Θωμάς Νικολάου – Ο καβαλάρης της νύχτας

«Τι περιμένεις;» ρωτούσε η φωνή. «Αυτός είναι ένας φασίστας, ένας φονιάς. Γιατί δεν το σκοτώνεις;»
«Δεν είναι όλοι φονιάδες», έλεγε η άλλη φωνή. «Για σκέψου το Γερμανό αντάρτη που οι δικοί μας τον φωνάζουν Μανώλη…Αυτός δεν είναι φίλος του πατέρα σου;»…

Θωμάς Νικολάου - Ο καβαλάρης της νύχτας

Ο Μάκης πηγαινοερχόταν εμπρός από το τζάκι κι αυτό το πήγαινε – έλα δημιουργούσε ένα παράξενο παιχνίδι με αναλαμπές της φωτιάς.

Ένα τέτοιο παιχνίδι σκιάς και φωτός ήταν και οι σκέψεις του, που ορμούσαν επιθετικά και αλληλοσυγκρούονταν. Το παρελθόν είχε ζωντανέψει εφιαλτικά και δεν τον άφηνε ούτε στιγμή να ησυχάσει. Το παρόν, ολοζώντανο εμπρός του, απαιτούσε απαντήσεις και άμεσες αποφάσεις.

«Τι περιμένεις;» ρωτούσε η φωνή. «Αυτός είναι ένας φασίστας, ένας φονιάς. Γιατί δεν το σκοτώνεις;»

«Δεν είναι όλοι φονιάδες», έλεγε η άλλη φωνή. «Για σκέψου το Γερμανό αντάρτη που οι δικοί μας τον φωνάζουν Μανώλη…Αυτός δεν είναι φίλος του πατέρα σου;»

«Είναι όλοι οι Έλληνες καλοί;» ρωτούσε η τρίτη φωνή. «Ξέχασες τον Ντενεκέ;»

Μάταια προσπαθούσε το παιδί να ξεκαθαρίσει τις σκέψεις του και να πάρει μιαν απόφαση.

Μια βαθιά λύπη το κυρίεψε.

Πόσο νοσταλγούσε να είχε έναν άνθρωπο, να του μιλήσει…

Τι καλά να ήταν εδώ ο παππούς!

Ή, έστω, η Αρετή!

Αν και ήταν ακόμη μικρή η αδελφή του, μπορούσε κανείς να της πει πολλά. Όταν της μιλούσε, αυτή στήριζε στα χέρια το σαγόνι της, και κοιτούσε τον αδελφό της με τα μεγάλα της μάτια, σαν να καταλάβαινε κιόλας τα πάντα.

Το καλύτερο απ’ όλα θα ήταν να είχε τον πατέρα κοντά του. Εκείνος έπρεπε να είναι τώρα εδώ!

Ο Μάκης αναστέναξε σιγανά. Αχ! αυτός ο καταραμένος πόλεμος· είχε φέρει τα πάνω κάτω στη ζωή των ανθρώπων. Όλα ήταν σε μια δίνη. Ποιος μπορούσε να ξέρει πού βρισκόταν τώρα ο πατέρας…Αν ήταν μέρα, θα μπορούσε το αγόρι να τρέξει στον μπάρμπα – Θύμιο και να τον ρωτήσει. Ο παππούς κι ο μπάρμπα – Θύμιος συχνά κάθονταν μαζί, κάπνιζαν τα τσιμπούκια τους και μιλούσαν για την πολιτική. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ερχόντουσαν σε κόντρα και τότε έμοιαζαν με δύο θυμωμένα κριάρια.

«Εσύ καταλαβαίνεις από πολιτική τόσο όσο καταλαβαίνει κι ένα γουρούνι από την καθαρότητα του νερού μιας πηγής», φώναζε ο μπάρμπα – Θύμιος στον παππού. «Ο Χίτλερ έχει ένα τεράστιο στομάχι και θα καταπιεί όλο τον κόσμο. Θα το δεις».

«Ε! λοιπόν, θα φάει και θα φάει ώσπου στο τέλος θα σκάσει. Θα τον περιποιηθούν οι λαοί. Θυμήσου την κουβέντα μου», απαντούσε στον ίδιο τόνο ο παππούς.

«Οι λαοί; Ας γελάσω! Μωρέ θα τους βάλει όλους στο τσεπάκι του». Ε! τότε ήταν που ο παππούς του Μάκη έχανε τον έλεγχο. Πεταγόταν επάνω, χτυπούσε τη γροθιά στο τραπέζι τόσο που αντηχούσε όλο το σπίτι και φώναζε: «Πάντα ήξερα πως είσαι χιτλερικός. Για να ρίξουν κάτω τον ταύρο, τον πιάνουν από τα κέρατα, τον άνθρωπο από την καρδιά. Εσένα όμως από πού να σε πιάσω, αφού δεν είσαι ούτε ταύρος ούτε άνθρωπος;»

Εκεί ο παππούς έχανε το παιχνίδι. Κανείς δεν έπαιρνε στα σοβαρά αυτή την υπερβολή. Ο μπάρμπα – Θύμιος χιτλερικός!

Ο άλλος, σίγουρος για τη νίκη του, έγερνε προς τα πίσω, σκάλιζε μ’ ένα ξερό ξυλάκι το σβησμένο τσιμπούκι του κι έλεγε χαμογελώντας: «Μόνο ηλίθιες και καβγατζούδες γυναίκες ουρλιάζουν έτσι. Δεν ντρέπεσαι, ρε Δήμο! Όπως και να’ ναι είμαι τρία χρόνια μεγαλύτερός σου και απαιτώ σεβασμό. Επιτέλους έχω δει λίγα πράγματα παραπάνω από τον κόσμο».

«Σκατά είδες», ήθελε να του απαντήσει ο παππούς. «Εσύ σ’ όλη τη μίζερη ζωή σου πήγες τόσο μακριά όσο κι εγώ. Το πιο μεγάλο ταξίδι που έχουμε κάνει ποτέ είναι ως την πρωτεύουσα στο παζάρι, ποτέ παραπέρα».

Όμως δεν είπε τίποτα και κάθησε μετανοημένος.

Ο μπάρμπα – Θύμιος τον κοίταξε και του είπε: «Νομίζεις πως εγώ δεν θέλω να καεί μέσα σε πίσσα και θειάφι αυτός ο Χίτλερ; Ο μεγάλος μου γιος δεν πολεμάει στο βουνό;»

Αυτή ήταν η καθαρή αλήθεια. Ο μεγάλος του γιος πολεμούσε δυο χρόνια τώρα με τους αετούς των βουνών.

Μόνο οι δυο γέροντες θα μπορούσαν να βοηθήσουν τον Μάκη να πάρει μιαν απόφαση. Όμως κανένας δεν ήταν δίπλα του.

Από το ομιχλώδες φαράγγι της μνήμης αναδύονται εικόνες. Πολλές εικόνες που διαβαίνουν εμπρός του σαν φιγούρες του θεάτρου σκιών. Ο Μάκης παρατηρούσε τις φιγούρες που αναδύονταν από τη μνήμη, αλλά καμιά δεν ήταν ξεκάθαρη. Μια γρήγορη εναλλαγή τα μπέρδευε όλα, και φάνταζαν σαν ένα κουβάρι ανθρώπινα κορμιά. Και πώς να ξεχωρίσει κανείς τους καλούς από τους εγκληματίες;

Ξαφνικά μέσα από τη μνήμη ζωντάνεψαν οι φλόγες!

Εκείνες οι φλόγες που τινάζονταν στα ύψη, λες και κάποιος τροφοδοτούσε τη φωτιά με βενζίνη. Η χρυσή κορνίζα από την εικόνα της Παναγίας στον τοίχο, άρχισε να κουνιέται. Ο μικρός Χριστός λούφαξε πιο βαθιά στην αγκαλιά της. Η Παναγία ήταν πολύ όμορφη. Έτσι χάθηκε. Χαμογελούσε ακόμα όταν οι φλόγες ακόμα όταν οι φλόγες την αφάνιζαν μαζί με το Χριστό.

«Ολαρία Ολαρία…»

Μαζί με τις φλόγες ζωντάνεψαν και οι κραυγές των ανθρώπων που καίγονταν ζωντανοί.

«Όχι, όχι!» φώναξε γεμάτος φρίκη ο Μάκης και κάλυψε τα μάτια με τα χέρια του.

Από την κραυγή του παιδιού, το άλογο φοβισμένο, έκανε ένα βήμα πίσω. Το αγόρι γονάτισε στις πέτρινες πλάκες μπροστά στο τζάκι. Αφηρημένο πήρε τη μασιά και άρχισε να σκαλίζει τη στάχτη. Τι έψαχνε;

Απαντήσεις στις τόσες ερωτήσεις του;

Υπάρχουν φωτιές και φωτιές, σκέφτηκε ο Μάκης. Φωτιές που καταστρέφουν και φωτιές που ζεσταίνουν. Τελικά, μόνο η στάχτη μένει. Όσο δεν φυσάει αέρας, η στάχτη μένει.

Οι κραυγές είχαν σιγήσει.

Τώρα ο Μάκης μπορούσε να αντιλαμβάνεται τους κανονικούς ήχους του μύλου.

Πήγε στη γωνιά όπου ήταν η καραμπίνα. Την πήρε στα χέρια και κάθισε στο ξυλοκρέβατο. Αυτός που δεν του επιτρέπανε ούτε καν να αγγίξει το όπλο του πατέρα, τώρα κρατούσε ένα δικό του.

Τράβηξε το ουραίο κι έβγαλε τη σφαίρα. Η κάνη έλαμπε μπρουτζοκόκκινη. Η σφαίρα χώρεσε στη γροθιά του παιδιού. Ο Μάκης έσφιξε το χέρι και ένιωσε στα δάχτυλα τη σουβλερή άκρη του ατσαλιού.

Άφησε την καραμπίνα δίπλα του πάνω στο ξυλοκρέβατο. Κράτησε τη σφαίρα και άρχισε το παιχνίδι που παίζουν τα παιδιά όταν βρίσκουν μια ωραία πέτρα.

Την πετούσε ψηλά και άνοιγε τις φούχτες του για να την πιάσει πάλι. Μετά, όπως την είχε στις παλάμες του, την έφερνε κοντά στο αυτί του και την κουνούσε. Σε λίγο, η σφαίρα ζεστάθηκε από τη θέρμη του παιδικού κορμιού.

Από το τζάκι ξεχείλιζε η ζεστασιά και τον τύλιγε  με μια γλυκύτητα παραμυθιού. Το πρόσωπο της Παναγίας έσμιγε με το χαμόγελο της μάνας του…

«Κοιμήσου, γιε μου, να θραφείς,
κοιμού να μεγαλώσεις
να κάνεις κλώνους και κλωνιά
στον κόσμο να ξαπλώσεις…»

Ο ύπνος ήταν ένα λιβάδι όπου βοσκούσαν χίλια άσπρα πρόβατα. Τίποτα δεν μόλυνε το πλούσιο και ζωηρό πράσινο.

Ο ύπνος ήταν ένα ήσυχο λιμάνι.

Οι κακοί άνεμοι είχαν λουφάξει στις σπηλιές και ο Ζάππας και οι δικοί του είχαν ψοφήσει.

Θωμάς Νικολάου - Ο καβαλάρης της νύχτας

Θωμάς Νικολάου – Ο καβαλάρης της νύχτας

Θωμάς Νικολάου, Ο καβαλάρης της νύχτας, εικόνες Εύα Μελά, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1998

«Κατοχή. Νύχτα. Το παιδί είναι ολομόναχο στο νερόμυλο με τη βουή του νερού, το τρίξιμο από τις μυλόπετρες, τις κραυγές και τα κρωξίματα από τα νυχτοπούλια, και, από καιρό σε καιρό, τις μακρινές εκρήξεις…Ξαφνικά, ένα γρατζούνισμα στην αυλόπορτα, ένα χλιμίντρισμα αλόγου, διπλή η σκιά. Στη σέλα του αλόγου κρέμεται ένας άνθρωπος! Το ξάφνιασμα του παιδιού γίνεται τρόμος, αγωνία κι ένα τεράστιο δίλημμα….(από το οπισθόφυλλο).

***

Ο Θωμάς Νικολάου γεννήθηκε στο Αμπελικό της Καρδίτσας. Στα εννιά του χρόνια άρχισε η Οδύσσειά του και περιπλανήθηκε στα βουνά με τη γιαγιά του, τη Δέσπω και στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου κατέληξε στις Πρένες της Αλβανίας. Μετά πήρε το δρόμο για τη Γιουγκοσλαβία, την Ουγγαρία, την Τσεχοσλοβακία και τελικά εγκαταστάθηκε στην Ανατολική Γερμανία.

Στη Δρέσδη τέλειωσε το δημοτικό και το Γυμνάσιο. Το 1957 σπούδασε δημοσιογραφία στη Λειψία και όταν τέλειωσε άρχισε να εργάζεται στο πανεπιστήμιο ως λέκτορας. Τότε άρχισε να γράφει και να μεταφράζει. Ύστερα από 43 ολόκληρα χρόνια επέστρεψε εκεί όπου ξεκίνησε, στο αγαπημένο του χωριό.

Θωμάς Νικολάου - Ο καβαλάρης της νύχτας

Θωμάς Νικολάου (1937-2008)

«Κοιτάζοντας το έργο του, αυτά που έγραψε, αυτά που μετέφρασε, αυτά που μελέτησε, παρατηρώντας τον τρόπο που έχει επιλέξει να ζει στην Ελλάδα – μακριά από την Αθήνα και το κέντρο δημοσιότητας και προβολής – καταλαβαίνει κανείς ότι ο Θωμάς Νικολάου, φεύγοντας συνεχώς από τις πατρίδες του, έφτιαξε μια πατρίδα που μπορεί να την έχει πάντα μαζί του, στην καρδιά του.

Γιατί πατρίδα δεν είναι μόνο ο τόπος. πατρίδα είναι και η γλώσσα. και οι αναμνήσεις και τα συναισθήματα που φτιάχνουν τις ρίζες της ύπαρξής μας. Σαν τους νομάδες της ερήμου, που κουβαλάνε πάντα μαζί τους μια πέτρα, που τους θυμίζει ότι είναι παιδιά της γης, κι έναν καρπό που τους θυμίζει πως υπάρχει πάντα ελπίδα, έτσι κι ο Θωμάς Νικολάου κουβαλούσε πάντα μαζί του τον μύθο της Ελλάδας. Και με αυτόν τον μύθο φρόντισε να πορευτεί ο ίδιος δημιουργικά, αλλά και να τον κάνει γνωστό στη δεύτερη πατρίδα του.

Μέσα στη δραματική περιπέτεια της ζωής του, ο Θωμάς Νικολάου στάθηκε τυχερός, καθώς γεννήθηκε με το χάρισμα του συγγραφέα. Δηλαδή του δημιουργού, του ανθρώπου που μπορεί να κάνει τέχνη τους εφιάλτες και τις πληγές της ζωής.

Η πνευματική δημιουργία του εκτείνεται σε δύο πεδία:

α. Από τη μια, είναι το συγγραφικό του έργο -μυθιστορήματα, διηγήματα και παραμύθια, που κυκλοφόρησαν στα γερμανικά και αγαπήθηκαν τόσο πολύ, που επί 25 χρόνια εκδίδονταν κι επανεκδίδονταν και βρίσκονταν στη βιτρίνα και του πιο απόμερου βιβλιοπωλείου του χωριού (γιατί στη ΛΔΓ ακόμα και το πιο μικρό χωριό είχε βιβλιοπωλείο, και αναγνώστες φυσικά…).

Σχεδόν σε όλα τα μυθιστορήματα και τα διηγήματά του, για μεγάλους ή για νέους, τα θέματα είναι εμπνευσμένα από την Ελλάδα. «ΝΥΧΤΑ ΗΡΘΑΝ ΟΙ ΒΑΡΒΑΡΟΙ», «ΠΕΤΡΟΣ», καθώς και στα «ΤΟ ΑΣΤΕΡΑΚΙ», «Ο ΚΑΒΑΛΑΡΗΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ», που έχουν ήδη μεταφραστεί και εκδοθεί και στην Ελλάδα.

Αλλά μια απαράμιλλη τρυφερότητα αναδύεται και στα παραμύθια του. «ΠΟΥΠΟΥΤΑ», «ΤΟ ΦΤΕΡΟ ΤΟΥ ΚΥΚΝΟΥ» («ΟΙ ΚΥΚΝΟΙ» στα ελληνικά) και «Ο ΝΙΚΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΟΨΑΡΟ»,που έγραψε μαζί με την επίσης συγγραφέα γυναίκα του, την Καρόλα. Μάλιστα, αυτό το τελευταίο έδωσε το όνομά του – «Το Φεγγαρόψαρο» – σε ένα πάρκο και παιδική χαρά στο Βερολίνο!

Οι ξένοι αναγνώστες αγάπησαν τα βιβλία του Νικολάου, γιατί μέσα σ’ αυτά υπήρχε αλήθεια. Δεν είναι υπερβολή ότι μ’ αυτά τα βιβλία το γερμανικό κοινό βρέθηκε μπροστά σε μια πανελλήνια τοιχογραφία, όπου το φανταστικό ζωντανεύει και η πραγματικότητα ακτινοβολεί.

Εξαιρετικά σημαντικό είναι το πολύτομο μεταφραστικό έργο και είναι αυτό που κυρίως αναδείχνει τον Θωμά Νικολάου πρεσβευτή της ελληνικής Λογοτεχνίας στη Γερμανία.

Αυτός γνώρισε στο γερμανικό κοινό τα βιβλία του Αντώνη Σαμαράκη με περισσότερα από 100.000 αντίτυπα, ενώ μετέφρασε και εξέδωσε 13 βιβλία του Γιάννη Ρίτσου, φέρνοντας για πρώτη φορά σ’ επαφή τους αναγνώστες του Μπρεχτ με το σουρεαλισμό της ρωμιοσύνη.

Μια άλλη πτυχή της παρουσίας του Νικολάου, είναι η δημιουργία ανθολογιώνΕλλήνων συγγραφέων και ποιητών.

Η ανθολογία, ακριβώς σαν ένα στεφάνι χρωμάτων και μεθυστικών αρωμάτων, προσφέρει την πιο ελκυστική εικόνα της πνευματικής συγκομιδής. Χάρη στις ανθολογίες διηγημάτων και ποίησης, «ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΙΣ. 24 ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΖΟΓΡΑΦΟΙ», «ΑΥΤΟ ΤΟ ΤΟΠΙΟ ΕΙΝΑΙ ΣΚΛΗΡΟ ΣΑΝ ΤΗ ΣΙΩΠΗ. ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΟΛΩΜΟ ΩΣ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ» με πρόλογο του Νερούντα, και άλλες, που επιμελήθηκε με ξεχωριστή φροντίδα ο Θωμάς, το ελληνικό μελτέμι έφτασε ως τον παγωμένο βορρά. (Οι πληροφορίες από τον Ριζοσπάστη)

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: