Τζιμάκο, δώσε τη σημαία στη Λουκά! – Όταν ο Ριζοσπάστης στήριζε τον Πανούση

Άρθρο που γράφτηκε στο Ριζοσπάστη το 2000 κι υπερασπίζεται τον Πανούση και την ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης:
“Το δικαστήριο τάχθηκε με τον εισαγγελέα – η δικαστική εξουσία είναι σοβαρή, δεν καταλαβαίνει από χιούμορ – ικανοποιώντας την κυρία Λουκά, η οποία, βλέποντας την αφίσα της σημαίας με το σφυροδρέπανο στη θέση του σταυρού, ένιωσε να προσβάλλεται η εθνική υπερηφάνεια και η θρησκευτική της συνείδηση.”

Από χτες πολλοί είναι αυτοί που θυμούνται κι ανεβάζουν στο δίκτυο κάτι ιδιαίτερο ή βιωματικό σχετικά με τον Τζίμη Πανούση, από όσα έζησε ή ειπώθηκαν γι’ αυτόν: πχ μια συναυλία ενάντια στην πυρηνική ενέργεια, όπου συμμετείχε μαζί με άλλους καλλιτέχνες κι ανάμεσά τους το… Γιώργο Νταλάρα.
Με αυτή τη λογική, θεωρήσαμε ενδιαφέρον να θυμίσουμε κάτι σχετικό με τη δίκη του Τζίμη Πανούση το 2000, όταν θεωρήθηκε πως προσέβαλε την ελληνική σημαία, παρουσιάζοντας μια πρωτότυπη εκδοχή με το σφυροδρέπανο στη θέση του σταυρού.
Αναδημοσιεύουμε λοιπόν ένα άρθρο του Παύλου Ριζαργιώτη από το Ριζοσπάστη της εποχής και τη στήλη Διακριτικά που στηρίζει ανοιχτά (και όχι απλώς διακριτικά) την ελευθερία έκφρασης του Πανούση και το ιδιαίτερο σατιρικό, καλλιτεχνικό του στιλ.
Δε γελάμε εύκολα στη σημερινή εποχή του καθημερινού άγχους, της συνεχούς στενοχώριας, της «κυριλάτης σοβαροφάνειας» και της «χυδαίας σοβαρότητας», από την οποία λείπει το ευφυές χιούμορ, η καυστική σάτιρα, ακόμα και η έξυπνη, καλοσυνάτη πλάκα. Γι’ αυτό και δεν μπόρεσα να συγκρατήσω το κύμα γέλιου, που με κατέλαβε, όταν είδα τον Τζίμη Πανούση να ξεφεύγει, για μια στιγμή, από τους χωροφύλακες, που τον είχαν συλλάβει και να φωνάζει, με ύφος δήθεν μετανιωμένου εγκληματία, προς τα «ματσούκια» των τηλεοπτικών καναλιών: «Εγώ τον σκότωσα»! Το ίδιο κύμα γέλιου με κυρίευσε και όταν, μετά την καταδίκη του από το δικαστήριο, δήλωνε προς τους καιροφυλακτούντες «ματσουκοφόρους»: «Η Δικαιοσύνη νίκησε, περισσότερα θα σας πει η κυρία Λουκά»!

Πάντα πίστευα και πιστεύω ότι το ευφυές κι ανατρεπτικό χιούμορ είναι πολύ αποτελεσματικό όπλο, όταν στρέφεται κατά της εξουσίας, όποια μορφή κι αν έχει αυτή. Η αποδοχή του «εγκλήματος» και η αναγνώριση του «αδέκαστου» της Δικαιοσύνης – τα καυστικά «εγώ τον σκότωσα» και «η Δικαιοσύνη νίκησε» – του Τζίμη Πανούση είναι ηχηρό ράπισμα στο πρόσωπο μιας εξουσίας, που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, παίρνει τη μορφή της εισαγγελικής έδρας, η οποία «διυλίζει τον κώνωπα και καταπίνει την κάμηλον» και ενός δικαστηρίου, που γουρλώνει απειλητικά το ένα μάτι προς τον κατηγορούμενο και κλείνει πονηρά το άλλο προς τον κατήγορο. Ταυτόχρονα, είναι δυνατό χαστούκι στο πρόσωπο της «μιντιοκρατίας», που δείχνει τη δύναμή της, εξευτελίζοντας τους αδύναμους και συνηγορώντας υπέρ των δυνατών.

Ο εισαγγελέας κατηγόρησε τον σατιρικό καλλιτέχνη ότι, κυκλοφορώντας την περίφημη αφίσα, προσέβαλε το εθνικό σύμβολο της Ελλάδας, τη σημαία μας. Και ο «Τζιμάκος» απάντησε, με χιούμορ, πως αδίκως κατηγορείται, αφού στην αφίσα για το δίσκο του, δε ζωγραφιζόταν η ελληνική, αλλά η σημαία της Παραγουάης. Το δικαστήριο τάχθηκε με τον εισαγγελέα – η δικαστική εξουσία είναι σοβαρή, δεν καταλαβαίνει από χιούμορ – ικανοποιώντας την κυρία Λουκά, η οποία, βλέποντας την αφίσα της σημαίας με το σφυροδρέπανο στη θέση του σταυρού, ένιωσε να προσβάλλεται η εθνική υπερηφάνεια και η θρησκευτική της συνείδηση.

Το γεγονός ότι πολλοί άλλοι, που δεν έχουν τις «ευαισθησίες» της «θεούσας» του «ερωτοδικείου», ένιωσαν να προσβάλλονται, επειδή, μαζί με τον «ιδιόμορφο» καλλιτέχνη, στο εδώλιο του κατηγορουμένου, «κάθισε» η ελεύθερη καλλιτεχνική έκφραση και στην εισαγγελική έδρα εκπροσωπήθηκε η λογοκρισία, δεν απασχόλησε καθόλου το δικαστήριο. Το γεγονός, επίσης, ότι αυτοί που πράγματι προσβάλλουν μονίμως το εθνικό σύμβολο της Ελλάδας είναι άλλοι – π.χ., οι σημερινοί κυβερνώντες, που την κατέβασαν την ελληνική σημαία στα Ιμια, κατόπιν απαίτησης των Τούρκων και εντολής του Κλίντον και την υπέστειλαν στη Λάρισα, για να υψώσουν στη θέση της αυτήν του ΝΑΤΟικού στρατηγείου, ή κάποιοι πρόγονοί τους, οι οποίοι την παρέδωσαν στους Γερμανούς κατακτητές – που θα έπρεπε να βρεθούν κάποτε στο εδώλιο του κατηγορουμένου, δε φαίνεται να ενδιαφέρει τη δικαστική εξουσία.

Υποπτεύομαι ότι η δημοσιοποίηση – μέσω των «ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΩΝ» – της θέσης μου υπέρ του Τζίμη Πανούση , μπορεί να παρεξηγηθεί από κάποιους φίλους μου, οι οποίοι αποδέχονται θεωρητικώς την πλήρη ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης, αλλά δεν αντέχουν τη σκληρότητα ενός χιούμορ καυστικού, ανατρεπτικού, εν πολλοίς ισοπεδωτικού και ενίοτε άδικου. Ελπίζω, δε, να μην παρεξηγηθώ από κάποιον εισαγγελέα και βρω κι εγώ τον μπελά μου. Για καλό και για κακό, πάντως, σπεύδω να δηλώσω ότι ουδεμίαν ιδεολογική συγγένεια, ουδέ και προσωπική γνωριμία έχω με τον Τζίμη Πανούση .

Ομως, ο μεγαλύτερος κίνδυνος που διατρέχω είναι να παρεξηγήσει τη στάση μου ο ίδιος ο «Τζιμάκος» και – αν και παραμένω πιστός του σφυροδρέπανου – να με συμπεριλάβει στους φίλους του, τους οποίους περιποιείται δεόντως και, ιδιαιτέρως, στη σάτιρά του. Και τότε «μαύρο φίδι που μ’ έφαγε»…

Παύλος ΡΙΖΑΡΓΙΩΤΗΣ
Για να μη θεωρηθεί πως αυτά αποτελούν “μεμονωμένο κρούσμα” και προσωπικές απόψεις “εκτός γραμμής” παραθέτουμε και τους συνδέσμους με το δημοσίευμα του Ριζοσπάστη για τη σύλληψη του Τζίμη Πανούση και μια ανταπόκριση από τη δίκη του και την καταδικαστική απόφαση του δικαστηρίου. Ξεχωρίζει μεταξύ άλλων η στιγμή όπου ο Α. Καφετζόπουλος ως μάρτυρας υπεράσπισης λέει στην έδρα: ” Στην αρχή νόμισα ότι προσεβλήθη το ΚΚΕ, λόγω της χρήσης του σφυροδρέπανου… Μετά έμαθα ότι κινήθηκε αυτεπάγγελτα ο εισαγγελέας“.
Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 σχόλιο

Κάντε ένα σχόλιο: