Διδάσκοντας Λογοτεχνία στο Γυμνάσιο

Τα διδακτικά εγχειρίδια των Κειμένων Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (ΚΝΛ) για τις τρεις τάξεις του Γυμνασίου και τα αντίστοιχα βιβλία του εκπαιδευτικού εισήχθησαν το σχολικό έτος 2006-2007.

Διδάσκοντας Λογοτεχνία στο Γυμνάσιο
Τα διδακτικά εγχειρίδια των Κειμένων Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (ΚΝΛ) για τις τρεις τάξεις του Γυμνασίου και τα αντίστοιχα βιβλία του εκπαιδευτικού εισήχθησαν το σχολικό έτος 2006-2007. Σημειώνουμε ωστόσο ότι τα προηγούμενα αντίστοιχα εγχειρίδια (των Ν. Γρηγοριάδη, Δ. Καρβέλη, Χ. Μηλιώνη, Κ. Μπαλάσκα, Γ. Παγανού) είναι προσανατολισμένα σε μια πιο επιστημονική αντιμετώπιση του λογοτεχνικού φαινομένου, λιγότερο απο-ιδεολογικοποιημένη και κάπως περισσότερο ενταγμένη σε μια «ιστορικότητα», ενώ τα ανθολογημένα σ’ αυτά κείμενα έχουν σαφώς πιο προοδευτική χροιά. Τέλος, μαζί με τα εγχειρίδια του μαθητή και του εκπαιδευτικού, εισάγεται το βιβλίο «Ιστορία Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» για τις τρεις τάξεις του Γυμνασίου1, το οποίο είναι γεμάτο από σφάλματα κάθε είδους: Από λάθη στη χρήση των σημείων στίξης και στις λεζάντες των εικόνων έως σημαντικές ιστορικές και πραγματολογικές ανακρίβειες.

Μια πρώτη χαρακτηριστική παρατήρηση που μπορεί να κάνει κανείς, αν διατρέξει τα περιεχόμενα των νέων εγχειριδίων του μαθητή, σε σύγκριση ιδίως με τα προηγούμενα, είναι ότι ο «Υμνος εις την Ελευθερίαν» του Δ. Σολωμού έχει αποπεμφθεί και από τις τρεις τάξεις του Γυμνασίου, από εκεί μάλιστα που ανθολογούνταν και στα τρία παλιότερα εγχειρίδια. Ας μας επιτραπεί η επισήμανση ότι η κόψη του σπαθιού του βάρδου της Επανάστασης του ’21 είναι όντως τρομερή για τους σύγχρονους Μέτερνιχ και τους κοσμοπολίτες κολαούζους τους. Ακόμη σημαντικότερο όμως είναι το ότι εισάγονται οι λεγόμενες διαθεματικές εργασίες / δραστηριότητες (οι οποίες δεν πρέπει ασφαλώς να συγχέονται με τη διεπιστημονικότητα), που, αποσπώμενες από το γνωστικό αντικείμενο, συμβάλλουν στον κατακερματισμό της γνώσης και την αντιμετώπισή της ως πληροφορίας. Υλοποιείται λοιπόν η διαθεματικότητα, αφού ουσιαστικά γίνεται απλή αναζήτηση γνώσεων ή πληροφοριών και συγκόλληση ασύνδετων τις περισσότερες φορές μεταξύ τους στοιχείων. Στο επίκεντρο μπαίνει η πληροφορία, η οποία δεν πρέπει να αναζητείται τόσο στις σχολικές βιβλιοθήκες – που ούτως ή άλλως υπολειτουργούν ή τελούν υπό κατάργηση – αλλά κυρίως στο διαδίκτυο, όπου συχνότατα παραπέμπονται οι μαθητές από τα εγχειρίδια, ιδίως αυτό της Α’ Γυμνασίου (βλ. ενδεικτικά σελ. 34, 75, 87 κ.ά.).

Ζητήστε τη συνδρομή ιερέων και αθλητών…

Πιο συγκεκριμένα, στο διδακτικό εγχειρίδιο της Α’ Γυμνασίου οι ερωτήσεις που ακολουθούν το κείμενο εισάγονται σε ελάχιστες περιπτώσεις με το «γιατί» (λιγότερες από δέκα, όταν στο παλιότερο εγχειρίδιο ξεπερνούσαν τις τριάντα). Ο μαθητής θα πρέπει απλώς να παρατηρεί και όχι να εξηγεί, να μην εξετάζει το «γιατί». Και εύλογα μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος γιατί να το εξετάζει, όταν διαβάζει στο εισαγωγικό σημείωμα της ενότητας «Θρησκευτική ζωή» το εξής: «Η πίστη αποτελεί για τον άνθρωπο καταφύγιο και παρηγοριά στις δύσκολες ώρες του (…), γεννά μέσα του αγάπη και ευαισθησία για όλα τα πλάσματα του Θεού. Αυτό που προβάλλεται (…) μέσα από τα κείμενα είναι ότι η σχέση που αναπτύσσει ο άνθρωπος με το Θεό επηρεάζει τον τρόπο της σκέψης και των ενεργειών του» (σελ. 53). Από την ίδια ενότητα αντιγράφουμε προτεινόμενη διαθεματική εργασία (σελ. 60), πολύ χαρακτηριστική για τη σύγχυση της εξέτασης του λογοτεχνικού φαινομένου και της απόλαυσης του κειμένου ως καλλιτεχνικού προϊόντος με μεταφυσικές ανησυχίες και αναζητήσεις: «Ζητήστε τη βοήθεια του καθηγητή των Θρησκευτικών ή απευθυνθείτε στον ιερέα της ενορίας σας για να βρείτε και να παρουσιάσετε στην τάξη την προσευχή που, σύμφωνα με τους κανόνες της Εκκλησίας, διαβάζεται όταν γίνεται λιτανεία για τη λειψυδρία». Είναι γενικότερο όμως γνώρισμα των εργασιών αυτού του είδους να κρατούν ίσες αποστάσεις από τα μυθεύματα και την επιστημονική γνώση. Η προηγούμενη πάντως διαθεματική εργασία ακολουθεί απόσπασμα του μυθιστορήματος του Στ. Μυριβήλη «Η Παναγιά η Γοργόνα» (σελ. 57-59), για το οποίο προτείνεται στο αντίστοιχο βιβλίο του εκπαιδευτικού (σελ. 47) ως παράλληλο κείμενο απόσπασμα από τη «Ρωμιοσύνη»2 του Γ. Ρίτσου, με την επισήμανση ότι «το αντικειμενικό πρόβλημα της λειψυδρίας στον ελληνικό νησιωτικό χώρο είναι μοτίβο συνηθισμένο στην ποίηση της γενιάς του ’30» (!).

Στην ενότητα «Αθλητισμός» ανθολογείται το ποίημα του Παλαμά «Ο Ολυμπιακός ύμνος» (σελ. 148-149). Η πρώτη ερώτηση που συνοδεύει το κείμενο είναι σαν να έχει βγει απευθείας από το διαγωνισμό PISA του ΟΟΣΑ: «Τι είναι ο “δρόμος”, το “πάλεμα” και το “λιθάρι”; Ποια είναι τα σημερινά αντίστοιχα αθλήματα;». Αν και θεωρούμε ότι τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται, θα μπορούσαν όμως πάλι τα τρία αυτά ουσιαστικά να επεξηγούνται σε υποσελίδιο σχολιασμό. Το βέβαιο εκτός των άλλων είναι ότι με τέτοιου είδους ερωτήσεις – όπως και η πρώτη διαθεματική εργασία που ακολουθεί3 – το κείμενο μεταβάλλεται σε πηγή πληροφοριών, χάνοντας εντέλει τη μορφωτική του αξία ως μια ορισμένη έκφραση της τότε νεοελληνικής ζωής (1895-’96). Για το κείμενο του Παλαμά προτείνεται στο βιβλίο του εκπαιδευτικού (σελ. 104) ως εναλλακτικός τρόπος διδασκαλίας «να κληθεί ένας αθλητής ή ένας προπονητής και να μιλήσει για τη χρησιμότητα του αθλητισμού αλλά και για τις ιδιαιτερότητες του πρωταθλητισμού». Με τον τρόπο αυτόν όμως το μάθημα της Λογοτεχνίας τείνει να γίνει ένα είδος «ευέλικτης ζώνης», όπου με πάσα βεβαιότητα η Λογοτεχνία παύει να είναι το αντικείμενο της διδασκαλίας.

Διεκδίκηση μόνο σε έναν ατομικό δρόμο

Στο εγχειρίδιο του μαθητή για τη Β’ Γυμνασίου (των Ε. Γαραντούδη, Σ. Χατζηδημητρίου και Θ. Μέντη), στην ενότητα «Παλαιότερες μορφές ζωής» ανθολογείται το διήγημα του Α. Τσέχοφ «Ενας αριθμός» (σελ. 106-108), όπου γίνεται αναφορά «σε ένα ακραίο παράδειγμα παθητικής συμπεριφοράς εργαζόμενης γυναίκας»4. Και εμείς δεν διαφωνούμε ότι είναι έτσι. Στη συνέχεια διαβάζουμε στην ενδεικτική ερμηνευτική προσέγγιση του διηγήματος στο αντίστοιχο βιβλίο του εκπαιδευτικού (σελ. 73-75), ανάμεσα σε άλλα, και το εξής: «Στην απίθανη περίπτωση που δεν υπάρξει η αναμενόμενη αντίδραση από τους μαθητές σχετικά με τη διεκδίκηση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων του εργαζομένου, σύμφωνα με τα νόμιμα μέσα της εποχής μας, ο καθηγητής είναι απαραίτητο να τονίσει την ανάγκη για αποφυγή της ηττοπάθειας, δίνοντας έμφαση στην ευπρεπή αγωνιστική στάση κάθε ανθρώπου, με σκοπό την επικράτηση της κοινωνικής δικαιοσύνης σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Επίσης είναι φυσικό να δημιουργηθούν στους μαθητές εύλογα ερωτήματα σχετικά με το περιεχόμενο της διδασκαλίας της δεσποινίδας Ιουλίας (το «ακραίο παράδειγμα»), για την οποία θα πρέπει να έχουν σχηματίσει στο μυαλό τους μια διόλου κολακευτική εντύπωση». Επιπλέον, στο βιβλίο του μαθητή, με αφορμή το ίδιο κείμενο, διαβάζουμε στη μία από τις δύο διαθεματικές δραστηριότητες και αυτό: «Πολλοί άνθρωποι πέφτουν, εξαιτίας του χαρακτήρα τους ή των κοινωνικών συνθηκών της ζωής τους, θύματα οικονομικής εκμετάλλευσης». Το υπάρχον κοινωνικοοικονομικό σύστημα παρουσιάζεται ως κατιτί παγιωμένο και αμετάβλητο, έξω σχεδόν ολότελα από κάθε ευθύνη, πρέπει όμως σ’ αυτό το σύστημα οι άνθρωποι ως άτομα να προσπαθούν να… βελτιώσουν το χαρακτήρα τους (αίτιο της οικονομικής εκμετάλλευσης την οποία υφίστανται) και τις συνθήκες της ζωής τους. Οι διατυπώσεις αυτές τείνουν στην πραγματικότητα σε μια ατομική διεκδίκηση, μακριά φέρ’ ειπείν από το οργανωμένο συνδικαλιστικό κίνημα.

Μια ατυχέστατη σύγκριση

Το ποίημα του Μ. Μπρεχτ «Για τον όρο “μετανάστες”» (σελ. 139-140) ανθολογείται στη θεματική ενότητα «Η αποδημία – Ο καημός της ξενιτιάς – Ο ελληνισμός έξω από τα σύνορα – Τα μικρασιατικά – Οι πρόσφυγες». Ως παράλληλο κείμενο στο βιβλίο του εκπαιδευτικού (σελ. 97-98) προτείνεται απόσπασμα από το ποίημα του Γ. Σεφέρη «Ο τελευταίος σταθμός», με την εξής ερώτηση: «Συγκρίνετε το αίσθημα του πολιτικού πρόσφυγα που δίνει ο Μπρεχτ με την αντίστοιχη κατάσταση που περιγράφει στο ποίημά του ο Σεφέρης». Καλούνται, δηλαδή, οι μαθητές να συγκρίνουν και να αντιστοιχίσουν τον Μπρεχτ, ο οποίος μετά την άνοδο των ναζί στην εξουσία αναγκάστηκε να αυτοεξοριστεί, με τις ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες, στίχος του Σεφέρη από το επίμαχο απόσπασμα, ο οποίος αναφέρεται στους αστούς πολιτικούς που αμέσως μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τους χιτλερικούς το έβαλαν στα πόδια για τη Μέση Ανατολή, από όπου μαζί με τους Αγγλους απεργάζονταν σχέδια για το μετά (ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων), την ώρα που η μεγάλη πλειοψηφία του λαού μας έδινε με το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ τον τιτάνιο αγώνα και ελευθέρωνε την Αθήνα και την υπόλοιπη πατρίδα. Το ότι όμως ο Μπρεχτ διώχτηκε από το ναζιστικό καθεστώς και αυτοεξορίστηκε στη Σκανδιναβία επειδή ήταν κομμουνιστής, δεν κρίνεται από τους συγγραφείς σκόπιμο να δοθεί ως βιογραφικό στοιχείο του συγγραφέα ούτε στο βιβλίο του εκπαιδευτικού. Φαίνεται και από αυτό ότι η αστική εξουσία – από την πιο ήπια έως την πιο βάρβαρη εκδοχή της – μπορεί να ασχολείται με τη λογοτεχνία, η λογοτεχνία όμως, ιδίως στη σχολική της εκδοχή, δεν είναι καθόλου πρέπον να μπερδεύεται με την πολιτική, και μάλιστα όταν αυτή θέτει επί τάπητος την υπόθεση της αλλαγής του κόσμου.

Η ιστορική διάσταση της λογοτεχνίας δεν υποβαθμίζεται μόνο με ανιστόρητες και τελικά αντιεπιστημονικές φράσεις τύπου «ανατολικές χώρες», αλλά και με την εξαφάνιση ολόκληρων εποχών της Ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα βιβλία της Α’ και Β’ Γυμνασίου – εύκολο πράγματι πρόσχημα η θεματική και όχι ιστορική κατάταξη των κειμένων ή το απαράδεκτο επιεικώς πόνημα «Ιστορία Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» για τις τρεις τάξεις του Γυμνασίου -, με την εξαίρεση κυρίως λίγων δημοτικών τραγουδιών, δεν αντιπροσωπεύονται καθόλου κείμενα της παλιότερης λογοτεχνίας μας (11ος – 18ος αιώνας). Αλλά και από το εγχειρίδιο της Γ’ Γυμνασίου5– όπου προκρίνεται η ιστορική παρουσίαση της λογοτεχνίας από τις πρώτες μακρινές ρίζες της έως σήμερα – έχουν, για παράδειγμα, αγνοηθεί ή αποπεμφθεί σημαντικά κείμενα της παλιότερης Λογοτεχνίας και εν γένει Γραμματείας, όπως είναι τα «Προδρομικά» (ή «Πτωχοπροδρομικά»)6ή, σε σχέση και με το προηγούμενο εγχειρίδιο, οι «Διδαχές» του Κοσμά του Αιτωλού ή και μεταγενέστερα κείμενα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού όπως η πολύ ριζοσπαστική για την εποχή της «Ελληνική Νομαρχία».

Το παράδειγμα της κακοποίησης της «Ρωμιοσύνης»

Ακόμα και όταν ανθολογούνται κείμενα προοδευτικών συγγραφέων, πολύ μάλιστα περισσότερο – αν και όχι σύνηθες να ανθολογούνται – κομμουνιστών, γίνεται φανερά προσπάθεια αποχρωματισμού τους. Ετσι, λοιπόν, στη συνέχεια θα σταθούμε αρκετά αναλυτικά σε ένα τέτοιο παράδειγμα και με αυτό θα ολοκληρώσουμε την εργασία αυτή. Πρόκειται για απόσπασμα από τη «Ρωμιοσύνη» του Ρίτσου, το οποίο περιέχεται στο μαθητικό εγχειρίδιο της Γ’ Γυμνασίου (σελ. 190-192). Ανθολογείται, συγκεκριμένα, χωρίο από τη δεύτερη ενότητα της «Ρωμιοσύνης», οι στίχοι 46 (Κάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο της πέτρας) έως 74 (κοιτάει του Θεού τ’ αστροπερίχυτα περβόλια;). Η επιλογή αυτή – αν παραβλέψουμε «τεχνικούς» λόγους – δεν είναι τυχαία, αφού στο υπόλοιπο σώμα της ενότητας (σε αυτό που τρόπον τινά «κόπηκε») γίνονται αναφορές που δεν θα εξυπηρετούσαν την προσπάθεια αποχρωματισμού και αλλοίωσης της ιδεολογικής και πολιτικής ταυτότητας του Ρίτσου και του έργου του. Τέτοια, λόγου χάρη, είναι η αναφορά σ’ αυτούς που ανεβοκατεβαίνουνε τη σκάλα του Αναπλιού (στ. 80), τοπωνυμίου με πολλαπλές συνδηλώσεις, καθώς παραπέμπει τόσο στην Επανάσταση του ’21 και τη φυλάκιση του Κολοκοτρώνη όσο και στους δεσμώτες κομμουνιστές του μεσοπολέμου, τους οποίους ο εγχώριος φασισμός παρέδωσε στους ομογάλακτούς του κατακτητές. Στο «κομμένο» χωρίο, επίσης, γίνονται επικλήσεις της κυράς με την έγνοια του φτωχού (στ. 88-89) που τα χρυσά κλωσσά(ς) αυγά του κεραυνού (στ. 97) και που μια μέρα θαλασσιά θα βγάλει(ς) το τσεμπέρι και θα πάρει(ς) πάλι τ’ άρματα (στ. 98) – σαφής υπαινιγμός στους «Μπαρουτάδες» και στη γέννηση του ΔΣΕ. Υπάρχουν, ακόμη, στο «κομμένο» χωρίο οι στίχοι 84-87 (Μπήκαν στα σίδερα και στη φωτιά (…) το κριθαρένιο τους καρβέλι), οι οποίοι αποτελούν αυτοτελές τραγούδι στη γνωστή μελοποίηση του Μ. Θεοδωράκη.

Στη δεύτερη ενότητα της «Ρωμιοσύνης», και μάλιστα στους ανθολογημένους στο σχολικό εγχειρίδιο στίχους, παρουσιάζονται καθημερινές εικόνες και σκηνές του καλοκαιριού, πάνω στις οποίες προβάλλεται ο λαϊκός πόνος από τα δεινά της Κατοχής, του «Λευκού Τρόμου» και, βέβαια, του Εμφυλίου. Μέσα όμως από αυτόν τον πόνο και το πένθος διαφαίνονται η ψυχική δύναμη, η υπομονή και το κουράγιο, η απόφαση του λαού να αντέξει τη δοκιμασία, με τη δύναμη της ελπίδας που γεννούν οι αγωνιστικές παραδόσεις – παλιότερες και πρόσφατες – και το ζωντανό όραμα μιας ελεύθερης και ειρηνικής ζωής σε μια σοσιαλιστική κοινωνία7:

Ολοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε –

πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,

μια μεγάλη σημαία, μια μεγάλη φωτιά κατακόκκινη

και κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ’ τα χέρια τους

για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα.

και να τοι αυτοί που ανεβοκατεβαίνουνε τη σκάλα του Αναπλιού

(…)

με το μουστάκι τους θυμάρι ρουμελιώτικο πασπαλισμένο αστέρι

και με το δόντι τους πευκόρριζα στου Αιγαίου το βράχο και το

αλάτι.

Ελα κυρά (…)

πότε μια μέρα θαλασσιά θα βγάλεις το τσεμπέρι και θα πάρεις

πάλι τ’ άρματα

(…)

να λάμψει ολόγυρα ο γιαλός ως λάμπει η κόψη του σπαθιού και

τ’ Απριλιού το χιόνι

Στρεβλή παρουσίαση των χαρακτηριστικών του Ρίτσου ως ποιητή

Ωστόσο, και ενώ στίχοι όπως οι προηγούμενοι είναι «κομμένοι», στο βιβλίο του εκπαιδευτικού για τη Γ’ Γυμνασίου (σελ. 129-132) διαβάζουμε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «(σ.σ. ο λαός) είναι αποφασισμένος να αντέξει στη δοκιμασία (…), με τη δύναμη της ελπίδας που γεννά η εμπιστοσύνη στη θεϊκή συμπαράσταση αλλά και στη θεία δίκη. Ελληνικός λαός, χρώματα του δεκαπενταύγουστου, ιστορικά φυλετικά γνωρίσματα και χριστιανική πίστη διαμορφώνουν εδώ το θέμα της ελληνικότητας, το οποίο είναι καλό να συσχετιστεί, αλλά και να συγκριθεί με την αντίστοιχη αποτύπωσή του στο Αξιον Εστί του Ελύτη. Μια άλλη διάσταση του θέματος αποτελεί η εμμονή στις ρίζες και η ελληνολατρία (…)». Η λαθροχειρία που επιχειρείται εδώ, σε συνδυασμό πάντα με το σκόπιμα επιλεγμένο απόσπασμα του αντίστοιχου εγχειριδίου του μαθητή, είναι φανερή. Ο Ρίτσος εμφανίζεται περίπου ως φυλετιστής (!) και «ελληνολάτρης», αλλά και ως θρησκευτικός ποιητής. Το πρώτο κατηγορούμενο δεν το σχολιάζουμε περισσότερο. Οσον αφορά πάντως την ελληνολατρία του, ίσως η κρίση αυτή πρέπει να συσχετιστεί με το έτερο ανθολογημένο στο εν λόγω εγχειρίδιο ποίημα, το οποίο έχει τον υποβοηθητικό των σκέψεων των συγγραφέων τίτλο «Αρχαίο θέατρο» (σελ. 188-189). Η φράση «αιώνια αντήχηση του διθυράμβου» από το εισαγωγικό σημείωμα που το συνοδεύει θεωρούμε ότι είναι χαρακτηριστική. Σχετικά τώρα με το «θέμα της ελληνικότητας» του Ρίτσου, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι ο ίδιος ο τίτλος του έργου διατυπώνει από την αρχή την πρόθεση του ποιητή να δηλώσει την ιδεολογική του τοποθέτηση. Στο λήμμα «ρωμιοσύνη» του Λεξικού της Κοινής Νεοελληνικής (Ιδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), διαβάζουμε ότι η λέξη σημαίνει «το νεότερο ελληνισμό, συνήθ. σε προτάσεις που μιλούν για τους αγώνες του, τα παθήματά του, τους ηρωισμούς και τις ελπίδες του». Απέναντι στην αρχαιόπληκτη αστική τάξη και στον όρο «ελληνισμός», που αθέλητα περιέχει την έννοια της «περιούσιας φυλής», ο Ρίτσος επιλέγοντας τον τίτλο «Ρωμιοσύνη» δείχνει ένα ενδιαφέρον που εντοπίζεται στα χρόνια της πρόσφατης ηρωικής Ιστορίας του νέου ελληνισμού, στρατεύεται εντέλει με τον λαό.

Αξίζει βέβαια και ένας σχολιασμός στη θρησκευτικότητα του Ρίτσου. Διότι, εκτός από τις αρλούμπες που διαβάζει ο εκπαιδευτικός στο εγχειρίδιο της Γ’ Γυμνασίου το προορισμένο γι’ αυτόν, η επιχείρηση «Γ. Ρίτσος, μείζων θρησκευτικός ποιητής του ελληνισμού» ξεκινάει ήδη από το βιβλίο του μαθητή της Α’ τάξης. Εκεί (σελ. 168-169) ανθολογείται η πρώτη ενότητα από το «Πρωινό άστρο», και οι συγγραφείς προτείνουν στο αντίστοιχο βιβλίο του εκπαιδευτικού (σελ. 117-118) την εξής ερώτηση για ένα ενδεικτικό κριτήριο αξιολόγησης: «Σε ποιο σημείο και με ποιες εκφράσεις ο ποιητής εντάσσει στο νανούρισμα τη θρησκευτική πίστη;». Στη Β’ Γυμνασίου όμως ο Ρίτσος, με το ποίημά του «Τ’ άσπρο ξωκκλήσι» (σελ. 62-63), γίνεται ο ένας από τους τέσσερις συγγραφείς που συγκροτούν με ισάριθμα κείμενα τη θεματική ανθολογία του οικείου βιβλίου για την ενότητα που επιγράφεται «Θρησκευτική ζωή». Ως διδακτικός στόχος του ποιήματος ορίζεται «να συνειδητοποιήσουν οι μαθητές ότι οι τελετουργίες της εκκλησίας και η ελληνορθόδοξη παράδοση συνδέονται με την ιστορική συνέχεια και προσδιορίζουν σημαντικά τη νεοελληνική πολιτισμική ταυτότητα»8. Για να επιστρέψουμε ωστόσο στην ανθολογημένη (ή μήπως κακοποιημένη;) «Ρωμιοσύνη», η υπερρεαλίζουσα (ή και υπερρεαλιστική) εικόνα της Παναγιάς που πλαγιάζει στις μυρτιές με τη φαρδιά της φούστα λεκιασμένη απ’ τα σταφύλια (στ. 52) θα μπορούσε να ενταχθεί στη θρησκευτικότητα του ποιητή, θρησκευτικότητα εντούτοις βαθιά λαϊκή, διάχυτη σε πολλά τμήματα του έργου του και συνάμα, όπως η πολιτεία στη «Σονάτα του σεληνόφωτος»τόσο θετική σαν μεταφυσική. Στον Ρίτσο, «τα χριστιανικά μυθήματα», γράφει ο Γιώργος Βελουδής, «απαλλαγμένα από το θρησκευτικό – μεταφυσικό τους περιεχόμενο, μεταλειτουργούνται σε σύμβολα – φορείς μιας νέας, εγκόσμια θεμελιωμένης, κοινωνικής κριτικής».

Τελειώνοντας, δεν πρέπει να διαφύγει την προσοχή μας ότι στο βιβλίο του εκπαιδευτικού για τη Γ’ Γυμνασίου διαπράττεται και ένα άλλο ολίσθημα, το οποίο αφορά την εκδοτική τύχη της «Ρωμιοσύνης», περιέχει δε και πραγματολογικό σφάλμα. Αντιγράφουμε από τις εκεί διδακτικές οδηγίες: «(…) να τεθεί (σ.σ. στους μαθητές) το ερώτημα σχετικά με τις αιτίες της εικοσάχρονης καθυστέρησης του ποιητή, ο οποίος απέφυγε, εξαιτίας των ιστορικοπολιτικών συνθηκών, να εκδώσει το ποίημα». Ο ποιητής λοιπόν «απέφυγε να εκδώσει το ποίημα». Αυτός είναι το υποκείμενο, ο δράστης της «εικοσάχρονης [sic] καθυστέρησης» της έκδοσης του ποιήματος, και όχι το μετεμφυλιακό κράτος που δολοφονούσε Μπελογιάννηδες και καταδίκαζε τους αγωνιστές και τις οικογένειές τους σε μια χαμοζωή. Για την ιστορία πάντως και για να μην ξεχνούμε τον Σολωμό9, η «Ρωμιοσύνη» πρωτοτυπώθηκε ολόκληρη το 1954 ως τμήμα ευρύτερης συλλογής με τον σολωμικής απήχησης τίτλο «Αγρύπνια»10και με προμετωπίδα τον στίχο του εθνικού μας ποιητή «Πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου»11. Ας είναι ο στίχος αυτός οδηγός όχι μόνο για την αφεντιά μας, αλλά και για κάθε συνάδελφο που σέβεται την ιδιότητά του ως επιστήμονα και τον παιδαγωγικό του ρόλο ως εκπαιδευτικού.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

1. Ε. Αθανασόπουλος, Ε. Κοκκινάκη, Π. Μπίστα, Ιστορία Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α’, Β’, Γ’ Γυμνασίου, ΟΕΔΒ 2006.

2. Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,

σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,

σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ’ αμπέλια του,

σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως.

O δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.

Mαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ’ οι φωνές μες στον ασβέ-

στη του ήλιου.

H ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Tα σκονισμένα σκοίνα.

Tο μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.

Ολοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Ολοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό

πάνου απ’ την πίκρα τους.

3. «Σε συνεργασία με τον καθηγητή του μαθήματος της Ολυμπιακής Παιδείας συγκεντρώστε στοιχεία σχετικά με την ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων στην αρχαία Ελλάδα και προσπαθήστε να βρείτε ομοιότητες και διαφορές με τους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες. Χρήσιμα στοιχεία θα βρείτε στο διαδικτυακό τόπο: http://www.olympics.ariadne-t.gr/OLYMPICS/olympic.html»

4. Ε. Γαραντούδης, Σ. Χατζηδημητρίου, Θ. Μέντη, ΚΝΛ Β’ Γυμνασίου, βιβλίο εκπαιδευτικού, ΟΕΔΒ 2006, σελ. 73.

5. Π. Καγιαλής, Χ. Ντουνιά, Θ. Μέντη, ΚΝΛ Γ’ Γυμνασίου, ΟΕΔΒ 2006.

6. Πρόκειται για αιτητικά ποιητικά κείμενα του 12ου αιώνα. Σε ένα από αυτά ο συγγραφέας είναι καλόγερος και γράφει κατά ηγουμένων:

Εκείνοι τα νομίσματα συνάγουσιν απλήστως,

ημάς δε κατηχίζουσιν περί φιλαργυρίας.

7. Οι στίχοι που ενδεικτικά παραθέτουμε εν μέρει ή εν όλω (41-45, 80-83, 97-102) βρίσκονται στο τέλος της πρώτης ενότητας της «Ρωμιοσύνης» (στ. 41-45) και αμέσως μετά από το ανθολογημένο απόσπασμα στο γυμνασιακό εγχειρίδιο της Γ’ τάξης (στ. 80-83 και 97-102).

8. Ε. Γαραντούδης, Σ. Χατζηδημητρίου, Θ. Μέντη, ό.π., σελ. 44.

9. Οπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί,

όπου και να θολώνει ο νους σας,

μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό

και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

(Οδ. Ελύτης, «Το Αξιον Εστί», «Ικαρος» 1979, σελ. 54)

10. Στη συλλογή αυτή περιλαμβάνονται ποιήματα γραμμένα το 1941-1953.

11. «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» και, με μικρές παραλλαγές, «Πόρφυρας».

*Αναδημοσίευση αποσπασμάτων από εκτενέστερο άρθρο στο περιοδικό «Θέματα Παιδείας», τεύχος 65-68.

 

Μπάμπης Παπαδόπουλος
πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Πιερίας
Πηγή: Ριζοσπάστης
Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: