Η σκοτεινή πλευρά της Κοκό Σανέλ και η συνεργασία της με τους Ναζί

Η ιδρύτρια του θρυλικού οίκου μόδας, Κοκό Σανέλ, όχι απλά καλοδέχτηκε, όπως πολλά μέλη της τάξης της, τους ναζί στη Γαλλία, αλλά συνεργάστηκε ενεργά στο πλευρό τους, αποσπώντας οικονομικά οφέλη.

Μπορεί το όνομα Σανέλ να είναι συνώνυμο της φινέτσας και της γαλλικής μόδας, υπάρχει όμως μια σκοτεινή πλευρά πίσω από το λαμπερό περιτύλιγμα. Η ιδρύτρια του θρυλικού οίκου μόδας, Κοκό Σανέλ, όχι απλά καλοδέχτηκε, όπως πολλά μέλη της τάξης της, τους ναζί στη Γαλλία, αλλά συνεργάστηκε ενεργά στο πλευρό τους, αποσπώντας οικονομικά οφέλη.

Στην αρχή του πολέμου η Σανέλ έκλεισε τα καταστήματά της, λέγοντας πως “δεν είναι καιρός για μόδα”, απολύοντας έτσι 4.000 υπαλλήλους. Η κίνησή της αυτή ερμηνεύτηκε ως πράξη αντεκδίκησης για τη γενική απεργία του 1936, στην οποία είχαν συμμετάσχει οι υπάλληλοι, ζητώντας μικρότερα ωράρια και υψηλότερες αμοιβές.

Η σχέση της με το Βαρόνο Χανς Γκίντερ φον Ντίκλατζ, ναζί διπλωμάτη στο Παρίσι, σήμανε την εγκατάστασή της στο ξενοδοχείο Ριτζ, άντρο των ανώτερων κλιμακίων της ναζιστικής στρατιωτικής διοίκησης. Παραδοσιακά αντισημίτρια, η Σανέλ εκμεταλλεύτηκε την πολιτική των Ναζί κατά των Εβραίων, για να ζητήσει από τους Γερμανούς την αναγνώριση της αποκλειστικότητας στην ιδιοκτησία του διασημότερου προϊόντος του οίκου Chanel Parfum, το άρωμα Chanel Νο 5. Οι διευθυντές της Chanel Parfum, η οικογένεια Wertheimer, ήταν εβραϊκής καταγωγής κι εν αγνοία της Σανέλ είχε προνοήσει να μεταβιβάσει τα περιουσιακά της στοιχεία σε “άριο” επιχειρηματία, ο οποίος τα επέστρεψε μεταπολεμικά.

Το καπιταλιστικό κέρδος εν τέλει έφερε σε συμβιβασμό τις δύο πλευρές, καθώς οι Wertheimer φοβήθηκαν ότι σε περίπτωση δίκης, η φήμη του προϊόντος θα κατέρρεε μαζί με τις πωλήσεις του. Μεταξύ άλλων όρων της νέας συμφωνίας, ο Pierre Wertheimer ανέλαβε να πληρώσει όλα τα έξοδα της Σανέλ ως το τέλος της ζωής της.

Η έκταση του δοσιλογισμού της σχεδιάστριας έγινε γνωστή δεκαετίες αργότερα, όταν ο βιογράφος της Hal Vaughan ανακάλυψε αποχαρακτηρισμένα αρχεία, σύμφωνα με τα οποία η Σανέλ υπήρξε πράκτορας των Γερμανών από το 1941. Μάλιστα όταν ο στρατηγός Βάλτερ Σέλενμπεργκ, επικεφαλής των γερμανικών μυστικών υπηρεσιών στο Παρίσι, απελευθερώθηκε το 1951, μετά την έκτιση της ποινής που του είχε επιβάλει το δικαστήριο στη Νυρεμβέργη, η Σανέλ ανέλαβε τα ιατρικά και υπόλοιπα έξοδά του, υποστήριξε οικονομικά την οικογένειά του και πλήρωσε για την κηδεία του το 1952.

Κατά τον Vaughan, ο Σέλενμπεργκ επιχείρησε το 1943 να στείλει τη Σανέλ να διαπραγματευτεί με τον Τσώρτσιλ το ενδεχόμενο ξεχωριστής ειρήνης της Βρετανίας με τη Γερμανία. Η επιχείρηση “Modelhutt” προδόθηκε στις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες, ενώ ορισμένοι μελετητές αμφισβητούν τη γνησιότητα της ιστορίας.

Το Σεπτέμβριο του 1944 η Σανέλ κλήθηκε στην επιτροπή “κάθαρσης” να λογοδοτήσει για τα πεπραγμένα της στον πόλεμο, αφέθηκε όμως ελεύθερη λόγω έλλειψης στοιχείων. Η ίδια, σύμφωνα με συγγενείς της, απέδιδε την απελευθέρωση σε προστασία του ίδιου του Τσώρτσιλ και πράγματι κάποιοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ο Βρετανός πρωθυπουργός ενδιαφερόταν να μην αποκαλυφθούν σε τυχόν δίκη της Σανέλ οι φιλοναζιστικές κινήσεις υψηλόβαθμων Βρετανών αξιωματούχων, αριστοκρατών και της ίδιας της βασιλικής οικογένειας. Το 1949 παρουσιάστηκε στη δίκη ενός Γάλλου δοσίλογου στο Παρίσι που την είχε κατηγορήσει για συνεργασία με τις γερμανικές αρχές, αρνούμενη κάθε κατηγορία.

Το 2011, όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο του Vaughan, ο οίκος Σανέλ αρνήθηκε πως η ιδρύτριά του υπήρξε κατάσκοπος, αποδεχόμενος μόνο το -πασίγνωστο- γεγονός της σχέσης της με τον Ντινκλάτζ. “Σίγουρα δεν ήταν η καλύτερη περίοδος για σχέση με Γερμανό, παρότι ο Βαρόνος Ντινκλάτζ ήταν Άγγλος από μητρικής πλευράς και η ίδια τον είχε γνωρίσει πριν τον πόλεμο”.

Δύσκολες Νύχτες

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

2 Trackbacks

Κάντε ένα σχόλιο: