορικά να ψωνίσω μια μπατίστα.

—Τώρα;

—Τώρα…

—Να σέ πάρω…

Έτσι είχε αρχίσει. Η Ιφιγένεια έδωσε ένα σάλτο, την αγκάλιασε, άλλο σάλτο, βρέθηκε στο δωμάτιό της, έριξε πάνω της ένα τσίτι και ξαναγύρισε στη στιγμή. Ήταν χαρούμενη που θα πήγαιναν να ψωνίσουν αυτή τη μπατίστα, πολύ χαρούμενη. Η Κατερίνα χαιρότανε τη χαρά της—πώς δεν της έκοψε το μυαλό, τόσον καιρό να της τόλεγε αυτή, να την πάρει να βγούνε μαζί; Στάθηκε μια στιγμή και την κοίταξε. Ήταν κατακόκκινη, το πρόσωπό της όλο λαμποκοπούσε—ο Αϊ-Γιώργης. Κάτω από κείνο το τσίτι—φαινόταν — ήταν ολόγυμνη. Παρθενικά, θηλυκά, σεμνότατα, θαυμάσια γυμνή. Και μοσκοβολούσε—μια δροσιά—το κορμί της.

—Να φάμε και μια πάστα, Κατερίνα; Ναι; Κερνάω…

—Να ντυθώ κι εγώ μια στιγμή, είπε η Κατερίνα.

Μπήκε στο μέσα το δωμάτιο, το δικό της. Η πρώτη χαρά της είχε χαθεί—γιατί χάθηκε; Έκλεισε πίσω της την πόρτα—γιατί την έκλεισε; Έβγαλε την ποδιά της κουζίνας, έβγαλε το φόρεμά της, έμεινε με την κομπιναιζόν της τη θαλασσιά. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Κανένα κύρτωμα, κανένα καμπύλωμα δεν γινότανε στο στήθος της. Πήρε απ’ τον κομμό την κίτρινη μπλούζα με τα κοντά τα μανίκια, τη φόρεσε γρήγορα-γρήγορα — ο Σταμάτης την είχε παινέσει πολύ, τι καλά που της πήγαινε. Στάθηκε μπρος στον καθρέφτη και κουμπωνόταν. Κοιτάχτηκε πάλι. Η μπλούζα τής άφηνε έξω τα μπράτσα—είδε τα μπράτσα της στον καθρέφτη, βλογιοκομμένα, ασπρουλιάρικα, κίτρινα, μαραμένα. Δε θα τη φορούσε αυτή τη μπλούζα να βγει με την Ιφιγένεια. Δε γίνεται—δίπλα στην Ιφιγένεια. Την έβγαλε γρήγορα-γρήγορα, την πέταξε στο κρεβάτι. Πήρε απ’ τη ντουλάπα το κόκκινο φόρεμα με τις άσπρες βουλίτσες, τις Κυριακές το φορούσε, με το μανίκι ως τον άγκωνα. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη—χειμωνιάτικο. Γρήγορα-γρήγορα το ξανάβγαλε, το πέταξε κι αυτό στο κρεβάτι—τι να βάλει τώρα; Πηγαινο-ήρθε ανάμεσα στον καθρέφτη και στή ντουλάπα—ένιωσε πως ίδρωνε. Ήρθε απ’ έξω κ’ η φωνή της Ιφιγένειας—έλα πια, τότε τάχασε ολότελα. Ξαναφόρεσε εκείνη τη μπλούζα. Και τα μαλλιά; Τι προφταίνει να κάνει τώρα με τα μαλλιά της; Φόρεσε στο κεφάλι της το μαντήλι, Αύγουστος μήνας, το πέταξε, το ξανάβαλε, πάλι το πέταξε. Ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα όταν βγήκε—με την μπλούζα την κίτρινη, την κοντομάνικη και με τα μαλλιά της τούφες-τούφες, τα κόκκινα — ασκέπαστα. Την τελευταία στιγμή της πέρασε η ιδέα πως στις μασχάλες της βρωμούσε ο ιδρώτας.

Βγήκανε στο δρόμο. Συνηθισμένη να στέκεται δίπλα στο δικό της το Σταμάτη, τόσα χρόνια, ασφαλισμένη, ένιωθε τώρα πηγαίνοντας με την Ιφιγένεια, ένας άλλος κόσμος ν’ ανοίγεται γύρω της—εχθρικός. Τ’ ανελέητο φως τ’ αυγουστιάτικου πρωινού τη γύμνωνε ολόκληρη—το στήθος, τα πόδια της. Η ταραχή πούχε νιώσει στο σπίτι μεγάλωνε—τάχε χάσει. Όταν φτάσανε στην Ερμού—κόσμος πολύς, κάτι σα ζάλη την έπιασε. Δεν ήθελε νάμπει μαζί με την άλλη στο μαγαζί—και μπήκε. Τις κοιτούσαν— όλοι. Βγήκανε—σάμπως ν’ ανάσανε λίγο που τέλειωσαν. Και τάχασε πάλι στο δρόμο μέσα στον κόσμο. Βιαζότανε πια να γυρίσουνε σπίτι, να φτάσουνε σπίτι, να κρυφτεί, να ξαναβρεί την ασφάλεια—τη δική της ασφάλεια.

—Και την πάστα; ρώτησε η Ιφιγένεια.

—Άλλη φορά.

—Κουράστηκες;

—Τόση ζέστη…

—Ναι, ζέστη…

Φτάσανε σπίτι. Μπήκανε μέσα, ανεβήκανε, πνιγόταν, την έλουζε ο ιδρώτας, η μυρουδιά του την τρέλαινε. Πέταξε τη μπλούζα, αυτή τη μπλούζα—να λευτερωθεί. Έπεσε μπρούμυτα στο κρεβάτι της—ήθελε να κλάψει. Σε λίγο μπήκε στο μπάνιο και σαπουνιζόταν ώρα πολλή, να φύγει εκείνη η κακή μυρουδιά της σαπίλας.

Έτσι είχε αρχίσει.

Έτσι πήγε κι ύστερα—από κείνη τη μέρα κι ύστερα. Η Ιφιγένεια δεν είδε, δεν ένιωσε τίποτα, τι γίνηκε μ’ αυτή την πρώτη τους έξοδο. Ήταν ολομόναχη στην Αθήνα. Δεν είχανε συγγενείς, φίλους δεν είχαν—μήτε αυτή μήτε ο Αργύρης. Απλοϊκή κι απονήρευτη, τη συνείδηση ωστόσο της θηλυκής ομορφιάς της πρέπει κάπως να την είχε. Το ένστικτό της κι η επαρχιώτική της αγωγή την οδηγούσανε να φυλάγεται. Δεν ήθελε να ξεπορτίζει μονάχη της, αφού ο Αργύρης έλειπε όλη τη μέρα και τόσο μακριά. Με την Κατερίνα να βγαίνει ήταν όλα καλά και χαιρότανε σα μικρό παιδί κάθε τους έξοδο.

—Κατερίνα… Πού πας, Κατερίνα;

Χόρευε γύρω της.

—Ως εδώ μονάχα… Στην αγορά, καλό μου…

—Πάρε με και μένα, Κατερίνα—το τραγουδούσε.

—Έλα…

Τα ίδια—η μπλούζα, τα μπράτσα, ο καθρέφτης, οι τούφες, ο ιδρώτας, στο δρόμο τα μάτια του κόσμου. Γύριζε πίσω, κάθε φορά κυνηγημένη, σακατεμένη—κάθε φορά περισσότερο χτυπημένη. Η Ιφιγένεια ανυποψίαστη—τα ίδια:

—Τι κάνεις εκεί, Κατερίνα;

—Πλέκω λίγο.

—Τα τελείωσες όλα;

—Όλα.

—Και το φαΐ σας;

—Και το φαΐ.

—Γρήγορα είναι ακόμα όσο ναρθούνε. Πάμε σινεμά;

Τον πρώτο καιρό το περίμενε τρέμοντας. Λίγο πιο ύστερα δεν τη φοβότανε πιά την έξοδο. Να βγαίνει στο δρόμο μαζί με την Ιφιγένεια, να κρύβεται σπίτι—δεν άλλαζε τίποτα. Μέσα στον καθρέφτη της Ιφιγένειας την είχε δει πια τη μοίρα της—την είδε, τη γνώρισε, την ήξερε τώρα. Το βάρος της μέρας, χωρίς το Σταμάτη, τραβιέται όπως-όπως. Το βράδι που γυρίζει αυτός, γίνονται δυο—η παρουσία του γεμίζει την κάμαρη μ’ όλο το νόημα μιας επισφράγισης. Κουλουριάζεται τότε στο σοφά της, κλείνει τα μάτια της και σωπαίνει.

—Παρακουράζεσαι, φοβάμαι, μ’ αυτήν, της είπε τέλος αυτός ένα βράδι.

—Δεν κουράζομαι καθόλου μ’ αυτήν, μη φοβάσαι εσύ, είπε η Κατερίνα χωρίς ν’ ανοίξει τα μάτια της.

Η φωνή της ήταν εχθρική—πρώτη φορά στη ζωή τους. Είχε αρχίσει κι αυτός και φοβόταν— δεν ήξερε τι. Άκουσε τώρα κι αυτή τη φωνή της—πήγε μέσα, βαθιά του, ζάρωσε στην πολυθρόνα του. Δεν ξαναμίλησε, δεν ξαναρώτησε —μήτε τότε μήτε τ ’άλλα βράδια. Στο μαγαζί του δεν το χαϊδεύει πιά τ’ ατροφικό ποδαράκι του, δεν σταματάει να τα κοιτάξει τα μεγάλα του δάχτυλα. Γυρίζει το βράδι, μένουν αμίλητοι.

Ο Σταμάτης ο Σιδεράκης που ’τανε τόσο σοφός δεν ξέρει τώρα τι πρέπει να κάνει. Σκέφτεται κάποτε να σηκωθεί μια φορά, να πάει εκεί στο σοφά της, να καθήσει κοντά στα πόδια της—Κατερίνα, να της πει…Μα δεν ξέρει τι θα της πει παρακάτω—δεν πάει. Σκέφτεται πάλι, να σηκωθεί μια φορά να πάει στ’ άλλο δωμάτιο, να βρει τον Αργύρη, το καλό παιδί, νάναι και κείνη μπροστά—η Κατερίνα, βρε παιδιά, να τους πει… Μα δεν ξέρει πάλι τι θα πει παρακάτω—και πάλι δεν πάει…

Κόπηκε πια και της Κυριακής τους ο ωραίος περίπατος. Την πρώτη φορά που τους πρότεινε η Ιφιγένεια να πάνε κι οι τέσσερεις να δούνε το σπίτι στην Ηλιούπολη — πονάει σήμερα η πλάτη μου, είπε η Κατερίνα. Έφυγαν οι δυο τους. Ο Σταμάτης δεν τόλμησε να πει να βγούνε λίγο κι αυτοί. Και για την πλάτη της ακόμα, δεν τόλμησε να ρωτήσει τι ‘ταν ο πόνος. Τράβηξε την πολυθρόνα του κοντά στο παράθυρο κι έμειναν έτσι όλο τ’ απόγεμα, όλο το βράδι, αυτή στο σοφά της, αυτός κοιτώντας το δρόμο.

—Μα στ’ αλήθεια, την ήθελες εσύ νάρθει μαζί μας; ρώτησε ο Αργύρης την Ιφιγένεια.

Ήτανε μέρες πούθελε πια να της μιλήσει γι’ αυτό.

—Και γιατί να μην έρθει; Τόσο πολύ θα χαιρόταν.

—Μα κουκούτσι μυαλό δεν έχεις, μωρή; Δε βλέπεις πώς έγινε;

Δεν είπε τίποτα. Όλο τ’ απόγεμα απόμεινε πικραμένη, συλλογισμένη—ούτε το σπίτι που τέλειωνε δε χάρηκε λίγο. Το βράδι που γυρνούσανε πίσω, στάθηκε ξαφνικά, του ’πιασε τα χέρια. Στα μάτια της ήταν τα δάκρυα.

—Αργύρη… Σου ορκίζομαι εσένα… Αργύρη, δεν έφταιξα τίποτα… Που την αγάπησα μόνο…

—Τη σκότωσες, μωρέ Ιφιγένεια… Μ’ αυτή την αγάπη σου…

Στο δωμάτιό τους άρχισε κι έκλαιγε. Ήθελε να πάει μέσα να την αγκαλιάσει.

— Σταμάτα, είπε ο Αργύρης, μ’ αυτά τα χαζά σου. Πουθενά δεν θα πας.

Μείνανε κι οι δυο στο δωμάτιο—ούτε νερό δεν πήγαν να πάρουν.

Άλλαξαν όλα μέσα στο σπίτι από κείνο το βράδι. Ο Αργύρης δεν ξαναπέρασε να πάρει το νερό του το βράδι—ο Σταμάτης δε ρώτησε γιατί δεν έρχεται. Η Κατερίνα δεν άπλωσε πια το χέρι της να χαϊδέψει το κεφάλι της Ιφιγένειας—η Ιφιγένεια δεν είπε να βγούνε μαζί. Δεν ήξερε πια τι να κάνει. Νάναι καλή—φοβόταν μη την πληγώσει. Να συμμαζευτεί, ν’ αλλάξει τον τρόπο της—πάλι το φοβόταν. Φοβότανε κάθε της κίνημα, κάθε της πράξη—και στενοχωριότανε που φοβάται. Το φέρσιμό της έγινε αφύσικο, ψεύτικο—και στενοχωριότανε και γι’ αυτό. Δεν είχε μπρος και δεν είχε πίσω—και στενοχωριότανε και γι’ αυτό. Μια βδομάδα πέρασε έτσι και την Κυριακή δεν της είπε πάλι να δούνε το σπίτι. Μετρούσε μόνο τίς μέρες—πότε θα φύγουνε πια—και στενοχωριότανε και γι’ αυτό.

Τις μέρες μετρούσε τώρα κι ο Αργύρης—να τελειώνουνε μ’ αυτές τις ανόητες ιστορίες, που γίνονται πάντα με τις γυναίκες. Η κυρία Ιφιγένεια μπορούσε να τα ’χει για σίγουρα τα δυο χαστούκια—αν δεν ήταν δικό του το λάθος που ’χε πρώτος αρχίσει τις μεγάλες φιλίες μ’ αυτούς τους σακάτηδες.

Τις μέρες μετρούσε κι ο Σταμάτης. Μία-μία τις μέρες του Σεπτέμβρη—πότε να φύγουν. Να φύγουν, αυτή να φύγει—αυτή ‘ταν η αιτία. Να φύγει αυτή—πληγώνεται η Κατερίνα του που τη βλέπει. Να ξαναβρεθούν οι δυο τους, με το μαγαζάκι τους, τον περίπατό τους της Κυριακής, να τη φορέσει κι η Κατερίνα την καινούργια ρόμπα που της αγόρασε… Και θα ξαναγίνουν όλα… Όλα, Κατερίνα, θα γίνουν. Όπως ήταν πρώτα. Και καλύτερα, θα το δεις… θα το δεις κι εσύ… Μετράει τις μέρες κι είναι σίγουρος ο Σταμάτης—θα ξαναγίνουν όλα όπως πρώτα.

Το ευλογημένο βράδι της απολύτρωσης ήρθε πριν από το τέλος του Σεπτέμβρη—δέκα μέρες κερδισμένες.

Όλη μέρα στο μαγαζί του βελονιά δεν είχε ρίξει ο Σταμάτης. Τ’ απόγεμα το ’κλεισε γρηγορότερα και κίνησε για το σπίτι. Το φορτηγό στεκόταν στην πόρτα τους. Στάθηκε μια στιγμή στη γωνιά του δρόμου, να γαληνέψει η καρδιά του—πήγε κοντά. Ο Αργύρης ανεβοκατέβαινε με τους μπόγους και τις βαλίτσες. Η Ιφιγένεια κουβαλούσε κι αυτή. Η Κατερίνα στεκόταν ορθή κοντά στην πόρτα. Ο Σταμάτης τους χαιρέτισε, τους αποχαιρέτισε, είπε να τους ξαναδούνε, να τους ξαναβλέπουν, θα πάνε κι αυτοί φυσικά, είπε λόγια καλά κι ευχές και συγγνώμες αν κάτι δεν έγινε εν τάξει. Τους άφησε κει κι ανέβηκε πάνω.

Όπως το ’χε σχεδιάσει, έκατσε στη βαθιά πολυθρόνα του, άπλωσε τα ποδαράκια του όσο μπορούσε μακρύτερα, άνοιξε την εφημερίδα του. Δε μπορούσε να διαβάσει. Την πέταξε, σηκώθηκε, πήγε και στάθηκε κοντά στο παράθυρο. Κάτω στο δρόμο είχαν τελειώσει το φόρτωμα. Η Ιφιγένεια γύρισε, πήγε κοντά στην πόρτα, αγκάλιασε τώρα την Κατερίνα. Κάτι της λέει, σκουπίζει τα μάτια της—μα στ’ αλήθεια, λοιπόν, την αγαπούσε αυτή; Είδε ύστερα τα χέρια της Κατερίνας που κρεμάστηκαν στο λαιμό της αλληνής, κάτι της λέει κι αυτή, τα χέρια της ύστερα σπασμωδικά, σαν ξυλένια, χαϊδεύουνε τα μαλλιά της, τους ώμους, τα μπράτσα, όσο να πέσουν ξερά, νικημένα—και κλαίει κι αυτή…

Τ’ αυτοκίνητο έβαλε μπρος—δόξα σοι ο θεός, να τελειώσουν. Η Ιφιγένεια ανέβηκε και καθόταν πάνω στα δέματα. Ως τη στροφή του δρόμου έβλεπε το χέρι της που ’γνεφε. Πήρε τότε κι αυτός μια βαθιάν ανάσα, κάθησε πάλι στην πολυθρόνα του και περίμενε την Κατερίνα ν’ ανέβει.

Μπήκε σέ λίγο, σηκώθηκε κι αυτός. Μείναν έτσι, όρθιοι κι οι δυο τους, ασάλευτοι και δεν ξέρανε τι να κάνουν. Το τραπέζι ήταν στρωμένο στή μέση, όπως πάντα. Η Κατερίνα πρώτη, έσκυψε το κεφάλι, πήγε να καθήσει.

—Στάσου, είπε αυτός. Μην κάθεσαι ακόμα…

Σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε—δεν κάθησε. Αυτός πήγε στ’ άλλο δωμάτιο, πεταχτούτσικος, πηδηχτούτσικος, ξαναγύρισε μ’ ένα δέμα στα χέρια. Ήτανε το κόλπο του γι’ αυτή την ώρα, το μεγάλο κόλπο για τη μέρα που θα ξανάτανε μόνοι τους—η καινούργια ρόμπα. Έβαλε το δέμα πάνω στο σοφά, το ξεδίπλωνε σιγά-σιγά. Έβγαλε τέλος τη ρόμπα, τη σήκωσε πάνω.

—Έλα, της είπε. Κοίτα… κοίτα τι πράμα…

Η Κατερίνα τη φόρεσε αμίλητη, την ίσιασε μια φορά πάνω της και κάθησε στο τραπέζι. Κάθησε κι αυτός—άρχισαν να τρώνε. Ούτε ευχαριστώ δεν τούπε—δεν τόλμησε κι αυτός να της πει τι καλά που της πήγαινε. Το μεγάλο του κόλπο της ρόμπας δεν είχε συνέχεια. Έτρωγε με τα μάτια στο πιάτο, πάσκιζε κάτι να βρει, να μιλήσουν—δεν έβρισκε. Σήκωσε τα μάτια του—την κοίταξε κλεφτά. Και τότες είδε—είδε κι αυτός. Καμιά Κατερίνα δεν ήταν εκεί. Ήταν ένα τέρας της ασχήμιας, ένα έκτρωμα της δυστυχίας. Χτυπημένο, ρημαγμένο, ξοφλημένο. Και τότε το ’ξερε πια κι ο Σταμάτης ο Σιδεράκης. Η Ιφιγένεια έφυγε—η απολύτρωση δεν ήρθε. Ποτέ δεν θα ’ρχότανε. Πέρασε ο Αϊ-Γιώργης εκεί—θα περνούσε κάποτε—έγινε φως, πολύ φως. Και τίποτα—τίποτα δεν είχανε φταίξει —τους αστραπόκαψε.

“Το διήγημα της Πέμπτης”: Δείτε όλα τα διηγήματα εδώ.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: