Πόε – Ντορέ: Το Κοράκι

Κι ως ανοίγω τα παντζούρια, φτερουγώντας όλο φούρια,
Μεγαλόπρεπο κοράκι μπαίνει σαν αρχαία γητειά.
Δίχως διόλου να διστάζει, δίχως να με λογαριάζει,
Στην εξώπορτα κουρνιάζει με ύφος λόρδου, με αρχοντιά,
Σε μια προτομή Παλλάδας, κούρνιασε όλο αρχοντιά,
Κούρνιασε κι αυτό ήταν πια.

ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ

 

 

Έντγκαρ Άλλαν Πόε

(19 Ιαν. 1809, Βοστώνη, Μασαχουσέτη – 7 Οκτ. 1849, Βαλτιμόρη, Μέριλαντ)

 

Μετάφραση – Επιλεγόμενα – Επιμέλεια

Μπάμπης Ζαφειράτος – Μποτίλια Στον Άνεμο

Αφιερώνεται στη μνήμη του Παντελή Πασχαλίδη (*)

 

 

Χαλυβδογραφίες

 

 

Γκυστάβ Ντορέ

(6 Ιαν. 1832, Στρασβούργο – 23 Ιαν. 1883, Παρίσι)

 

 

Το Κοράκι

 

1.

Μεσονύχτι, ήμουν θλιμμένος, κι έγερνα αποκαμωμένος,
Μες σε αλλόκοτα βιβλία κι ολοκίτρινα χαρτιά,
Σφάλιζαν τα βλέφαρά μου κι ως χανόμουν στα όνειρά μου,
Ξάφνου απ’ την εξώθυρά μου κάτι ακούστηκε πνιχτά.
«Κάποιος επισκέπτης θα ’ναι –ψέλλισα–, που μου χτυπά,
Τούτο μόνο, τι άλλο πια;»

 

2.

Α, τη θύμησή μου αρπάζει κρύος Δεκέμβρης που οργιάζει,
Και στην κάμαρα σωριάζει στάχτες, σπίθες και στοιχειά.

 

Το αύριο να ’ρθει λαχταρούσα, κι άδικα παρακαλούσα

 

Τη Λεονόρα που θρηνούσα να ξεχνούσα στα χαρτιά,

 

Την πανέμορφη Λεονόρα των αγγέλων συντροφιά,
Που είναι μακριά μου πια.

 

3.

Οι κουρτίνες μου θροΐζουν όλο θλίψη ψιθυρίζουν
Άγριοι τρόμοι με θερίζουν κι ανταριάζει μου η καρδιά·
Έτσι για να ξεθαρρέψω την καρδιά μου να ημερέψω
Μονολόγησα «Ίσως θα ’ναι κάποιος ξένος που χτυπά,
Ξένος αργοπορημένος που την πόρτα μου χτυπά·
Αυτό είναι, τι άλλο πια».

 

4.

Κι ευθύς θέριεψε η ψυχή μου, χάνονται κι οι δισταγμοί μου,
«Κύριε –λέω– ή Κυρία, συμπαθάτε με βαθιά,
Βάραιναν τα βλέφαρά μου κι από την εξώθυρά μου,
Σιγανά στα όνειρά μου ήρθε ο χτύπος σας, πνιχτά.
Δυσκολεύτηκα ν’ ακούσω». Κι άνοιξα στην κρύα νυχτιά·
Πίσσα, τίποτε άλλο πια.

 

5.

Σκύβω μέσα στα ερέβη κι άγριος φόβος με παιδεύει
Τα όνειρά μου εφιάλτες ζωντανεύουν στη νυχτιά,
Μα η γαλήνη δεν ραγίζει, κι η σιωπή που πλημμυρίζει
Μια λεξούλα μουρμουρίζει, «Λεονόρα!», έτσι αχνά.
Εγώ το ’χα ψιθυρίσει και το αντήχησε η νυχτιά.
Αυτό θα ’ναι, τι άλλο πια.

 

6.

Μπαίνοντας στην κάμαρή μου, κι όπως φλέγεται η ψυχή μου,
Να σου ξανακούω χτύπο, μα από πριν πιο δυνατά.
«Βέβαια, λέω, μου χτυπάνε, στο παράθυρό μου θα ’ναι·
Για να δω, τι μου ζητάνε, να λυθεί κι ο γρίφος πια
–Η καρδιά μου να ησυχάσει, να λυθεί κι ο γρίφος πια–
Μπα! Ο αγέρας, τι άλλο πια!»

 

7.

Κι ως ανοίγω τα παντζούρια, φτερουγώντας όλο φούρια,

 

Μεγαλόπρεπο κοράκι μπαίνει σαν αρχαία γητειά.
Δίχως διόλου να διστάζει, δίχως να με λογαριάζει,
Στην εξώπορτα κουρνιάζει με ύφος λόρδου, με αρχοντιά,

 

Σε μια προτομή Παλλάδας, κούρνιασε όλο αρχοντιά,
Κούρνιασε κι αυτό ήταν πια.

 

8.

Τ’ όρνιο μ’ έκαμε το μαύρο, ένα μισογέλιο να ’βρω,
Έτσι σοβαρό που στέκει με ατάραχη θωριά.
«Κι αν σου κόψανε το ωραίο το λοφίο, είσαι σπουδαίο
Όρνιο αρχαίο, φρικαλέο, που πλανιέσαι στη νυχτιά,
Ποιο το αρχοντικό όνομά σου στην Πλουτώνια τη νυχτιά!»
Είπε το όρνιο «Ποτέ πια».

 

9.

Θαύμασα το άχαρο, πάλι, τ’ όρνιο που φωνή είχε βγάλει,
Μ’ όλο που είπε τόσο λίγα –κι ας μην είχε ειρμό σταλιά·
Κι ο καθείς ξέρει ακόμα, πως δεν το ’πε ανθρώπου στόμα
Όρνιο να είδε σ’ ένα δώμα, θρονιασμένο με αρχοντιά
Σε μια εξώπορτα στημένο, σ’ ένα μπούστο, με αρχοντιά,
Να το λένε «Ποτέ πια».

 

10.

Το κοράκι στέκει μόνο, στη θεά, λέγοντας μόνο
Ετούτο, λες και ξεψυχούσε από αυτό το «Ποτέ πια».
Άλλο σαν να μη γνωρίζει, κι ούτε πούπουλο ανεμίζει
Κι ο εαυτός μου ψιθυρίζει «Κι άλλοι φίλοι έφυγαν πια»,
Σαν ελπίδα θα πετάξει, το πρωί, κι αυτό ήταν πια».
Είπε το όρνιο «Ποτέ πια».

 

11.

Τρόμαξα. Η γαλήνη σπάζει έτσι όπως ξανακράζει,
«Σίγουρα, είπα, η επωδή του είναι φτωχή κληρονομιά
Απ’ τον πρώην Κύριό του, που απ’ το παράπονό του,
Τον αγιάτρευτο καημό του, έχει πληγωθεί βαριά,
Ώσπου τα άγρια μοιρολόγια το πληγώσανε βαριά
Με “Ποτέ–Ποτέ πια”».

 

12.

Το πουλί έκανε τη μαύρη την ψυχή μου γέλιο να ’βρει
Και τραβώ μια πολυθρόνα αντίκρυ στου όρνιου τη ματιά·
Στο βελούδο της βουλιάζω, χίλιες σκέψεις αραδιάζω
Απ’ το νου μου όμως δεν βγάζω του άχαρου όρνιου τη γητειά,
Του άθλιου, άγαρμπου, φριχτού όρνιου, την απόκοσμη γητειά,
Που όλο κρώζει «Ποτέ πια».

 

13.

Σε υποθέσεις βουτηγμένος, σιωπηλός και μπερδεμένος,
Μπρος στα πυρωμένα μάτια που μου τρώνε την καρδιά,
Τα ’φερνα στο νου μου πάλι κι είχα γείρει το κεφάλι
Στο βελούδο προσκεφάλι, που απ’ το φως στραφτοκοπά,
Μα το βιολετί βελούδο που απ’ το φως στραφτοκοπά
Δεν θα Την αγγίξει πια!

 

14.

Τότε ο αέρας φτάνει μ’ άρωμα από λιβάνι
Κι άγγελοι αλαφροπατάνε, κουδουνίζουν θυμιατά.
«Άθλιε, –κραύγασα– επιτέλους, σου ’στειλε ο Θεός μ’ αγγέλους
Νηπενθές, για να ξεχάσεις της Λεονόρας τη ματιά!
Πιες το, ω! Πιες το, να ξεχάσεις της Λεονόρας τη ματιά!»
Είπε το όρνιο «Ποτέ πια».

 

15.

«Α, προφήτη! –λέω– τελώνιο! Α, προφήτη, δαίμονα, όρνιο!
Κι αν ο Πειρασμός κι η μπόρα σε ξεβράσαν στη νυχτιά,
Άτρομο μπροστά μου τώρα κι έρμο στην πιο έρμη χώρα,
Στο φριχτό μου μαύρο σπίτι, σε ικετεύω, πες μου πια,

 

Θα ’βρω στη Γαλαάδ γαλήνη; Θα ’βρω; Πες μου, πες μου, πια!»
Είπε το όρνιο «Ποτέ πια».

 

16.

 

«Α! προφήτη! –λέω– τελώνιο! Α! προφήτη, δαίμονα, όρνιο!
Στο Θεό μας σ’ εξορκίζω, στα Ουράνια τα πλατιά,
Την ψυχή μου τη θλιμμένη, πες, στην Έδεμ την προσμένει
Μια Λεονόρα αγιασμένη που ’χει αγγέλους αγκαλιά;–
Μία κόρη εξαγνισμένη, που ’χει αγγέλους αγκαλιά;»
Είπε το όρνιο «Ποτέ πια».

 

17.

«Τούτη ας είναι η επωδή σου, όρνιο ή πλάσμα της αβύσσου,

 

Παρ’ τη –ουρλιάζω– μες στην μπόρα, στην Πλουτώνια τη Νυχτιά!
Φύγε, πάρε τα φτερά σου, τα χοντρά τα ψέματά σου!
Μην τρυπάς τη μοναξιά μου! Απ’ το μπούστο χάσου, πια!
Μην ξεσκίζεις την καρδιά μου, φύγε, χάσου στη νυχτιά!»
Είπε το όρνιο «Ποτέ πια».

 

18.

Τ’ όρνιο πια δεν θα πετάξει, στέκει ακόμα κι έχει αράξει
Στ’ ωχρό μπούστο της Παλλάδας πάνω απ’ την εξώπορτα,
Στη ματιά του αργοδιαβαίνει δαίμονα φωτιά αναμμένη
Και στο πάτωμα χυμένη η βαριά του η σκιά·
Κι η ψυχή μου βουτηγμένη στην πηχτή του τη σκιά
Δεν θα φύγει –Ποτέ πια!

 

Το μυστικό της Σφίγγας

 

Μετάφραση: Μπάμπης Ζαφειράτος

1η γραφή, 1969. 5η γραφή, 22-26 Σεπ. 2012. Ξανακοιταγμένο, Δεκ. 2019

Δεύτερη «οριστική» δημοσίευση: Μποτίλια Στον Άνεμο, 2012

Για την πρώτη δημοσίευσή του βλέπε στο τέλος Παντελής Πασχαλίδης

 

*

 

Απαγγέλλει ο Βίνσεντ Πράις

(27 Μαΐ. 1911, Σεντ Λούις, Μισούρι – 25 Οκτ. 1993, Λος Άντζελες, Καλιφόρνια)

 

*

 

The Raven

[First published in 1845]

 

Μάριο Καρένιο (Αβάνα, Κούβα, 1913 – Σαντιάγο, Χιλή 1999), Έντγκαρ Άλλαν Πόε, 1941. Μελάνι σε χαρτόνι, 48.3×33cm. (Πηγή: panamericanart.com)

 

1.

Once upon a midnight dreary, while I pondered, weak and weary,
Over many a quaint and curious volume of forgotten lore —
While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door —
“ ’Tis some visiter,” I muttered, “tapping at my chamber door —
Only this and nothing more.”

2.

Ah, distinctly I remember it was in the bleak December;
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
Eagerly I wished the morrow; — vainly I had sought to borrow
From my books surcease of sorrow — sorrow for the lost Lenore —
For the rare and radiant maiden whom the angels name Lenore —
Nameless here for evermore.

3.

And the silken, sad, uncertain rustling of each purple curtain
Thrilled me — filled me with fantastic terrors never felt before;
So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating
“ ’Tis some visiter entreating entrance at my chamber door —
Some late visiter entreating entrance at my chamber door; —
This it is and nothing more.”

4.

Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
”Sir,” said I, “or Madam, truly your forgiveness I implore;
But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
That I scarce was sure I heard you” — here I opened wide the door; —
Darkness there and nothing more.

5.

Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing,
Doubting, dreaming dreams no mortal ever dared to dream before;
But the silence was unbroken, and the stillness gave no token,
And the only word there spoken was the whispered word, “Lenore?”
This I whispered, and an echo murmured back the word, “Lenore!”
Merely this and nothing more.

6.

Back into the chamber turning, all my soul within me burning,
Soon again I heard a tapping somewhat louder than before.
“Surely,” said I, “surely that is something at my window lattice;
Let me see, then, what thereat is, and this mystery explore —
Let my heart be still a moment and this mystery explore; —
’Tis the wind and nothing more!”

7.

Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
In there stepped a stately Raven of the saintly days of yore;
Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he;
But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door —
Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door —
Perched, and sat, and nothing more.

8.

Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,
“Though thy crest be shorn and shaven, thou,” I said, “art sure no craven,
Ghastly grim and ancient Raven wandering from the Nightly shore —
Tell me what thy lordly name is on the Night’s Plutonian shore!”
Quoth the Raven “Nevermore.”

9.

Much I marvelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly,
Though its answer little meaning — little relevancy bore;
For we cannot help agreeing that no living human being
Ever yet was blessed with seeing bird above his chamber door —
Bird or beast upon the sculptured bust above his chamber door,
With such name as “Nevermore.”

10.

But the Raven, sitting lonely on the placid bust, spoke only
That one word, as if his soul in that one word he did outpour.
Nothing farther then he uttered — not a feather then he fluttered —
Till I scarcely more than unuttered “Other friends have flown before —
On the morrow he will leave me, as my Hopes have flown before.”
Then the bird said “Nevermore.”

11.

Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken,
“Doubtless,” said I, “what it utters is its only stock and store
Caught from some unhappy master whom unmerciful Disaster
Followed fast and followed faster till his songs one burden bore —
Till the dirges of his Hope that melancholy burden bore
Of ‘Never — nevermore.’ ”

12.

But the Raven still beguiling my sad fancy into smiling,
Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird, and bust and door;
Then, upon the velvet sinking, I betook myself to linking
Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore —
What this grim, ungainly, ghastly, gaunt, and ominous bird of yore
Meant in croaking “Nevermore.”

13.

This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing
To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom’s core;
This and more I sat divining, with my head at ease reclining
On the cushion’s velvet lining that the lamp-light gloated o’er,
But whose velvet-violet lining with the lamp-light gloating o’er,
She shall press, ah, nevermore!

14.

Then, methought, the air grew denser, perfumed from an unseen censer
Swung by seraphim whose foot-falls tinkled on the tufted floor.
“Wretch,” I cried, “thy God hath lent thee — by these angels he hath sent thee
Respite — respite and nepenthe from thy memories of Lenore;
Quaff, oh quaff this kind nepenthe and forget this lost Lenore!”
Quoth the Raven “Nevermore.”

15.

“Prophet!” said I, “thing of evil! — prophet still, if bird or devil! —
Whether Tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore,
Desolate yet all undaunted, on this desert land enchanted —
On this home by Horror haunted — tell me truly, I implore —
Is there — is there balm in Gilead? — tell me — tell me, I implore!”
Quoth the Raven “Nevermore.”

16.

“Prophet!” said I, “thing of evil! — prophet still, if bird or devil!
By that Heaven that bends above us — by that God we both adore —
Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn,
It shall clasp a sainted maiden whom the angels name Lenore —
Clasp a rare and radiant maiden whom the angels name Lenore.”
Quoth the Raven “Nevermore.”

17.

“Be that word our sign of parting, bird or fiend!” I shrieked, upstarting —
“Get thee back into the tempest and the Night’s Plutonian shore!
Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
Leave my loneliness unbroken! — quit the bust above my door!
Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!”
Quoth the Raven “Nevermore.”

18.

And the Raven, never flitting, still is sitting, still is sitting
On the pallid bust of Pallas just above my chamber door;
And his eyes have all the seeming of a demon’s that is dreaming,
And the lamp-light o’er him streaming throws his shadow on the floor;
And my soul from out that shadow that lies floating on the floor
Shall be lifted — nevermore!

 

[1844 1849]

 

*

 

Βλέπε και:

1. The Edgar Allan Poe Society of Baltimore
2. The Raven
3. Γκυστάβ Ντορέ

4.

 

*

 

Επιλεγόμενα

 

(Πηγή σχεδίου: otaku-pain από deviantart.com)

 

Ο Πόε –ειδικά το Κοράκι– με… ταλαιπωρεί με 6 γραφές από το 1965, προσθέτοντας, αφαιρώντας και ψάχνοντας λέξεις. Με το τρόπο… ακριβώς που το πάλευε και ο Ποιητής του (όπως πολλά χρόνια αργότερα έμαθα· δες τον προαναφερόμενο δεύτερο σύνδεσμο) από το 1844 μέχρι το 1849 που πέθανε, γράφοντας και ξαναγράφοντάς το. Φοβάμαι να τον ξαναγγίξω ολοκληρωτικά.

Όταν κάνα δυο χρόνια μετά, στην περίφημη Παγκόσμια Ποιητική Ανθολογία της Ρίτας Μπούμη Παπά, συνάντησα τη μετάφραση του Γιάννη Β. Ιωαννίδη έφαγα τέτοιο κόμπλεξ που –μισόν αιώνα αργότερα– με στοιχειώνει ακόμα σαν… κοράκι.

Περιττό να τονίσει κανείς ότι κάθε ποίημα του Πόε, πέρα από την ατμόσφαιρα, είναι και υπόδειγμα μετρικής· ρυθμός, ομοιοκαταληξία, παρηχήσεις… Στο Κοράκι βλέπεις τις κουρτίνες να κουνιούνται θροΐζοντας, ακούς τα ξύλα στο τζάκι να τρίζουν, νιώθεις τον αέρα απ’ το φτεροκόπημα του πουλιού στο πρόσωπό σου, μυρίζεις το λιβάνι των αγγέλων· στο θαυμαστό Ελντοράντο αντηχούν οι οπλές του αλόγου και καλπάζεις μαζί του· στο Ουλαλούμ η ομίχλη σέρνεται, σε τυλίγει και πια δεν βλέπεις τίποτα… Κι όχι με τη φαντασία, μα με τον ήχο των λέξεων. Είναι μαγευτική η σιωπή της μουσικής του. Και δεν είναι μεγαλοστομία η μαστοριά που του αποδίδεται, ούτε τυχαία η αίγλη του τον περιβάλλει.

Στο παρόν μετάφρασμα έγινε προσπάθεια να διατηρηθεί το πλήθος των εσωτερικών ομοιοκαταληξιών του πρωτότυπου, αντίθετα από τις πρώτες μετα-γραφές του ποιήματος, όπου υπήρχαν παντού εσωτερικές ρίμες (όπως συμβαίνει με την ομολογουμένως σπουδαία μετάφραση του Γιάννη Β. Ιωαννίδηκαι την οποία προσπάθησα να συναγωνιστώ, ελπίζω επάξια), γεγονός που λειτουργούσε εις βάρος των παρηχήσεων, όμως.

O Γ.Β.Ι. επιδιώκοντας –επιμελώς– περισσότερες ομοιοκαταληξίες, όντας και άριστος τεχνίτης της μετρικής, ακούγεται ευχάριστα, παραμένοντας, έτσι, μακράν το καλύτερο κοράκι του… Πόε.

Όλες οι άλλες μεταφράσεις που γνωρίζω, του Γιώργου Μπλάνα, της Τζίνας Πολίτη, της Κατερίνας Σχινά και του αγαπημένου μου για τον πρώτο Νερούδα, Ρήγα Καππάτου είναι πεζές, χωρίς ομοιοκαταληξίες και παρηχήσεις, άρα και χωρίς το έντονο συναίσθημα που προξενεί το άκουσμα του πρωτότυπου.

Ο ποιητικός λόγος του Πόε, μεταφερμένος πεζά στη γλώσσα μας είναι σαν, ας πούμε, να ακούει καποιος την Μπαλάντα του κυρ Μέντιου χωρίς ομοιοκαταληξία(!)

Τη μετάφραση του Ουράνη δεν την συζητάω, όπου τον τροχαίο στίχο, 16 με 15 συλλαβές, τον έχει κάνει ίαμβο και μονότονο 15σύλλαβο, χωρίς ρίμες: Ιεροσυλία για Πόε, όπου ο Ουράνης επαναλαμβάνει απλώς τον… Ουράνη. Η χειρότερη χωρίς αντίπαλο «(μη) μετάφραση».

Βέβαια, το να μεταφέρεις τον Πόε στα Ελληνικά είναι μια πολύ δύσκολη άσκηση, αφού παλεύεις με δυο γλώσσες εντελώς ανόμοιες:

Αγγλική: 20 φωνήεντα και 24 σύμφωνα· λέξεις μονοσύλλαβες.

Ελληνική: 5 φωνήεντα και από 23 έως 27 σύμφωνα, κατά το Φωνολογικό Σύστημα της Νέας Ελληνικής, αν και υπάρχουν διαφωνίες ως προς τη φύση κάποιων συμφώνων (βλ. εδώ και εδώ).

Ωστόσο θα επανέλθω στην Κατιούσα, καταθέτοντας κάποιες ακόμη απόπειρες…

 

(*) Μνήμη Παντελή Πασχαλίδη

(1953 – 6 Νοε. 2001)

 

ΔΗ ΕΝΤ ΟΦ ΔΕ ΓΟΥΟΡΛΝΤ, fanzine 1970. Μπάμπης Ζαφειράτος – Παντελής Πασχαλίδης. © Babis Zafiratos – Botilia Ston Anemo, 2020.

 

Το Κοράκι «πρωτοδημοσιεύθηκε» επισήμως, λίγο μετά την αρχική ικανοποιητική γραφή του (1969), γύρω στο 1970, με την υπογραφή… Ιορδάνης Πλιφ, όταν μαζί με τον αγαπημένο φίλο, συγγραφέα, σκηνοθέτη, σεναριογράφο Άλφι Ντάγκερ, κατά κόσμον Παντελή Πασχαλίδη (1953 – 6 Νοε. 2001· βλ. Μποτίλια Στον Άνεμο και Βικιπαίδεια), συνεκδώσαμε και κυκλοφορήσαμε το ιστορικό πλέον fanzine [fan(maga)zine] –από τα πρώτα ίσως του είδους–, υπό τον εσχατολογικό τίτλο ΔΗ ΕΝΤ ΟΦ ΔΕ ΓΟΥΟΡΛΝΤ (ο Π. Π. συμετείχε με διήγημα, υπήρχαν και διάφορα άλλα αντί-κείμενα). Το έντυπο, μισοχειρόγραφο, μισοδακτυλογραφημένο, το μοιράζαμε σε φωτοτυπίες ανά τας οδούς και τας ρύμας…

Με τον Παντελή Πασχαλίδη συνεργαστήκαμε κατά καιρούς σε μεταφράσεις τραγουδιών του Ντύλαν για αφιέρωμα της ΝΕΤ, στο σενάριο της μικρού μήκους ταινίας του, Κασκαντέρ (μαζί και με τον Δημήτρη Ιατρόπουλο) και σε διάφορα άλλα γυρίσματα της νιότης μας, μα δυστυχώς, ο μακάβριος σεναριογράφος της ζωής μας διέκοψε την μπομπίνα του Παντελή εντελώς απροσδόκητα…

…Κι η ψυχή μου δεν θα φύγει από τούτη τη σκιά, δεν θα φύγει –Ποτέ πια!

Μάμπης Ζαφειράτος, Ιανουάριος 2020

*

Άλλες μεταφράσεις του Μπ. Ζ.

Κατιούσα και Μποτίλια Στον Άνεμο

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: