Η κατάσταση στο φάρμακο, με αφορμή την υπόθεση Novartis

Ενώ γίνονται αποκαλύψεις για τα εκατομμύρια που διακινούνται στο χώρο, οι εργαζόμενοι στον κλάδο του φαρμάκου παλεύουν ακόμα για την υπογραφή ΣΣΕ, με τους εργοδότες να αρνούνται. Αυτή είναι μία από τις πλευρές του ζητήματος που δεν θα ακούσετε να συζητιέται στα MME, γιατί δεν έχει το στοιχείο εντυπωσιασμού που αποπροσανατολίζει από το πραγματικό σκάνδαλο: την εμπορευματοποίηση του φαρμάκου και της υγείας γενικότερα.

Την ώρα που οι αποκαλύψεις για τα εκατομμύρια που διακινούνται, προβάλλονται στα MME, οι εργαζόμενοι στον κλάδο του φαρμάκου, στα εργοστάσια, στις εταιρείες, στις φαρμακαποθήκες και στα φαρμακεία παλεύουν ακόμα για την υπογραφή ΣΣΕ, με τους εργοδότες να αρνούνται, ενώ ακόμα και σήμερα ως κλάδος παρουσιάζουν κέρδη.

Αυτή είναι μία από τις πλευρές του ζητήματος που δεν θα ακούσετε να συζητιέται στα MME, προφανώς γιατί δεν έχει εκείνο το στοιχείο εντυπωσιασμού που από τη μία αποπροσανατολίζει από το πραγματικό σκάνδαλο, την εμπορευματοποίηση του φαρμάκου μα και της υγείας γενικότερα, ενώ από την άλλη προσπαθεί να παρουσιάσει το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα ως ικανό για αυτοκάθαρση, αν και είναι ακριβώς στην ίδια του τη φύση να γεννάει ασταμάτητα τη σαπίλα.

Στην ελληνική και ξένη βιβλιογραφία, τη σχετική με την οικονομία της υγείας, ήδη από τη δεκαετία του 90′ που χρονικά συμπίπτει με τις ανατροπές στην Σοβιετική Ένωση και όχι τυχαία, χρησιμοποιείται ευρέως ο όρος «καταναλωτής υγείας» από τους οικονομολόγους της υγείας. Ο όρος αυτός αρκεί από μόνος του για να κατανοήσει κανείς πώς θα αντιμετωπιζόταν η υγεία στο εξής: Ως εμπόρευμα.

Από τις μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης Ρέιγκαν, που δεν θα αναλυθούν εδώ γιατί δεν αφορούν το άρθρο, ως τις πολιτικές που σχεδιάστηκαν και εφαρμόστηκαν στην ΕΕ και αλλού, ενώ γίνεται λόγος για «περιορισμό του κόστους» και «βιωσιμότητα των ασφαλιστικών ταμείων» είναι ολοφάνερη η προσπάθεια για παράδοση των δημόσιων δομών υγείας στο ιδιωτικό κεφάλαιο, με ταυτόχρονο αποκλεισμό όλο και μεγαλύτερων τμημάτων του λαού από την πρόσβαση στην υγεία, είτε την περίθαλψη, είτε το φάρμακο. Το επιχείρημα περί της μείωσης του κόστους της φαρμακευτικής δαπάνης χρησιμοποιείται ευρέως από τις ίδιες εκείνες πολιτικές δυνάμεις που ταυτόχρονα προσπαθούν με κάθε μέσο να διατηρηθούν τα τεράστια κέρδη των φαρμακευτικών, αντίφαση που έτσι κι αλλιώς είναι χαρακτηριστική του οικονομικού συστήματος και διέπει όλες τις εκφάνσεις του.

Με μια σειρά νομοθετικών ρυθμίσεων και παρεμβάσεων με πρόσχημα την κρίση, τα λεηλατημένα για δεκαετίες ασφαλιστικά ταμεία μετατράπηκαν σε αγοραστές υπηρεσιών υγείας, στην ουσία «πελάτες» φαρμακευτικών, ιδιωτικών νοσοκομείων, διαγνωστικών κέντρων κ.λπ.

Λίστες συνταγογραφούμενων (φάρμακα που αποζημιώνονται εν μέρει από τα ασφαλιστικά ταμεία) και λίστες μη υποχρεωτικώς συνταγογραφούμενων (ΜΥΣΥΦΑ: που δεν αποζημιώνονται) -η πρώτη διαρκώς συρρικνούμενη και η δεύτερη διαρκώς διευρυνόμενη- δυσκολεύουν στην πράξη την πρόσβαση του λαού στο φάρμακο, όταν δεν την εμποδίζουν. Οι τιμές μειώνονται για τον πελάτη «ασφαλιστικό ταμείο» αλλά αυξάνει η συμμετοχή για τον ασφαλισμένο, 25% μεσοσταθμικά χωρίς να υπολογίσουμε τις ασφαλιστικές εισφορές που έχει προπληρώσει, κόστος που ειδικά για τα χρόνια νοσήματα είναι απαγορευτικό. Στις ΗΠΑ έχουν δημιουργηθεί ειδικά φιλανθρωπικά ταμεία για ασθενείς που δεν μπορούν να καλύψουν τη συμμετοχή τους.

Από την άλλη οι μειώσεις των τιμών οδηγούν στις ελλείψεις φαρμάκων, περίπου 850 με τον αριθμό συνεχώς να αυξάνεται, αφού δεν αποφέρουν τα αναμενόμενα υπερκέρδη στις εταιρείες. Επίσης, δημιουργούν ένα πρόσφορο έδαφος για τις λεγόμενες «παράλληλες εξαγωγές» που προκαλούν περισσότερες ελλείψεις. Εισάγονται δηλαδή φάρμακα για να καλύψουν τις εγχώριες ανάγκες αλλά καταλήγουν σε τρίτες χώρες λόγω της ακριβότερης εκεί τιμής.

Αδιαμφισβήτητα τα υπερτιμημένα φάρμακα απέφεραν τεράστια κέρδη σε όλους τους εμπλεκόμενους και ζημιές στα ασφαλιστικά ταμεία. Η «προκλητή ζήτηση» όπως αναφέρεται, δηλαδή η υπερσυνταγογράφηση είναι μια άλλη πλευρά του ζητήματος, στην οποία δόθηκε η μεγαλύτερη δημοσιότητα στη συγκεκριμένη συγκυρία.

Το ίδιο το αστικό κράτος βέβαια στο παρελθόν λειτουργούσε με μια λογική πλασιέ των πανάκριβων πρωτότυπων ή προστατευόμενων φαρμάκων, κατευθύνοντας τη συνταγογράφηση με ποσοστώσεις ανά ιατρό 80% προς τα πρωτότυπα. Έτσι κι αλλιώς η λογική διαχωρισμού των φαρμάκων σε γενόσημα και πρωτότυπα δεν έχει καθόλου να κάνει με την ποιότητά τους -αποτελεσματικότητα και ασφάλεια- παρά με την εμπορική τους αξία. Οι πολυεθνικές του φαρμάκου προστατευόμενες πίσω από την πατέντα απαγορεύουν μέσω διεθνών συμβάσεων, να φτιάχνονται φτηνότερα αντίγραφα, έτσι που σε μια σειρά από χώρες Ινδία, Ν. Αφρική κ.ά. είχαν ασκηθεί πιέσεις και έγινε προσπάθεια να επιβληθούν κυρώσεις για την παρασκευή φαρμάκων για το ΕΙΤΖ εντυπωσιακά φτηνότερων από τα πρωτότυπα.

Η επιμονή των πολυεθνικών προκειμένου να συμπεριληφθούν τα φάρμακά τους στις σχετικές λίστες στη χώρα μας, δεν είναι διόλου αθώα. Σύμφωνα με τη διεθνή πρακτική για να μπει σε λίστες τρίτων χωρών ένα φάρμακο, πρέπει η τιμή του να είναι στο μέσο όρο των τριών φτηνότερων της ΕΕ. Άρα, για να κυκλοφορήσει ένα φάρμακο στην αγορά της Βραζιλίας των 207 εκατομμυρίων εξαρτάται από την τιμή που έχει πάρει στην Ελλάδα.

Τέλος, στη χώρα μας υπάρχει άριστα εκπαιδευμένο και πεπειραμένο προσωπικό καθώς και έτοιμη υποδομή για την έρευνα, την παρασκευή και τη διανομή του φαρμάκου, που στα πλαίσια μιας λαϊκής εξουσίας με κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία, μπορεί να καλύψει τις ανάγκες του λαού μας.

Απέθαντος (Εργαζόμενος στον κλάδο του φαρμάκου)

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

2 Σχόλια

  • Θα ήθελα να σε ρωτήσω μιας που είσαι στο χώρο του φαρμάκου.Συμφωνώ μαζί σου οτι οι υποδομές οσοναφορά ανθρώπινο δυναμικό,έρευνα και παρασκευή (συσκευασία) υπάρχουν.Τί γίνεται όμως με την παραγωγή των πρώτων υλών (δραστικές ουσίες,έκδοχα) στη χώρα μας;Απ ότι γνωρίζω οι φαρμακευτικές στη χώρα μας στη ουσία συσκευάζουν τα φάρμακα.

  • Απάντηση, που την αναρτώ εκ μέρους του αρθρογράφου:

    Υπάρχουν 2 ζητήματα σχετικά με αυτό που ρωτάτε
    Οτι δεν μπορεί να παραχθεί σε πρώτη φάση, μπορεί να εισαχθεί από τρίτες χώρες,εξάλλου παράγονται φάρμακα παράγονται ήδη και εδώ.
    Το δεύτερο ζήτημα έχει να κάνει με το ποιες είναι οι πραγματικές ανάγκες σε φάρμακα όταν αυτό ξεκαθαριστεί με την κατάλληλη προετοιμασία στις δομές υγείας,τα θεραπευτικά πρωτόκολλα κ.α. αλλά και την ανάπτυξη της Πρωτοβάθμιας Υγείας με γνώμονα τις λαϊκές ανάγκες με σκοπό την πρόληψη για την οποία έχουν πολλά να πουν οι σχετικοί επιστήμονες. Παράλληλα, θα δίνεται προσοχή στη βελτίωση των όρων ζωής,διατροφή,άσκηση,ασφάλειας και υγειινής στους χώρους δουλειάς,ανθρώπινα ωράρια κλ

Κάντε ένα σχόλιο: