Σπόροι και αντισοβιετισμός – Το σκάνδαλο Λυσένκο

Η υπόθεση Λυσένκο, όσο κι αν παραφουσκώθηκε προπαγανδιστικά από τους αντιπάλους της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, παραμένει ένα οδυνηρό αλλά χρήσιμο μάθημα για τη λεπτή σχέση ιδεολογίας και επιστήμης και την ευκολία παρεκτροπής της σε καταστάσεις που προσαρμόζουν την πραγματικότητα στην επιθυμία κι όχι το αντίστροφο. 

Δεν υπάρχει συζήτηση που να περιστρέφεται γύρω από τα επιστημονικά επιτεύγματα της ΕΣΣΔ, κατά την οποία να μην πέσει το όνομα του Τροφίμ Λυσένκο ως «απόδειξη» των «ιδεολογικών αγκυλώσεων» και τις «δογματικότητας» της σοβιετικής επιστήμης, σε μια απόπειρα να ακυρωθεί συνολικά η σημαντική της παρακαταθήκη σε μια σειρά από κλάδους. Είναι γεγονός πως η διαβόητη υπόθεση Λυσένκο στιγμάτισε την ιστορία της επιστήμης και της βιολογίας στη Σοβιετική Ένωση, και είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο τα περισσότερα εκ των οποίων υποστήριξε ο Σοβιετικός βιολόγος δεν μπορούν να σταθούν σε επιστημονική κριτική, αποτελώντας τροχοπέδη στην εξέλιξη του συγκεκριμένου τομέα στη χώρα. Από την άλλη, το να παρουσιάζεται η ηγεμονική θέση του Λυσένκο στη σοβιετική βιολογία ως ένα ακόμα δείγμα «σταλινικής παράνοιας» αγνοεί τόσο τις ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες στη γεωργική παραγωγή που καθιστούσαν ελκυστικές τις προτάσεις του, όσο και το γεγονός πως η εύνοια στο πρόσωπό του συνεχίστηκε και επί Χρουτσόφ, αφού μόνο η πτώση του τελευταίου σήμανε και την οριστική του απομάκρυνση από επιστημονικές θέσεις ευθύνης. Επίσης, μολονότι πράγματι η πλειονότητα του έργου του δεν έχει επιστημονική αξία, αυτό δε σημαίνει πως επιμέρους παρατηρήσεις του δεν επιβεβαιώθηκαν αργότερα ή δεν αποτέλεσαν βάση προβληματισμού για μεταγενέστερους επιστήμονες.

Ο Τροφίμ Ντενίσοβιτς Λυσένκο γεννήθηκε στις 29 Σεπτέμβρη 1898 στην Κάρλοφκα από αγροτική οικογένεια και σπούδασε στο Γεωργικό Ινστιτούτου του Πανεπιστημίου του Κιέβου και στη συνέχεια φοίτησε και αργότερα διηύθυνε το Ινστιτούτο Γενετικής της Οδυσσού, ενώ από το 1940 υπήρξε διευθυντής του Ινστιτούτου Γενετικής της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ.

Η φήμη που άρχισε να αποκτά βασίστηκε στους ισχυρισμούς του πως μπορούσε να αυξήσει την παραγωγικότητα της σοβιετικής γεωργίας, σε μια εποχή λιμών που ως σήμερα αποτελούν θεμέλιο λίθο της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας της εποχής, μεταξύ άλλων μέσω της διαδικασίας μετατροπής χειμερινών σπόρων σιταριού σε θερινούς. Θεωρούσε επίσης ότι σπόροι μπορούσαν να μετατραπούν από ένα είδος σε άλλο ή τα ζιζάνια να γίνουν κόκκοι τροφής. Οι ισχυρισμοί του αυτοί βασίζονταν σε πειράματα που αργότερα αποδείχτηκαν προβληματικά.

 

Οι θεωρίες του Λυσένκο, παρότι συνδέονται κυρίως με το Λαμάρκ, στην πραγματικότητα είναι μάλλον sui generis. Βασική του θέση ήταν η απόρριψη της έννοιας των γονιδίων και η δημιουργία κληρονομικών χαρακτηριστικών σε έναν οργανισμό μέσω των αλλαγών στο περιβάλλον και τις συνθήκες ζωής του οργανισμού. Η άποψη του αυτή αφορούσε μόνο τους φυτά και όχι τους ανθρώπους, σε κάθε περίπτωση επικράτησε στην ΕΣΣΔ, καθιστώντας πολιτικά ύποπτους όσους δεν ευθυγραμμίζονταν με αυτή. Συνήθως του αποδίδεται συνευθύνη για το θάνατο του  σημαντικού Νικολάι Βαβίλοφ το 1943, όπως και για τις διώξεις άλλων επιστημόνων που ακολουθούσαν τη δαρβινική θεωρία, είναι όμως εξαιρετικά δύσκολο να διαχωρίσει κανείς την προπαγάνδα από την πραγματικότητα σε αυτές τις περιπτώσεις. Το ίδιο ισχύει εξάλλου και για την θρυλούμενη τεράστια έκταση των επιπτώσεων του “λυσενκοϊσμού” στη σοβιετική γεωργία, η οποία γενικά εξελίχθηκε επί δεκαετίες μετά τον τελευταίο λιμό της Ουκρανίας σε θετική κατεύθυνση. To βέβαιο είναι πως ο Λυσένκο όχι μόνο βραβεύτηκε πολλές φορές για το έργο του, αλλά και πως παρέμεινε αμετακίνητος στη θέση του μετά το θάνατο του Στάλιν το 1953.

Η κριτική εναντίον από επιστήμονες εντός ΕΣΣΔ άρχισε ωστόσο να γίνεται έντονη, γεγονός πως δείχνει ότι η κυριαρχία του λυσενκοϊσμού δεν σήμανε την πλήρη απάλειψη της δαρβινικής θεωρίας από τη σοβιετική έρευνα και εκπαίδευση. Πέρα από την καταγγελία τριών διάσημων φυσικών της ΕΣΣΔ το 1962 (Γιάκοβ Μπορίσοβιτς Ζέλντοβιτς, Βιτάλι Γκίνσμπουργκ, Πιοτρ Καπίτσα), που κατηγορούσαν το έργο του Λυσένκο ως ψευδοεπιστήμη, πολύ γνωστή είναι και η επίθεση του μετέπειτα διάσημου αντιφρονούντα φυσικού Αντρέι Ζαχάρωφ το 1964, που έκανε λόγο «υποβάθμιση της μάθησης, δυσφήμιση, απόλυση, σύλληψη, ακόμα και θάνατο πολλών πραγματικών επιστημόνων».

Η πτώση του Χρουτσόφ σήμανε και την αρχή του τέλους για το Λυσένκο, ο οποίος έχασε τα αξιώματά του το 1965, ενώ επιτροπές συγκροτήθηκαν για την αποκάλυψη των σφαλερών ή και παραποιημένων μεθόδων του. Ο ίδιος έφυγε ξεχασμένος από τη ζωή σαν σήμερα το 1976, με την είδηση του θανάτου του να καταλαμβάνει απειροελάχιστον χώρο στο σοβιετικό τύπο. Η εξέλιξη της βιολογίας, με την ανάπτυξη του κλάδου της επιγενετικής, με την οποία μελετάται η επίδραση του περιβάλλοντος στο γονιδίωμα, αποδεικνύοντας πως τα ανθρώπινα γονίδια δεν είναι στατικά, αλλά προσαρμόσιμα στις εκάστοτε συνθήκες, δεν αποτελεί δικαίωση του Λυσένκο, δείχνει όμως ότι κάποια ψήγματα της σκέψης του δεν ήταν τόσο εξωπραγματικά όσο θεωρούνταν κάποτε. Επιπλέον, έχει υποστηριχθεί από τον Τσέχο βιολόγο Γιάροσλαβ Φλεγκρ ότι οι ακόλουθοι του Λυσένκο περιέγραψαν (αν και παρερμήνευσαν) κάποια σημαντικά δεδομένα και παρατηρήσεις που ενδεχομένως μπορούν να αποτελέσουν βάση για τους σύγχρονους επιστήμονες στη θεμελίωση επαληθεύσιμων πειραμάτων προς επέκταση της επιστημονικής γνώσης.

Η υπόθεση Λυσένκο, όσο κι αν παραφουσκώθηκε προπαγανδιστικά από τους αντιπάλους της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, παραμένει ένα οδυνηρό αλλά χρήσιμο μάθημα για τη λεπτή σχέση ιδεολογίας και επιστήμης και την ευκολία παρεκτροπής της σε καταστάσεις που προσαρμόζουν την πραγματικότητα στην επιθυμία κι όχι το αντίστροφο.

Δύσκολες Νύχτες

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: