Michael Seibel: «Η συμφιλίωση με τη διαφορετικότητα και η στηλίτευση κάθε φανατισμού είναι στο επίκεντρο του έργου του Ουμπέρτο Έκο»

Με φοβίζει η άγνοια, η απουσία θέλησης για γνώση. Με φοβίζει, επίσης, η απουσία αισθήματος συλλογικότητας. Ο καθένας ζει στον δικό του μικρόκοσμο κι αυτό μοιάζει ώρες ώρες τρομακτικό.

Ο Michael Seibel είναι ένας σκηνοθέτης που συνδέει αριστοτεχνικά την διαφορετικότητα και την ποικιλομορφία των ηθοποιών για να βγάλει το μέγιστο δυνατό αποτέλεσμα μπροστά στον θεατή. Αφουγκράζεται την ιδιαιτερότητα κάθε έργου, μπαίνει βαθιά στην ψυχοσύνθεση των χαρακτήρων και δημιουργεί μια σπονδυλωτή σκηνοθετική φόρμα που του επιτρέπει να επικοινωνήσει ουσιαστικά με το κοινό.

Συζητήσαμε μαζί του με αφορμή την παράσταση το «Όνομα του ρόδου» που θα ανέβει για πρώτη φορά στην Ελλάδα σε δική του σκηνοθεσία στις 27 Ιανουαρίου, στο θέατρο Altera Pars.

Σαράντα χρόνια από την έκδοσή του, «Το Όνομα του Ρόδου» του Ουμπέρτο Έκο ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα σε δική σας σκηνοθεσία, στις 27 Ιανουαρίου, στο θέατρο Altera Pars. Για ποιο λόγο επιλέξατε αυτό το έργο;

Δεν το επέλεξα εγώ, αλλά αυτό. Ξέρω ότι αυτό μπορεί να ακούγεται παράξενο, όμως έτσι έγινε. Η συνήθης διαδικασία που ακολουθείται σε άλλες χώρες της Ευρώπης, όπως στη Γερμανία από την οποία κατάγομαι, είναι να επιλέγει πρωτίστως ο εκάστοτε παραγωγός το έργο και ύστερα να επικοινωνεί με εκείνον τον σκηνοθέτη που πιστεύει πως μπορεί να το αναπαραστήσει με τον καλύτερο τρόπο στη σκηνή. Έτσι έγινε και στη δική μου περίπτωσή με το «Όνομα του ρόδου». Επικοινώνησε η παραγωγή μαζί μου και μου πρότεινε αυτή τη δουλειά. Προσωπικά, παρότι θεωρώ πως είναι φαινόμενο του καιρού μας να μετατρέπουμε μυθιστορήματα σε θεατρικά έργα, δέχτηκα με μεγάλη χαρά να σκηνοθετήσω αυτή την παράσταση επειδή αφενός πρόκειται για ένα εξαιρετικό βιβλίο αφετέρου εμπεριέχει ως βασικό συστατικό του τον άμεσο λόγο, κάτι που σημαίνει πως θα μπορούσε να διασκευαστεί θεατρικά χωρίς μεγάλες δυσκολίες.

Όταν πρωτοκυκλοφόρησε το βιβλίο ήταν δύσκολο να καταταχθεί σ’ ένα λογοτεχνικό είδος. Ποιες δυσκολίες έχετε συναντήσει μέχρι τώρα στο να μπορέσετε να μεταφέρετε τη μυθιστορηματική πλοκή ενός πολυπρισματικού βιβλίου πάνω στη σκηνή;

Γενικότερα, η μετατροπή ενός μυθιστορήματος σε θεατρικό έργο είναι κάτι αρκετά δύσκολο, αλλά προσωπικά είναι η δεύτερη φορά που το κάνω. Η πρώτη μου φορά ήταν στη σκηνοθεσία της παράστασης «Βαν Γκογκ-Το βαλς των δέντρων και του Ουρανού» του Jean-Michel Guenassia, ένα μυθιστόρημα που εμπεριείχε εξίσου σε μεγάλο βαθμό άμεσο λόγο, που κατά κάποιον τρόπο με διευκόλυνε κι εμένα στη δουλειά μου.

Η δυσκολία στο «Όνομα του ρόδου» είναι στο ότι δεν μπορεί εύκολα να καταταχθεί κάπου, καθώς θα μπορούσε να διαβαστεί ως αστυνομικό μυθιστόρημα, αλληγορία, μεσαιωνικό χρονικό αλλά και γοτθική νουβέλα. Συνδυάζει αριστοτεχνικά φιλοσοφικά, ιστορικά, θεολογικά και υπαρξιακά στοιχεία, γι’ αυτό και αποτελεί κι ένα πολύ ιδιαίτερο και αγαπητό βιβλίο.

Ποια είναι η ιστορία, λοιπόν, που θα δει ο θεατής να ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του;

Ένας φραγκισκανός μοναχός καλείται σ’ ένα απομονωμένο μοναστήρι βενεδικτίνων, με σκοπό να λύσει ένα μυστηριώδη θάνατο. Η άφιξή του, όμως, πυροδοτεί μια σειρά φόνων, οι οποίοι φαίνεται πως συνδέονται μ’ ένα σπάνιο βιβλίο: το δεύτερο τόμο της «Ποιητικής» του Αριστοτέλη που είναι γραμμένος για την «Κωμωδία». Και ενώ η μία δολοφονία διαδέχεται την άλλη, στο μοναστήρι καταφτάνει ένας απεσταλμένος της Ιεράς Εξέτασης, έτοιμος να στείλει στην πυρά όσους δεν συμμορφώνονται με το γράμμα των εκκλησιαστικών νόμων.

Ποια είναι τα στοιχεία που καθιστούν αυτό το έργο επίκαιρο και σύγχρονο;

Το έργο αυτό πραγματεύεται τον φανατισμό που εμφανίζεται σε διάφορες μορφές σε μια κοινωνία. Ένας φανατισμός που μπορεί ακόμα και να οδηγήσει στη δολοφονία κάποιου άλλου. Πρόκειται για ένα έργο που μας διδάσκει πως οφείλουμε να είμαστε ανεχτοί στη διαφορετικότητα, να μην έχουμε παρωπίδες και να συμφιλιωθούμε με την άλλη άποψη.

Μπορείτε να μας μεταφέρετε μια εικόνα από τις πρόβες;

Αυτό που καταλαβαίνω εγώ από τις πρόβες είναι πως αν δεν έχεις μια ομάδα συγκεκριμένων ηθοποιών να επωμιστούν το ειδικό βάρος που απαιτεί αυτή η παράσταση, τότε καλύτερα είναι να μην ασχολείσαι με έργα τέτοιου βεληνεκούς. Εγώ, ευτυχώς, έχω μια πλειάδα εξαιρετικών ηθοποιών στο πλάι μου που ανταποκρίνονται επάξια στις σκηνοθετικές μου οδηγίες και αποτυπώνουν στη σκηνή ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα.

«Το ρόδο είναι τόσο πλούσιο σε νοήματα που δεν του έχει μείνει πια σχεδόν κανένα νόημα», είχε πει ο Ουμπέρτο Έκο σχετικά με το πώς προέκυψε ο τίτλος του βιβλίου. Ποια είναι η άποψή σας;

Κατά τη γνώμη μου, ο τίτλος του βιβλίου συνιστά μια άμεση αναφορά στη διαφοροποίηση που υπάρχει ανάμεσα στο σημαίνων και στο σημαινόμενο. Αν το ρόδο μαραθεί, τι θα μείνει; Το ίδιο το ρόδο ή η έννοια του ρόδου που παραπέμπει σε κάτι βαθύτερο; Σκεφτείτε το. Πρόκειται για μια εξαιρετική σύλληψη του Ουμπέρτο Έκο.

Πώς ξεκίνησε το ταξίδι σας στον χώρο του θεάτρου;

Πρέπει να πάω πολύ πίσω, αφού η πρώτη μου εμφάνιση ήταν σε όπερα όταν ήμουν δέκα χρονών. Με είχαν επιλέξει στη Γερμανία να παίξω στον «Μαγικό αυλό». Από εκεί και πέρα σπούδασα κλασική μουσική και υποκριτική στη Γερμανία και στο Λονδίνο, ενώ είμαι και στη διαδικασίας εκπόνησης διδακτορικού. Κάποια στιγμή, σταμάτησα το ταξίδι του λυρικού τραγουδιστή και ηθοποιού και ξεκίνησα τη σκηνοθεσία. Θήτευσα τρία ολόκληρα χρόνια ως βοηθός σε σκηνοθέτες της επιλογής μου για να μάθω το επάγγελμα και από την πρακτική του πλευρά και ύστερα ξεκίνησα τις δικές μου σκηνοθετικές δουλειές. Το να γίνει κανείς σκηνοθέτης δεν είναι μια τόση απλή διαδικασία. Πρόκειται για ένα επάγγελμα που απαιτεί πολύ προσωπικό ψάξιμο, εκτός από τις τεχνικές που πρέπει να διερευνήσει κανείς για να μπορέσει να μεταφέρει πιστά ένα έργο στον θεατή. Δυστυχώς, στην Ελλάδα δεν υπάρχουν τα κατάλληλα εκπαιδευτικά ιδρύματα για να προσφέρουν ό,τι χρειάζεται να γνωρίζει ένας σκηνοθέτης. Αυτό που βλέπουμε συνήθως εδώ είναι ηθοποιοί να παίζουν και να σκηνοθετούν παράλληλα παραστάσεις, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι τόσο εύκολη η μεταπήδηση από τον έναν χώρο στον άλλον. Ούτε το αποκλείω ούτε το κατακρίνω, απλώς πιστεύω πως υπάρχουν κάποια τεχνικά θέματα που πρέπει κάποιος να λάβει γνώση προτού γίνει σκηνοθέτης.

«Η τέχνη μιλάει στον καθένα χωριστά», λέει κάποια στιγμή ο Άμλετ στο ομώνυμο έργο. Τι σημαίνει αυτό για εσάς;

Σημαίνει πως ο καθένας πρέπει να βρίσκει τις δικές του ισορροπίες στην τέχνη, με την έννοια πως η τέχνη δημιουργεί διαφορετικές συνάψεις και συνδέσεις σε κάθε άνθρωπο. Επιτυχημένη παράσταση είναι αυτή που σέβεται τη μοναδικότητα κάθε θεατή και την προσωπική του αισθητική.

Ο ηθοποιός και η τέχνη γενικότερα έχουν σκοπό να κατέβουν στο επίπεδο του κόσμου ή να το ανεβάσει;

Θέατρο που δεν είναι κατανοητό δεν υπάρχει λόγος να υπάρχει. Η τέχνη πρέπει να φτάνει στον θεατή, να είναι προσιτή στα μάτια του. Η τέχνη για την τέχνη δεν έχει κανέναν λόγο ύπαρξης.

Τι είναι αυτό που σε γεμίζει με ελπίδα και τι αυτό που σε φοβίζει σήμερα στην κοινωνία μας;

Με φοβίζει η άγνοια, η απουσία θέλησης για γνώση. Το να μην αμφιβάλλουν οι άνθρωποι, να μην αναρωτιούνται για το τι συμβαίνει γύρω τους, να μην εξετάζουν όσα τους λένε, αλλά να τα δέχονται άκριτα. Με φοβίζει, επίσης, η απουσία αισθήματος συλλογικότητας. Ο καθένας ζει στον δικό του μικρόκοσμο κι αυτό μοιάζει ώρες ώρες τρομακτικό.

Ελπίδα μου δίνει το ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο που βλέπω να υπάρχει σε ορισμένους ανθρώπους. Το να θέλει κάποιος να αφουγκραστεί τις ανάγκες και τις ανησυχίες του διπλανού του, να δείχνει πως νοιάζεται για τους άλλους, είναι πραγματικά πολύ ελπιδοφόρο.

Ταυτότητα παράστασης

Το Όνομα του Ρόδου

Συγγραφέας: Umberto Eco

Θεατρική διασκευή: Stefano Massini

Μετάφραση: Ντίνα Μπόγρη

Σκηνοθεσία: Michael Seibel

Σκηνικά-κουστούμια: Λαμπρινή Καρδαρά

Μουσική: Γιώργος Καγιαλίκος

Κινησιολογία: Ανούσκα Οικονόμου

Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος

Γραφικά: MotionGraphics – Βαγγέλης Καλαϊτζίδης

Φωτογραφία: Μαρία-Αγγελική Γκίντη

Προβολή-Επικοινωνία: Βάσω Σωτηρίου-We Will

Παραγωγή: OLYMPIA CULTURE, Σαρανταπήχου 5 & Αγ. Ισιδώρων 35, Λυκαβηττός

Παίζουν (με σειρά εμφάνισης):: Δημήτρης Μπικηρόπουλος, Μίλτος Δημουλής, Αντώνιος Αντωνιάδης, Δημήτρης Νικολόπουλος, Ιωάννης Πολυτάκης, Κωνσταντίνος Συράκης, Παναγιώτης Σπηλιόπουλος, Αντώνης Αντωνάκος, Μαρίνος Ορφανός, Σάκης Τσινάρης, Αλέξανδρος Ζαχαρέας, Πασχάλης Μερμιγκάκης, Μανώλης Δεστούνης, Νατάσσα Κοροβόκη, Νίκος Πανόπουλος.

Πού: Altera Pars, Μεγάλου Αλεξάνδρου 123, τηλ.: 210 3410011

Πότε: Από 27 Ιανουαρίου και κάθε Δευτέρα, Τρίτη και Τετάρτη στις 21:00

Τιμές εισιτηρίων: Α Ζώνη: 22 ευρώ, Β Ζώνη: 18 ευρώ, Φοιτητές, Άνεργοι και ΑΜΕΑ: 14 ευρώ

Κρατήσεις στο τηλέφωνο 210 3647200

Προπώληση: VIVA.GR, MIKROPARKAKI.GR

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Notice: Only variables should be assigned by reference in /srv/katiousa/pub_dir/wp-content/themes/katiousa_theme/comments.php on line 6

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: