Αβρότης…

Στη διάρκεια αυτής της σύντομης στιχομυθίας, η χερούκλα του ακάθεκτη συνέχιζε να μεγαλουργεί. Με την ανάλογη, την…απαιτούμενη βία τράβηξε το κλωνάρι που το στόλιζαν όχι ένα μα ίσα με τέσσερα πέντε εκθαμβωτικά τριαντάφυλλα και το κατακρεούργησε.

Αβρότης...

Το σπίτι κυρίαρχη παρουσία, σε μια επιβλητική αυλή στους πρόποδες της παλιάς πόλης. Το μεράκι για την ομορφιά, ο σεβασμός στο χώρο και στο χρόνο, η προσμέτρηση της οπτικής των περαστικών, όλα σ’ ένα αρμονικό δέσιμο με μια αισθητική με ρίζωμα και καλλιέργεια-κατά πως φαίνεται.

Η αναρριχώμενη τριανταφυλλιά σφραγίδα και υπογραφή σε κείνο το κόσμημα, με τα βελούδινα άνθη της να δραπετεύουν ελαφρά απ’ τα κάγκελα του αυλόγυρου και με μια ανεπαίσθητη κλίση, φιλόξενη υποδοχή θαρρείς στον περαστικό, στο διαβάτη, το λάτρη της καλαισθησίας. Μα και σε όποιο κακέκτυπο περιηγητή (με μόνη σύνδεση με τον όρο, τον κομπασμό του για την εκ του περιηγέομαι-περιηγούμαι προέλευσή του).

Ένας τέτοιος ήταν.

Αμφίεση δήθεν στο πνεύμα του τουρισμού με μια περίτρανη απαξίωση τουλάχιστον για την αισθητική των πετεινών του ουρανού. Στυλ τάχα ανέμελο. Κι όπως αποδείχτηκε περιτυλιγμένο και στολισμένο μ έναν άγαρμπο φιόγκο κόντρα στο αρχόμενο γκριζάρισμά του και στη λεπτότητα που ανέδυε το σοκάκι που διάβαινε.

Κοντοστάθηκε, τεντώθηκε κι άπλωσε τη χοντροκομμένη παλάμη του στη φοβισμένη ξαφνικά τριανταφυλλιά. Αυθόρμητα και αγωνιωδώς απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο βγήκε ένα «επ..!»

Γύρισε αρχικά ξαφνιασμένος, αυτόματα όμως επιστρατεύοντας το περίσσιο -όπως φάνηκε-απόθεμα του θράσους.

«Γιατί το κάνετε αυτό..;»

«Για να το χαρίσω στην κοπέλα μου»

«Αγοράστε ένα, να το χαρίσετε»

«Ναι όμως εκείνα δε μυρίζουν..!»

«Και τι θ’ απογίνουν οι αυλές του κόσμου, αν ο καθένας που περνάει κόβει κι από ένα..;»

«Μα αυτά δεν είναι μες στην αυλή, βγήκαν απ’ έξω…» η έτοιμη ατάκα συνοδευόμενη μ’ ένα κράμα χαριτωμενιάς και σαρδόνιου (χαμο)γέλιου.

Στη διάρκεια αυτής της σύντομης στιχομυθίας, η χερούκλα του ακάθεκτη συνέχιζε να μεγαλουργεί. Με την ανάλογη, την…απαιτούμενη βία τράβηξε το κλωνάρι που το στόλιζαν όχι ένα μα ίσα με τέσσερα πέντε εκθαμβωτικά τριαντάφυλλα και το κατακρεούργησε.

Η θλίψη στο απέναντι πεζοδρόμιο δεν ήταν μόνο για την αφαίρεση, για τη σύνθλιψη μιας βελούδινης απαλότητας, μα κυρίως για την κακή της τύχη να καταντήσει «εκεί». Στο μεγαλείο της αυθάδειας και της χυδαιότητας κατάντικρυ στην ομορφιά της φύσης και κείνων που την επιμελούνται. Ένα μεγαλείο ενδεδυμένο το μανδύα του νεοέλληνα καταφερτζή…

Παρ όλη τούτη την…αβρότητα του περιηγητή (και πιθανώς μιας επόμενης-απευκταίας) το κόσμημα εκείνης της αυλής παραμένει. Κι ευωδιάζει στο πλακόστρωτο σοκάκι , απαστράπτοντας μαζί με τ άλλα κοσμήματα στους πρόποδες της παλιάς πόλης..!

Χ. Μ.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: