Δημοκρατικός στρατός και βασιλικοί επίδεσμοι

Η Ζωή Βαλάση κατορθώνει να  δώσει όχι μόνο πτυχές από τη ζωή στην Ανατολική Γερμανία, αλλά και να θίξει με ιδιαίτερη ευαισθησία ζητήματα της νεοελληνικής ιστορίας και των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων. Πολύ όμορφη ιστορία με χιούμορ και παιδική αθωότητα, χωρίς καθόλου διδακτισμό και κήρυγμα, μέσα από την οποία αναδεικνύεται  η αξία της συντροφικότητας και της φιλίας.

Δημοκρατικός στρατός και βασιλικοί επίδεσμοι

«Μια ελληνική οικογένεια περνάει τις καλοκαιρινές διακοπές στην Ανατολική Γερμανία του΄80. Παραμυθένιες συναντήσεις, περιπέτειες που μπλέκουν τον κόσμο της φαντασίας με την καθημερινότητα, απορίες κι αμφιβολίες, κουβέντες της καρδιάς, παράξενη φύση, αλλιώτικη ζωή…Μέσα από μια – φαινομενικά – απλοϊκή ματιά, όλο το μυστήριο και το δράμα της ξενιτιάς και ο γρίφος της «πατρίδας». (από το οπισθόφυλλο)

Η Ζωή Βαλάση κατορθώνει με τη ματιά του μεσαίου παιδιού της οικογένειας να  δώσει όχι μόνο πτυχές από τη ζωή στην Ανατολική Γερμανία, αλλά και να θίξει με ιδιαίτερη ευαισθησία ζητήματα της νεοελληνικής ιστορίας και των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων.

Πολύ όμορφη ιστορία με χιούμορ και παιδική αθωότητα, χωρίς καθόλου διδακτισμό και κήρυγμα, μέσα από την οποία αναδεικνύεται  η αξία της συντροφικότητας και της φιλίας.

Αυτός ο πιτσιρικάς, λοιπόν, περίπου δέκα χρονών, σε ρόλο συγγραφέα, ξεκαθαρίζει πριν αρχίσει την αφήγησή του:

“Αυτά που έχω να πω εδώ τώρα είναι για το ταξίδι μας στη Γερμανία, στην Ανατολική Γερμανία όπως τη λέγανε τότε, και για τους φίλους μας, τον Μάκη και τη Μαργαρίτα, που μας φιλοξένησαν στο σπίτι τους. Σ’ αυτό το ταξίδι πέρασα πολύ καλά, όχι σαν μεσαίο παιδί. Γι’ αυτό και μου έχει μείνει αξέχαστο. Αλλά όχι μόνο γι’ αυτό.

Πριν απ’ αυτό το ταξίδι δεν φανταζόμουν πόσο σημαντικό είναι να έχεις φίλους, δηλαδή καλούς φίλους. Στο σχολείο μάς το λέγανε από τη δευτέρα τάξη, γράφαμε κάθε χρόνο έκθεση για τη φιλία, αλλά όλες τις φορές εγώ έγραφα παιδιακίσια πράματα. Δεν ήξερα.

Επίσης, εκείνο το καλοκαίρι άκουσα κάτι αλλιώτικα πράματα για το τι είναι πατρίδα. Όχι σαν εκείνα του σχολείου. Ωραία πράματα.

Σ’ αυτή την ιστορία με τις περιπέτειές μας στην Ανατολική Γερμανία, εγώ παίζω έναν πολύ σημαντικό ρόλο, όπως ελπίζω να διαπιστώσετε, αν βέβαια καταφέρω να πω τα πράματα όπως έγιναν και όχι όπως τα λένε μερικοί μερικοί…Θα μου πείτε: “Και πώς τα θυμάσαι όλα; Τι είπανε και τι απαντήσανε και τι σκεφτήκανε… Κρατούσες ημερολόγιο;”

Λοιπόν, πρώτον, εγώ θυμάμαι πολύ καλά. Δεύτερον, έχουμε βγάλει πολλές, άπειρες φωτογραφίες που μου θυμίζουν ό,τι έγινε και δεν έγινε. Τρίτον, αν και δεν ήταν απαραίτητο, “δανείστηκα” μερικές φωτογραφίες από το άλμπουμ του αδερφού μου κι έριξα μια ματιά στο ημερολόγιό του όπου τα έγραφε όλα και το κρατούσε στο συρτάρι του γραφείου του – σχεδόν κλειδωμένο – γιατί είναι ένας γραφειοκράτης.

Από κει δανείστηκα και μερικές πληροφορίες που μου φρεσκάρισαν τη μνήμη. Φυσικά, έκανα και κάποιες βελτιώσεις. Όλοι οι συγγραφείς κάνουν…”

***

Δεν θα ξεχάσω εκείνο το πρωί που ξυπνήσαμε όλοι από κουβέντες, σούρτα φέρτα, πόρτες που ανοιγοκλείνανε, κατσαρολικά, πιατικά, φασαρία!

– Τι έγινε; Τι έγινε;

Οι γονείς μας ήταν ανήσυχοι. Εμείς τα παιδιά μες στον ύπνο μας νομίσαμε ότι βρισκόμασταν στα Πολιτικά όπου σχεδόν κάθε πρωί γίνεται τέτοια φασαρία κι έτσι γυρίσαμε απ’ τ’ άλλο πλευρό για να συνεχίσουμε το χουζούρι μας.

Αλλά δεν ήμασταν στα Πολιτικά.

– Η γιαγιά! Η γιαγιά αρρώστησε! ακούσαμε τη φωνή της Μαργαρίτας.

– Θα της έπεσε το ζάχαρο, είπε η μάνα.

– Όχι, της ανέβηκε!

Εμείς βάλαμε τα γέλια. Τι είναι το ζάχαρο; Ασανσέρ; Και γέλια, γέλια. Αλλά η κατάσταση ήταν σοβαρή. Η γιαγιά ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ πιο άσπρη από τραπεζομάντιλο.

– Θα πρέπει να της έπεσε το ζάχαρο, ξαναείπε η μάνα (που κάποτε ήθελε να γίνει γιατρός και της είχε μείνει μια μανία να κάνει διαγνώσεις). Είναι ακόμα πρωί, δεν έχει πάρει πρωινό, πώς να της έχει ανέβει;

– Σηκώθηκε χαράματα κι έφαγε όλες τις κρέπες με το μέλι…είπε σιγανά η Μαργαρίτα.

– Στο νοσοκομείο! Αμέσως! φώναξε ο Μάκης και πήγε στο τηλέφωνο.

– Δεν πάω εγώ στα νοσοκομεία των ναζήδων, ακούστηκε η φωνή της ετοιμοθάνατης γιαγιάς (πολύ πεισμωμένη μου φάνηκε για ετοιμοθάνατη). Εγώ μόνο στη Δρέσδη πάω, στον Γιώργη μας.

– Κι εκείνο γερμανικό νοσοκομείο είναι, της είπε ο Μάκης.

– Όχι, είναι του Γιώργη μας.

– Μέχρι να σε πάμε στη Δρέσδη θα πεθάνεις, της είπε ο Μάκης.

– Ο Γιώργης μας θα με ζωντανέψει, είπε η γιαγιά κι έκλεισε τα μάτια και σούφρωσε τα χείλη.

– Βρε, τι πάθαμε! είπε ο Μάκης, κι ενώ τον έβλεπα που κρατούσε το ακουστικό, δεν τον έβλεπα να παίρνει τηλέφωνο.

– Άκου γιαγιά, είπε η Μαργαρίτα. Θα σε πάμε στον γιατρό εδώ και ο Μάκης θα τηλεφωνήσει στον Γιώργη μας να έρθει. Εντάξει;

Η γιαγιά δεν είπε τίποτα, νομίζω πως δεν μπορούσε, κι έτσι την πήγανε άρον άρον στον γιατρό.

Όσο να γυρίσουνε, καθόμασταν στον κήπο και περιμέναμε. Ο μικρός έπαιζε με την άμμο κάτω από την καστανιά κι έτσι μπορούσαμε να κουβεντιάζουμε σαν άνθρωποι.

– Θέλω να μάθω γι’ αυτόν τον Γιώργη…, μουρμούρισε ο πατέρας.

– Μήπως είναι κάνας αγαπημένος συγγενής…

– Μάλλον κάνας καλός γιατρός, αφού είναι στο νοσοκομείο…

– Μα τέτοιο πείσμα! Τέτοια εμπιστοσύνη!

– Σαμάνος θα ’ναι, είπε ο Αστέρης.

– Έλληνας, είπα εγώ.

 

Σε δυο μέρες η γιαγιά ήτανε περδίκι.

Ο γιατρός τα είχε καταφέρει, κι ας μην ήταν ο Γιώργης «τους».

– Ποιος είναι αυτός ο Γιώργης και γιατί τον έλεγε ο Γιώργης «μας»; ρώτησε πάλι, με μεγάλη περιέργεια, ασυνήθιστη περιέργεια, ο πατέρας.

– Α, ένας εξαιρετικός, ένας σπάνιος άνθρωπος, απάντησε ο Μάκης και τα μάτια του λάμψανε.

– Είναι σαμάνος; ρώτησε ο αδερφός μου, κι επειδή ο Μάκης μάλλον δεν κατάλαβε, συνέχισε πιο απλά. Είναι μάγος;

– Πες το κι έτσι, πες το κι έτσι…, είπε η Μαργαρίτα.

– Είναι γιατρός, χειρουργός, διευθυντής του νοσοκομείου της Δρέσδης.

– Έλληνας, ε; είπα εγώ και κοίταξα περήφανος τον αδερφό μου. Αυτή τη φορά εγώ είχα πει το σωστό.

– Έλληνας, και τι Έλληνας! είπε ο Μάκης.

– Και πώς διευθύνει το γερμανικό νοσοκομείο; μπήκε στη μέση ο αδερφός μου.

– Είναι ένας μεγάλος επιστήμονας, πολύ γνωστός, Αστέρη, έχει γράψει πολλά βιβλία, αλλά προπάντων είναι σπουδαίος άνθρωπος! Ένας άνθρωπος που έγινε γιατρός, όχι για να κάνει καριέρα αλλά για να σώζει ζωές. Μεγάλος άνθρωπος!

– Πόσο ψηλός; πετάχτηκε ο μικρός που ως εκείνη τη στιγμή χάλαγε ένα παζλ και το ξανάφτιαχνε με δικούς του αποκλειστικά συνδυασμούς.

– Ψηλός όσο τα βουνά. Όσο ο Γράμμος και το Βίτσι, ξανάπε ο Μάκης.

Για να πω την αλήθεια, εγώ αυτά τα ονόματα, στην αρχή δεν τα άκουσα καλά. Ύστερα, όμως, τα είπανε τόσες πολλές φορές που τα έμαθα. Έμαθα και για τον Εμφύλιο. Όπου πολεμάνε οι φίλοι μεταξύ τους.

Κι άρχισε, λοιπόν, ο Μάκης να διηγείται πράματα και θάματα για τον «Γιώργη μας.» Πώς πολέμησε τους Γερμανούς στην Ελλάδα, πώς πολέμησε τους Γερμανούς μαζί με τους Αυστριακούς πατριώτες στην Αυστρία, και πώς άφησε την καριέρα του και την οικογένειά του στην Αυστρία για να κατέβει να πολεμήσει στον Εμφύλιο πόλεμο της Ελλάδας, στο πλευρό των ανταρτών στα βουνά εκείνα που σας είπα. Πώς οργάνωσε χειρουργεία και χειρουργούσε στην πρώτη γραμμή, πώς φρόντιζε και τους άρρωστους χωρικούς από τα γύρω χωριά. Ακόμα και τους στρατιώτες που πιάνανε αιχμαλώτους οι αντάρτες, κι αυτούς τους χειρουργούσε. Αν χρειαζόταν βέβαια, αν ήσαν πληγωμένοι.

– Ο Γιώργης, κάτω από τις σφαίρες, κοίταζε πώς να σώσει τους ανθρώπους, όποιοι και να ’τανε, έλεγε ο Μάκης. Και όταν τελείωσε ο Εμφύλιος κι ο Γιώργης πήγε στο νοσοκομείο της Δρέσδης, εκεί να δεις τι γινόταν. Όλοι οι Έλληνες, όχι μονάχα εμείς που ήμασταν πρόσφυγες, αλλά κι από την Ελλάδα…Ποιος είχε ανάγκη; στον Γιώργη. Κι αυτός τους κράταγε στο σπίτι του όσο να βρεθεί θέση στο νοσοκομείο, και πάλι τους κράταγε στο σπίτι του μετά την εγχείρηση για να τους φτιάξει το ηθικό!

 

Ο πατέρας είχε βουρκώσει. Δεν τον φανταζόμουνα τόσο αιστηματία. Η μάνα κοιτούσε κι άκουγε σιωπηλή, κι αυτή συγκινημένη. Και να πω πως είχε ζήσει κανένας τους τον Εμφύλιο ή πως είχε κανέναν συγγενή αντάρτη ή από τους άλλους…

Με τον Αστέρη κοιταζόμασταν παραξενεμένοι.

Είχε πέσει και μια σιωπή…

– Τζαμαλούκα, Γιώργη Τζαμαλούκα τον λένε, είπε ξαφνικά ο πατέρας.

– Ναι! Ναι! Τον είχες ακουστά βέβαια! ενθουσιάστηκε ο Μάκης.

– Είναι ο θείος μου, είπε ο πατέρας.

Τότε, θυμηθήκαμε το περασμένο καλοκαίρι που είχε έρθει ο θείος Γιώργης στην Ελλάδα με τη Χίλντα, τη γυναίκα του, που όλο γελούσε, και τους πηγαίναμε βόλτες κι εκδρομές μαζί με την Κατερίνα και τον άντρα της, τον Κώστα.

Και θυμήθηκα κάτι αστείες ιστορίες – δηλαδή τότε τις είχαμε περάσει για αστείες – που έλεγε η ξαδέρφη του πατέρα η Κατερίνα (που είναι βέβαια κι αυτή ανιψιά του γιατρού). Με τη Χίλντα τα κουβέντιαζαν, στο κτήμα των φίλων μας που σας έλεγα, στον Μαραθώνα…Αναμνήσεις, που συνηθίζουν οι μεγάλοι. Κι ακούγαμε κι εμείς, ο μεγάλος αδερφός μου κι εγώ και το σκυλάκι, η Κυβέλη (ο μικρός έπαιζε ποδόσφαιρο κι έβαζε γκολ στα δέντρα).

Έλεγε, λοιπόν, η Κατερίνα πως όταν ο θείος Γιώργης κατέβηκε στην Ελλάδα η Χίλντα έμεινε μόνη. Νιόπαντρη.

– Αλήθεια πώς σου ’ρθε να κατέβεις κι εσύ στην Ελλάδα, μες στη φωτιά; τη ρώτησε η Κατερίνα (για να την τσιγκλίσει).

– Ε, είπα κι εγώ η καημένη, συνέχισε η θεία, γελώντας πάντα, τι; θα κάθομαι εγώ εδώ κι ο άντρας μου θα παιδεύεται και θα κινδυνεύει; Κι έτσι πήγα στο βουνό, φορτωμένη με τα ρούχα και τα μπαούλα με τα προικιά μου, που ήταν όλο σειρήτια και δαντέλες και με το μονόγραμμά μου κεντημένο…μες στο κρύο, στο χιόνι, στις λάσπες, στην πείνα, στα βόλια…Και βοηθούσα εκεί με τις νοσοκόμες.

– Κι ευτυχώς που πήγες, είπε η Κατερίνα στη θεία, γιατί κάποια στιγμή βρέθηκαν στο χειρουργείο χωρίς καθόλου επιδέσμους!

Και γέλασαν, κάπως πικρά, όχι αληθινά, έτσι μου φάνηκε.

Εγώ δεν το ’πιασα αμέσως, αλλά ο αδερφός μου όχι μόνο κατάλαβε τι έγιναν τα κεντημένα προικιά αλλά έκανε και σχόλιο. Θυμάμαι, είπε:

«Ε, λοιπόν, τι δημοκρατικός στρατός και δημοκρατία; Τέτοιους επιδέσμους με κεντίδια και δαντέλες ούτε οι βασιλιάδες δεν έχουν!»

 

Πολύ αργότερα, πήγαμε και στη Δρέσδη. Όχι στο νοσοκομείο. Στο σπίτι του θείου και της θείας. (απόσπασμα)

 

Ζωή Βαλάση, Τρία υπέροχα αγόρια και ένα κορίτσι, Κέδρος, Αθήνα 2017
Φωτογραφία: Επίδεση τραύματος μαχητή του ΔΣΕ (Πηγή: Αρχείο ΚΚΕ)

 

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: