Η φωτογραφία του στρατιώτη

Πήγα κατευθείαν στο κέντρο να προλάβω το συλλαλητήριο. Ούτε καν άπλυτα δεν πήρα μαζί μου να πάω στη μάνα μου. Είχα σκοπό. Τη δόλια τη μάνα μου θα την έβλεπα μετά.

Από το πρωί η βροχή δεν έλεγε να σταματήσει. Με αδιάβροχα που μύριζαν μούχλα γινόντουσαν οι μετακινήσεις μας μέσα στο στρατόπεδο, τη στιγμή που δίπλα μας μύριζε το  βρεγμένο γιασεμί και η νοτισμένη μανόλια.

«Απαγορεύεται να τα βγάλετε», μας λέγανε οι αξιωματικοί. «Μουχλιασμένοι θα κυκλοφορείτε».
Το ημερολόγιο έδειχνε 17 Νοεμβρίου. Μουχλιασμένοι να κυκλοφορείτε εσείς…

– Λογικά σήμερα είμαι εξοδούχος. Σωστά; ρώτησα τον φαντάρο που έβγαζε τις υπηρεσίες.
– Ναι, γιατί; Θέλεις να μείνεις μέσα και να βγεις αύριο;
-Όχι, όχι. Σήμερα θέλω να βγω.

Πήγα κατευθείαν στο κέντρο να προλάβω το συλλαλητήριο. Ούτε καν άπλυτα δεν πήρα μαζί μου να πάω στη μάνα μου. Είχα σκοπό. Τη δόλια τη μάνα μου θα την έβλεπα μετά.

-Κι άλλος φαντάρος έρχεται. Ωραία, μαζευτήκαμε αρκετοί. Άντε, πάμε να ξεκινήσουμε.

Χαμογέλασα. Μυρίζαμε μούχλα, αλλά δεν είχαμε μουχλιασμένα μυαλά. Ή, τουλάχιστον, έτσι πιστεύαμε…

-Καλά κάνεις και χαμογελάς, γιατί όπου να ’ναι θ’ αρχίσουν οι φωτογραφίες.

Τη μάνα μου σκέφτηκα. Κι αυτή μου έλεγε να χαμογελάω. Κι εγώ συνήθως δεν της χάλαγα το χατίρι. Εκτός από σήμερα, που μου είπε να πάω νωρίς στο σπίτι για να μην κρυώσουν οι πατάτες.

«Μη στεναχωριέσαι, μάνα, για τις πατάτες. Και κρύες τρώγονται. Μόνο η ιστορία πρέπει να είναι ζεστή. Να τη ζεις όταν ζεματάει η ρουφιάνα». Έτσι της είπα, αλλά δεν νομίζω πως κατάλαβε. Είμαι σίγουρος πως θα με περίμενε στο σπίτι, καθισμένη δίπλα στο πιάτο με τις πατάτες.

-Ωραίοι βγήκαμε, μάγκες;
-Θα μας το πουν οι διοικητές μας αύριο το πρωί αυτό.

Δεν πρόλαβε να γίνει η πρωινή αναφορά την επόμενη μέρα και με κάλεσε ο διοικητής στο γραφείο του. Με κοιτούσε αμίλητος. Δεν ξέρω τι περίμενε να δει. Ίσως να ήταν λίγο φουσκωμένο το στομάχι μου από τις χθεσινές πατάτες και να έμοιαζα κάπως περίεργος. Κρύες, βλέπετε, και πασπαλισμένες από τη μουρμούρα της μάνας μου. Ακόμα πιο δυσκολοχώνευτες…

-Χτες είχες έξοδο. Σωστά; με ρώτησε ο διοικητής, τάχα μου ανήξερος.
-Σωστά.
-Και στις εξόδους σου, τι κάνεις συνήθως;
-Κοιμάμαι, απάντησα κοφτά.
-Χτες κοιμήθηκες;
-Κάθε μέρα κοιμάμαι, κύριε διοικητά.
-Με κοροϊδεύεις;
-Εσείς με κοροϊδεύετε. Βλέπω τις φωτογραφίες που κρατάτε. Γιατί με ρωτάτε όλες αυτές τις ανούσιες ερωτήσεις;
-Θέλεις να πεις πως εσύ είσαι αυτός εδώ στη φωτογραφία;
-Φυσικά και είμαι εγώ. Γι’ αυτό δεν με φωνάξατε στο γραφείο σας;
-Όχι, φυσικά και όχι.

Πρώτη φορά έβλεπα το όχι να μην είναι συγκεκριμένο και σαφές. Ένα όχι συγκεχυμένο, ένα όχι ατελές, ένα όχι που έψαχνε τα πατήματά του.

-Κύριε διοικητά, δεν απαγορεύεται να πηγαίνω στις διαδηλώσεις, είπα κάπως βιαστικά προσπαθώντας να αφουγκραστώ τις διαθέσεις του.
-Δε μ’ ενδιαφέρει η διαδήλωση στην οποία πήγες. Να πεις ότι δεν πήγες με ενδιαφέρει.
-Τι εννοείτε;
-Εγώ στον ανώτερό μου είπα πως δεν πήγε κανένας από το τάγμα μου. Θέλω να μου καλύψεις τον κώλο. Κατάλαβες;
-Γιατί να πω ψέματα;
-Γιατί αλλιώς δε θα τελειώσεις ποτέ τον στρατό. Κατανοητό;

Χτύπησε το κινητό μου. Ήταν η μάνα μου. Πάλι πατάτες είχε κάνει σήμερα. Ζήτησα να φύγω για να τις φάω ζεστές.

Ο διοικητής μ’ άφησε. Του είπα πως μία ζεστή πατάτα καλύπτει άνετα έναν κώλο και μ’ άφησε…

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: