Κουκουέ είσαι

Ποδοσφαιρική αλληγορία με την ιστορία του κόμματος. Από τα πρώτα βήματα, ως τις ένδοξες στιγμές της δεκαετίας του 40′, τις μεταπολεμικές αντιφάσεις, την αντεπανάσταση και την ανασυγκρότηση.

Μέχρι το 18 έπαιζα το τόπι στις αλάνες, κλώτσαγα κι έτρεχα από δω κι από κει. Δεν είχα κοντρόλ, δεν είχα ντρίμπλα, ήμουνα παλτό της πάλης των τάξεων. Το 18 ίδρυσα ομάδα κανονικά, έφτιαξα εντεκάδα και ξεκίνησα να τη δουλεύω στο γαρμπίλι. Πάλι παλτό ήμουν και τότε, δεν ήξερα συστήματα, δεν είχα πάγκο, έπαιζα ερασιτεχνικό στα χωριά.

Το 22 μπήκα στη κομιντέρν – φίφα. Και που μπήκα, μπαλίτσα δεν έμαθα ακόμα. Αρχηγιλίκι πουλούσαν δυο κλίκες, δυο γριές φαφούτες, Χαϊτάς-Ευτυχιάδης και Σιάντος-Θέος. Λέει η μια φαφούτα στην άλλη: φαίρνεις καμμιά φίφα; – φου και φου λέει η άλλη. Η μια φαφούτα έλεγε ότι είναι ώριμες οι συνθήκες να πάρω πρωτάθλημα, η άλλη όχι έλεγε, και ουέφα να βγαινα καλά ήταν.

Αλλά ήρθε ο Βενιζέλος και με πέταξε απ’ την ΕΠΟ, μ’ έβαλε στο άρθρο σαρανταδυό εικοσιεννιά και δεν μ’ άφησε να παίξω. Πάνω εκεί έφερα κόουτς αρχηγόπουλο, Ζαχαριάδη. Σπουδαγμένο στην ποδοσφαιρική ακαδημία ΚΟΥΤΒ, μπαλαδόφατσα, ήρθε και με είπε “μάθε μπαλίτσα αγόρι μου…”. Οι Πουλιόπουλοι και οι Κορδάτοι παλιά από θεωρία και σύστημα τέσσερα-τέσσερα-δυο, χωρίς λίμπερο σκράπες ήταν, είχα τον κώλο μου χωνί και τρύπιο το μπακλαβωτό. Ανάπτυξη δεν είχα, έπαιζα με καμινάδες και κατενάτσιο. Άντε και ουέφα να βγαινα με τσούκου-τσούκου μπωλ, που θα πάαινα ξεβράκωτος; Ενώ τώρα με Ζαχαριάδη πάγκο έκανα δουλειά καλή, φυσική κατάσταση με τη μπάλα στο πόδι συνέχεια. Στο έκτο συνέδριο επεξεργάστηκα σύστημα πέντε-τρία-δύο (τρία-πέντε-δύο στην επίθεση) με επιτελικό μέσο, άμυνα-μέτωπο Δημητρώφ, καλά φυλαγμένο κώλο και δυο φορ κοντά-κοντά.

Ξαναμπήκα στο πρωτάθλημα με το που πήραν την ΕΠΟ οι κωλογερμανοί Ρουμενίγκε, τρίτο ράιχ και τα τρία-δυο. Μέχρι το 46 γάμαγα κι έδερνα, τα κέρδαγα τα ματσάκια, είχα και λαό. Αποβάλανε όμως τον κόουτς, η πουλημένη διατησία τον έστειλε κερκίδα – νταχάου κι έμεινα ακέφαλος. Τι μπαλίτσα να παίξω μετά; Το είχα το πρωτάθλημα, το γιουρομπέτ με είχε μονό αποδεκτό με απόδοση ένα είκοσι και πήγα κουβά, τι να πεις τώρα; Και κάτι παιχτάκια είχα, Σαράφη, Βαφειάδη. Τον Άρη τον είχα απ’ τ’ αριστερά, αλλά έγειρε πολύ λένε και δεν τον έπαιρνε να βγάλει σέντρα στη μεγάλη περιοχή, το προσβάλαμε το συμβόλαιο μετά, αλλά ήταν παίχτουρας, αριστερό που σκοτώνει, δικαιωμένος στη συνείδηση της εξέδρας.

Να κάτι συνεδριάσεις της ΕΠΟ στο Λίβανο και την Καζέρτα, να κάτι νταβατζιλίκια με Σκόμπυ – πρέμιερ λίγκ, να κάτι βάρκιζες και τα παιχτάκια να κρεμάσουν τις τάπες, έχασα χρόνο να προετοιμαστώ στα τρία πέντε πηγάδια. Δεν κερδάς έτσι πρωτάθλημα.

Εντωμεταξύ ξαναήρθε ο κόουτς, ξαναέφτιαξα ομάδα με καινούρια φανέλα, δουσουέ, αλλά ανασκουμπώθηκε κι ο αντίπαλος. Τρία χρόνια πήγα για πρωτάθλημα, χωρίς διοίκηση λένε, δεν ξέρω τι ακριβώς παίχτηκε, χωρίς επενδυτή από σοβιετία μεριά. Λένε τα στήσανε τα πρωταθλήματα σε μια χαρτοπετσέτα. Μαλακίες, δεν έκανα καλή προετοιμασία, μεταγραφές δεν είχα, πάγκο δεν είχα. Και τώρα είχα παιχτάκια, καπετάν Γιώτη και λοιπούς κι έπαιξα γαμάτη μπαλίτσα κατα περίπτωση, είχα χάι-λάιτς κάτι ελιγμούς, κάτι γράμμους-βίτσια.

Τέσπα, όχι πρωτάθλημα δεν πήρα, τον πούλο πήρα, έπεσα και κατηγορία. Έκανε κι ο κόουτς λάθη αλλά δεν γαμείς. Τα παιχτάκια μου την κάναν σ’ άλλα πρωταθλήματα. Το πενηνταέξι άλλαξε και η ομοσπονδία πρόεδρο, διώξαν τον κόουτς σε τοπικό ερασιτεχνικό στο Σουργκούτ και βάλαν άλλονε.

Δεν μπόρεσα να παίξω τόσα χρόνια, έβαλα κόουτς κάτι Κολιγιάνη κι άντε βγάλε άκρη. Το πενηνταοχτώ έκλεισα και τις ακαδημίες και πέρασα στα τσικό της ΕΔΑ, χωρίς φυτώριο που να βγάλεις έμψυχο υλικό; Κατάλαβα τη μαλακία που έκανα κι έκανα δεύτερη ομάδα παίδων, τη νεολαία. Μου φαγε εντωμεταξύ το δελτίο του Μπελογιάννη η ομοσπονδία, άλλοι κατηγορήθηκαν για μειωμένη απόδοση, άλλοι τους έφαγε η μαρμάγκα.

Έφτασα μεταπολίτευση, έβαλα κόουτς τον Χαρίλαο, καλό παιχτάκι με το δουσουέ, βοήθησε την ομάδα. Είδε τη φάση ότι έπαιρνε την κάτω βόλτα, έπαιξε κατενάτσιο. Δεν πειράζει, κράτησα το λαό μου, τον περισσότερο με τον έφαγε η παράγκα του Αντρέα. Έγινε αυτοκρατορία, πήρε την ΕΠΟ, πήρε τους συνδέσμους, πήρε το λαό. Πάλι καλά να λες που είχα επενδυτή, κάνα φράγκο – μη φανταστείς, πιο πολύ με τα δικά μου τα διαρκείας την έβγαζα, δεν περίμενα κάνα χορηγό για θέμα αρχής – για έδρα και φανέλα αλλά κι εκείνος ο Γκόρμπι άμπαλος ήταν, με αντιποδόσφαιρο δεν την έβγαζε καθαρή. Κι εγώ τον άκουγα ο βλάκας, περεστρόικες και γκλαζνοστ μ’ έλεγε και νόμιζα ότι μάθαινα καλύτερη μπαλίτσα. Σκατά, ξέχναγα κι αυτά που ήξερα. Πονταλάκια πάντως έπαιρνα στη βαθμολογία, πήγα κι έγινα θυγατρική με τα παλτά της ομάδας του εσωτερικού, τον Κύρκο τον άμπαλο. Είχα κι εγώ κάτι νούμερα όμως, κάτι Ανδρουλάκηδες και κάτι Δαμανάκαινες, με τέτοιο κέντρο και τέτοια ποδοσφαιρική αντίληψη, καλύτερα να παίζαμε φρουτάκια στο χάγιατ ρίτζενσι. Σήκωσαν κεφάλι και τα τσικό με το Γράψα και φτιάξαν ξεχωριστή ομάδα, αλλά κατηγορία δεν μπόρεσε ν’ ανέβει ακόμα.

Τη σπάσαμε τη θυγατρική, θέλαν να το κλείσουμε το μαγαζί, να κρεμάσουμε τις τάπες, να αλλάξουμε φανέλα…. Τι λέτε ρε κιρίζια; Εγώ σ’ έμαθα μπάλα, τώρα πανα μου τη βγεις μουρίνιο, καινούρια αντίληψη και τέτοια; Ουστ ρε.

Ανασυγκρότησα την ομάδα, έβαλα κόουτς την Σερ Αλέκα Φέργκιουσον. Παίζω μπαλίτσα, δεν μπορείς να πεις, τα παίρνω τα πονταλάκια. Κι ας μην έχω ομοσπονδία, ας μην έχω χρηματοδότη, όλα απ’ τη δικιά μου τη κωλότσεπη. Έφτασε η εποχή που η παράγκα καταρρέει, και λέω είναι ώριμες η συνθήκες για πρωτάθλημα. Δεν έχει ενδιάμεσο στάδιο, μπαράζ και πλέι-οφ, θέλω όμως λαό στο γήπεδο να με σπρώξει. Μόνο με το πέταλο γεμάτο δουλειά δεν γίνεται.

Τα ματσάκια τα ψιλοκερδάω, θα κέρδαγα περισσότερα. Με συκοφαντούνε από παντού, ότι περιφρούρησα την παράγκα, ότι αποκατατάστησα τα παλιά τα παιχτάκια για φιέστες, αλλά τι περίμενες σάμπως; Να με πούνε και μπράβο; Θα πέσουνε να με φάνε σαν τα όρνια, μη τυχόν και πάρω πρωτάθλημα γιατί άμα πάρω…

«θα το πάρω το πρωτάθλημα να μου το θυμηθείς
θα το δείξει το ματσάκι να το φχαριστηθείς»

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 σχόλιο

Κάντε ένα σχόλιο: