Πέτρος Αποστολίδης, ο αγωνιστής γιατρός, «κόκκινος δήμαρχος» Ιωαννίνων

Διάλεξα την πλευρά των αδικημένων. Μπορούσα να είμαι με τους άλλους, αλλά έτσι διάλεξα. Ήξερα καλά ότι μια υποχώρησή μου θα σήμαινε την ησυχία μου, να κερδίζω χρήματα και να είμαι και το χαϊδεμένο τους παιδί. Θα ήμουν όμως ένα τίποτε, ό,τι ακριβώς σιχαινόμουν σ’ όλη μου τη ζωή. Εγώ ποτέ δεν ήμουν μέλος του κόμματος, ούτε παράστησα ποτέ τον ήρωα, ήμουν απλός οπαδός της αριστερής ιδεολογίας και ποτέ δεν την πρόδωσα.

Ο Πέτρος Αποστολίδης γεννήθηκε στις 9 Απριλίου 1896 στην Καλουτά Ζαγορίου, εκεί όπου είχε βρεθεί η οικογένεια του μετά από μια ανταρσία του παππού του Γιάννη εναντίον ενός τούρκου τσιφλικά.

«Στο δεξιό παραστάτη της αυλόπορτας του σπιτιού μας, στην Καλουτά του Ζαγοριού, ψηλά ψηλά, χαραγμένη στην πελεκητή πέτρα, ήταν η ημερομηνία 9 Απρίλη 1896. Τη μέρα αυτή γεννήθηκα και μπήκαν και τα θεμέλια του αυλόγυρου.»

Ο πατέρας του, ο Χριστόδουλος, από δώδεκα χρονών, βρέθηκε για δουλειά στο Βουκουρέστι. Έμαθε γράμματα μόνος του και όταν μεγάλωσε άνοιξε δικό του μαγαζί. Οι δουλειές του πήγαιναν καλά και έτσι μπόρεσε να αγοράσει το σπίτι στην Καλουτά. Σε μια από τις επιστροφές του στο χωριό παντρεύτηκε τη Σεβαστή Πέτσα, δεύτερη κόρη από τις πέντε  του δάσκαλου  Ανδρέα Πέτσα και από τα ωραιότερα κορίτσια του χωριού.

Πέτρος Αποστολίδης, ο αγωνιστής γιατρός, «κόκκινος δήμαρχος» Ιωαννίνων

Πέτρος Αποστολίδης, ο αγωνιστής γιατρός, «κόκκινος δήμαρχος» Ιωαννίνων

Ο παππούς του ο Γιάννης τον πήγε και τον έγραψε για πρώτη φορά στο  σχολείο της Καλουτάς.

«Με παίρνει από το χέρι μια μέρα ο παππούς μου ο μπαρμπα – Γιάννης, η μέρα ήταν συννεφιασμένη κι εγώ στο πλευρό του με το φουστανάκι μου, πάμε να με γράψει στο σχολειό. Τ’ αγόρια τότε, μέχρι οκτώ εννιά χρονών, φορούσανε φουστανάκια. Αργότερα μού ’στειλε ο πατέρας μου από το Βουκουρέστι ένα ναυτικό κοστουμάκι με κοντό πανταλόνι, αλλά το κλίμα της Καλουτάς δε σήκωνε γόνατα έξω και η κυρά – Σεβαστή αγόρασε από τα Γιάννενα λίγη φτηνή ρετσίνα ριγέ και μου το μάκρυνε κι έτσι το πανταλόνι μου ήταν μισό μπλε και το άλλο μισό ριγέ σκούρο.»

Η πρώτη σχολική εμπειρία ήταν οδυνηρή εξ αιτίας του αυταρχικού δάσκαλου και του ξύλου που έτρωγε απ’ αυτόν γεγονός που του δημιουργεί αρνητικά συναισθήματα για το σχολείο και τη μάθηση.

«Ξύλο στο σχολείο, κλάματα στο σπίτι, έπεσα άρρωστος, δεν ξέρω από ποια παιδική αρρώστια. Τότε έμαθαν στο σπίτι ότι έτρωγα ξύλο στο σχολειό και γι’ αυτό δεν ήθελα να πάω. Έλεγε η καημένη η μάκω μου στο δάσκαλο:

– Σε παρακαλούμε, μην το δέρνεις το παιδί, εμείς δε θα το κάνουμε ούτε παπά ούτε δάσκαλο, μόνο λίγα γράμματα θέλουμε να μάθει.

– Μη φοβάστε, δεν παθαίνει τίποτε. Το παιδί για να μάθει θέλει φαΐ και ξύλο.»

Σε αυτό το σχολείο δεν ξαναπήγε εκείνη τη χρονιά. Πήγε όμως μαζί με την αδελφή της μάνας του Αθηνά, δύο χρόνια μεγαλύτερή του, στο Παρθεναγωγείο της Καλουτάς.  Η ήρεμη συμπεριφορά της δασκάλας και η βοήθεια του δάσκαλου παππού του τον έμαθε να συλλαβίζει και να διαβάζει. Την καινούρια σχολική χρονιά ξαναπήγε στο σχολείο με τα αγόρια και ο δάσκαλος είχε μπροστά έναν διαφορετικό μαθητή.

Το 1909 τελείωσε το σχολαρχείο στο χωριό και μετά από διαταγή του πατέρα του πήρε το δρόμο για τα Γιάννενα, να συνεχίσει το σχολείο φοιτώντας στο Γυμνάσιο.

Μαζί με τη μάνα του και έναν έμπιστο φίλο του πατέρα του πέρασαν την πόρτα της Ζωσιμαίας Σχολής. Τον έγραψαν, αλλά για να φοιτήσει στην πρώτη γυμνασίου έπρεπε να δώσει εξετάσεις. Οι εξεταστές τον άφησαν στην τρίτη σχολαρχείου.

Πέτρος Αποστολίδης, ο αγωνιστής γιατρός, «κόκκινος δήμαρχος» Ιωαννίνων«Ήρθε η μέρα των εξετάσεων. Ήταν αυστηρότατες, αλλά και άδικες, εξοντωτικές. Οι μαθητές από τα χωριά είχαν φυσικά ελλείψεις όχι όμως και τέτοια καταδίκη! Δίναμε εξετάσεις για την πρώτη του γυμνασίου και μερικούς τους άφησαν  στην ίδια τάξη, τρίτη σχολαρχείου, τους πιο πολλούς υποβίβασαν στη δεύτερη και μερικούς στην πρώτη. Τι ήθελαν να δείξουν μ’ αυτό; Θα πω τακτική εγκληματική.

Ήμουν τυχερός και μ’ άφησαν στην τρίτη σχολαρχείου. Η διδασκαλία ήταν φοβερά σχολαστική, επέμεναν κυρίως στην ορθογραφία και στη σύνταξη. Μας σακάτεψαν τα γιώτα και τα ήτα και τα όμικρον γιώτα, τα υποκείμενα και τα κατηγορούμενα και οι επιθετικοί προσδιορισμοί, αυτού πάνω κάθε προσπάθεια και με τρόπο καθόλου ευκολοαντιληπτό.

Όταν βγήκα στη ζωή, αναρωτιόμουν: Τι έμεινε απ’ όλα αυτά;»

Πέντε χρόνια μαθητής στη Ζωσιμαία έζησε πολύ δύσκολα και περιορισμένα ανάμεσα στο σπίτι και στο σχολείο περιμένοντας τα Χριστούγεννα και το Πάσχα για να πάει στο χωριό περπατώντας έως και πεντέμισι ώρες τις περισσότερες φορές.

Η πολιορκία του Μπιζανίου τον βρήκε μαθητή στη δευτέρα  γυμνασίου. Το σχολείο είχε κλείσει και αυτός βρισκόταν στο χωριό και παρακολουθούσε από την κορυφή του βουνού τις λάμψεις και τους κρότους από τις οβίδες.

Ένας τραυματίας πολέμου στο χωριό, πρωτόγνωρο φαινόμενο, η ευχαρίστηση που ένιωσε γιατί τον είχαν χτυπήσει Έλληνες και το μοιρολόι της μάνας του γι΄ αυτόν τον ξένο στάθηκαν το πρώτο αλλά και το πιο δυνατό χτύπημα στα σωβινιστικά του συναισθήματα.

«Η κυρά – Σεβαστή, με την καρδιά της μάνας, άρχισε σαν να μοιρολογάει:

– Τον κακομοίρη, ποια μάνα και ποια αδελφή να τον περιμένουν.

– Τι; για το Βασίλη κλαις, που πήγε με τους Τούρκους να χτυπήσει τους δικούς μας; Δεν ντρέπεσαι!

Η μάνα μου, όμως, αδιαφορώντας για τα δικά μου «υψηλά πατριωτικά αισθήματα», εξακολουθούσε να μονολογεί: «Ποια μάνα και ποια αδελφή να τον περιμένουν τον άμοιρο».

Έφυγα αγαναχτισμένος με τη νοοτροπία της, αλλά όταν βρέθηκα μακριά, άρχισα ν’ αναρωτιέμαι: Εγώ σκέφτομαι σωστά ή η απλοϊκή μάνα μου;

Ήταν το πρώτο αλλά και το πιο δυνατό χτύπημα στον ηλίθιο σωβινισμό μου. Το θυμόμουν σ’ όλη μου τη ζωή το οδυνηρό αυτό μάθημα.»

Από το χωριό και εξ αιτίας μιας ενέδρας όπου αντάρτες σκότωσαν τα μέλη μιας συμμορίας και του φόβου της μάνας του βρέθηκε προσφυγόπουλο στα Τρίκαλα ακολουθώντας την οικογένεια του γιατρού Στεφάνου και άλλων συγχωριανών του. Εκεί μένει μέχρι την πτώση του Μπιζανίου και την απελευθέρωση των Ιωαννίνων.

Επιστρέφοντας στα ελεύθερα Γιάννενα συνεχίζει το σχολείο και το τελειώνει παίρνοντας το απολυτήριο με λίαν καλώς.

Πέτρος Αποστολίδης, ο αγωνιστής γιατρός, «κόκκινος δήμαρχος» ΙωαννίνωνΜετά το γυμνάσιο και τον ερχομό του πατέρα του από τη Ρουμανία συζητήθηκε  το μέλλον των σπουδών του. Ο Πέτρος επιθυμούσε να γίνει μηχανολόγος – ηλεκτρολόγος, αλλά αυτό προϋπέθετε σπουδές στο εξωτερικό και ήταν δύσκολο. Του προτάθηκε από τον θείο του η Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή της Λάρισας, αλλά δεν του άρεσε. Ένας τριτοετής φοιτητής της Ιατρικής, ο Γιώργος Αθανασούλας, τον έπεισε για την Ιατρική Σχολή. Έτσι γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας.

Μαζί με τον Αθανασούλα νοίκιασαν ένα δωμάτιο στα Εξάρχεια και μπήκε στην παρέα του. Η συντροφιά ήταν καλή, με πολλά ενδιαφέροντα, φοίτηση στο Πανεπιστήμιο, επισκέψεις στη Βιβλιοθήκη και στην Όπερα, φαγητό και ατέλειωτες συζητήσεις με χαρακτηριστικό το πνεύμα της αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας.

Όλοι τους βενιζελικοί δεν συζητούσαν πολιτικά και κοινωνικά θέματα παρά μόνον επιστημονικά και φιλολογικά.

Ένας συμμαθητής του από τα χρόνια της Ζωσιμαίας, ο Γιώργος Βράσκος, τον γνώρισε με μια άλλη συντροφιά από το Πολυτεχνείο. Αυτοί ήταν κομμουνιστές και προτείνοντάς του να διαβάσει διάφορα βιβλία τον έφεραν για πρώτη φορά σε επαφή με τις σοσιαλιστικές και κομμουνιστικές ιδέες. Τότε άρχισαν μέσα του το μεγάλο πάλεμα, η αναστάτωση  και η αμφιβολία για όσα γνώριζε και πίστευε μέχρι τότε. Το ίνδαλμά του ήταν ο Βενιζέλος, αλλά η δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη τον συντάραξε και ένοιωσε μέσα του ένα μεγάλο κενό. Αυτό το γεγονός ήταν η αφορμή για να αρχίσει την επανεξέταση όλων των μέχρι τότε ιδεών του.

«Άρχισα να ξαναεξετάζω όλες τις μέχρι τότε ιδέες μου για το πώς θα μπορέσει ν’ απαλλαχτεί η ανθρωπότητα από τον πόνο και τη δυστυχία και η Ελλάδα μαζί της.

Καλά εγώ θα βγω σε λίγο γιατρός και θα ζήσω πιο άνετα και πιο καλά. Αλλά τ’ αδέλφια μου, οι συγγενείς μου, οι γύρω μου, τα παιδιά μου; Ας πούμε ότι τους αφήνω μεγάλη περιουσία. Ποια περιουσία όμως είναι σε ασφάλεια σε μια κοινωνία ληστών; Να τ’ αφήσουμε στην τύχη κι ό,τι βρέξει ας κατεβάσει; Όχι, η ζωή δεν πρέπει να’ ναι έτσι.

Μόνο οι σοσιαλιστικές ιδέες μού έδιναν μια απάντηση, χρειαζόταν λοιπόν αγώνας και ξεκαθάρισμα των ιδεών για ν’ αλλάξει η κατάσταση.»

Στο μεταξύ τον αποσπούν στο Νοσοκομείο Συγγρού ως λοχία αρχινοσοκόμο και υπηρετεί ενάμισι χρόνο. Από εκεί τον παίρνει ο επιμελητής Κυριακού ως γραφέα στη σύνταξη των ιστορικών των αρρώστων, τα οποία ο καθηγητής της Δερματολογίας Γεώργιος Φωτεινός τα παρουσίαζε στην Ιατρική Εταιρεία. Η θητεία αυτή σε συνδυασμό με τις επισκέψεις στο Μουσείο του Νοσοκομείου με τα προπλάσματα υπήρξε πολύ γόνιμη για τον νεαρό φοιτητή και του πρόσφερε πολύτιμες γνώσεις.

Το 1917 πήγε στρατιώτης. Μια αναρρωτική άδεια από τύφο τον έσωσε και επιστρέφοντας στην Αθήνα παρακολούθησε φροντιστήρια σχετικά με την Δερματολογία – Αφροδισιολογία. Και ενώ βρισκόταν στο Νοσοκομείο Συγγρού τον κάλεσαν να υπηρετήσει στο Μικρασιατικό Μέτωπο.

Πέτρος Αποστολίδης, ο αγωνιστής γιατρός, «κόκκινος δήμαρχος» Ιωαννίνων

Από την αιχμαλωσία στο Γκαρνιζόν Ουσιάκ (1922-1923)

Από τον Πειραιά φτάνει με πλοίο στη Σμύρνη και παρουσιάζεται στο Έμπεδο Νοσοκόμων. Μετά από 2-3 μέρες τον απέσπασαν στο νεοδημιούργητο Πρόσκαιρο Νοσοκομείο Σμύρνης το οποίο υπήρξε μεγάλο Πανεπιστήμιο γι’ αυτόν καθώς εκεί έμαθε να σκέφτεται και να πράττει ως γιατρός, αλλά και ό,τι είχε σχέση με την οργάνωση και τη διοίκηση ενός νοσοκομείου.

Από τη Σμύρνη, την οποία αγάπησε σαν τα Γιάννενα εξ αιτίας του πολιτισμού της και της εξελιγμένης κοινωνίας της, άρχισε η περιπέτειά του στο χρονικό διάστημα 1922 – 1923. Με την υποχώρηση  του ελληνικού στρατού αρχίζει η μεγάλη του περιπέτεια και η περίοδος της αιχμαλωσίας του στο Γκαρνιζόν Ουσιάκ. Με την ιδιότητα του Ανθυπίατρου έρχεται σε επαφή με τις σκληρές συνθήκες που βίωσαν οι έλληνες στρατιώτες αλλά και οι τούρκοι άρρωστοι.

«Η περιπέτεια αυτή σημάδεψε βαθειά τη ζωή μου, είδα και έπαθα πολλά – και πολλά Ταμπού που είχα σωριάστηκαν ερείπια. Τίποτε πια δεν ήταν ίδιο: εγώ, οι άλλοι, οι Τούρκοι, όλα.»

Το 1923  μετά την εξοντωτική αιχμαλωσία είναι ένας από εκείνους που κατορθώνει να γυρίσει ζωντανός στην πατρίδα.

«Γυρίσαμε επιτέλους ζωντανοί στην πατρίδα. Δε γυρίσαμε βέβαια νικητές και δεν περιμέναμε  τυμπανοκρουσίες, ελπίζαμε όμως να μας βοηθήσουν να βρούμε κάποια δουλειά να ζήσουμε, γιατί όσοι βρεθήκαμε  αιχμάλωτοι σ’ εκείνη την εξουθενωτική καταιγίδα, δεν ταπεινώσαμε το όνομα του Έλληνα αγωνιστή κι όσοι χρησιμοποιηθήκαμε σαν γιατροί των αιχμαλώτων μας, κάναμε ό,τι μπορούσαμε.

Αμ δε. Εκτός από δυό μισθούς που μας δώσαν σαν βοήθημα την ημέρα που πατήσαμε το πόδι μας στον Πειραιά, εμάς τους έφεδρους – οι μόνιμοι πήραν τις θέσεις τους – μας ξέχασαν, κανένας δε μας ρώτησε, ζούμε ή πεθάναμε.

Και τώρα τι γίνεται; Θέση για μας πουθενά. Τις είχαν καταλάβει οι φυγόστρατοι και οι λιποτάκτες του εξωτερικού, αλλά και του εσωτερικού. Και σε κοίταζαν αφ’ υψηλού σαν να σου ‘λεγαν : « Ποιος σου είπε να πας να πολεμήσεις!»

Τα κόκκαλα των νεκρών πουλήθηκαν αργότερα με την οκά στα εργοστάσια Ευρώπης και Αμερικής για να ξεχρωματίζεται η ζάχαρη.

Πάντα λοιπόν έτσι. Μετά το 21 οι τουρκοκοτζαμπάσηδες και οι Φαναριώτες, τώρα ετούτοι.»

Απογοητευμένος και πικραμένος επιστρέφει στο χωριό του, όπου μένει λίγες μέρες. Εκεί έρχεται και ο πατέρας του από το Βουκουρέστι οικονομικά κατεστραμμένος. Όλο το βάρος της συντήρησης της οικογένειας έπεσε πάνω στον Πέτρο  και γι’ αυτό ήταν αναγκαίο να βρεθεί μια δουλειά. Μπροστά στο οικονομικό αδιέξοδο πείθεται να μεταναστεύσει στην Αίγυπτο για να δουλέψει ως παθολόγος σ’ ένα φαρμακείο. Στα Γιάννενα όμως τον μεταπείθει  ένας φίλος του οδοντίατρος προτρέποντάς τον να ανοίξει δικό του ιατρείο καθώς δεν υπήρχε  η ειδικότητα του δερματολόγου – αφροδισιολόγου.

Σε μικρό χρονικό διάστημα νοικιάζει το ιατρείο του αφροδισιολόγου γιατρού Βλαχλείδη. Στην αρχή συνάντησε πολύ μεγάλες δυσκολίες όχι μόνο γιατί ήταν άγνωστος αλλά και πολύ νέος. Οι δυσκολίες είχαν να κάνουν και με τη φύση των νοσημάτων, ειδικά των αφροδισίων. Υπήρχαν ταμπού και διάφορες αναστολές. Σιγά σιγά όμως κατόρθωσε να πείσει τους ασθενείς για την αναγκαιότητα των εξετάσεων και τη μακρόχρονη θεραπεία της σύφιλης που μάστιζε πολλούς ανθρώπους . Επιπλέον απέκτησε και την εμπιστοσύνη τους.

«Ο κόσμος τότε περισσότερο πήγαινε στους διάφορους κομπογιαννίτες και πίστευε στα μυστηριώδη  ματζούνια για τα αφροδίσια νοσήματα παρά στους γιατρούς. Έρχονταν με χίλιες προφυλάξεις στο ιατρείο μου και κατά προτίμηση τη νύχτα με το σκοτάδι να μην τους δουν, γιατί τα γυναικεία – όπως τα ’λεγαν – νοσήματα ήταν νοσήματα ντροπής.

Πέτρος Αποστολίδης, ο αγωνιστής γιατρός, «κόκκινος δήμαρχος» ΙωαννίνωνΕίδα κι έπαθα να τους πείσω ότι ήταν απαραίτητες οι μικροσκοπικές εξετάσεις, ότι η σύφιλη απαιτεί τέσσερα χρόνια συστηματική θεραπεία και αρκετές εξετάσεις αίματος για να θεραπευτεί. Κι όταν αργότερα γυρίζοντας από το Παρίσι έφερα δικό μου μικροσκόπιο, για να μη νομίζουν ότι άνοιξα βιομηχανία μικροβιολογικών εξετάσεων στην αρχή δεν τους έπαιρνα αμοιβή για τις εξετάσεις, τις έκανα για δική μου σιγουριά στη διάγνωση και στη θεραπεία.

Σιγά σιγά εξηγώντας τους τι ακριβώς είναι τα αφροδίσια νοσήματα, πώς μπορούμε να τα προλάβουμε, με παραδείγματα και προπαντός με τα αποτελέσματα της θεραπείας, άρχισαν  να πείθονται και να προπαγανδίζουν κιόλας. Πείστηκαν απολύτως ότι δεν πήγαινα για χρήματα. Μου είχαν πια εμπιστοσύνη. Τις πρώτες όμως μέρες μόλις έβγαινε το πενηντάρικο, τα έξοδα δηλαδή του εστιατορίου κι οι καφέδες, και βρισκόμουν σε αγωνία. Η επίσκεψη τότε ήταν είκοσι πέντε δραχμές, όσο και το μεροκάματο του νέου εργάτη. Οι περισσότεροι από τους πελάτες μου ήταν φτωχοί εργάτες και χωρικοί. Άνοιγα τα φτηνά ρούχα τους να τους εξετάσω κι έβλεπα εσώρουχα τρύπια και μπαλωμένα. Έλα τώρα να του πάρεις επίσκεψη το μεροκάματό του. Μου φαινόταν πως θα του ’κλεβα το ψωμί της φαμίλιας του, ντρεπόμουν. «Πόσο κάνει η βίζιτά σου, γιατρέ;» «Τίποτε, δεν πειράζει, άλλη φορά».

Έκανα τη σκέψη: Εγώ, έτσι κι αλλιώς, το βγάζω το κατοστάρικο τη μέρα, το νοίκι και το ψωμί της οικογένειας βγαίνει άνετα, τι τα θέλω τα περισσότερα; Δεν έβαλα για σκοπό μου να κάνω μεγάλη περιουσία, ούτε απόθεμα. Εκείνο που κυρίως μ’ απασχολούσε ήταν πώς θα γίνει καλά ο άρρωστός μου, να μη βρεθεί ένας να πει πως δεν έκανα ό,τι ήταν δυνατό για τη θεραπεία του και τον εκμεταλλεύτηκα.»

Την εποχή που εγκαταστάθηκε στα Γιάννενα πρώτη του δουλειά ήταν να επισκεφθεί τον Δημήτρη Βλαχλείδη, πρόεδρο του Ιατρικού Συλλόγου Ιωαννίνων, για να γραφτεί μέλος του. Πολλά δεν έκανε ο σύλλογος παρά μόνο ο πρόεδρος του αντιπροσώπευε τους γιατρούς στην Οικονομική Εφορία, σε κάποιον διορισμό σε δημόσια θέση και σε διάφορες κοσμικές εκδηλώσεις. Η γενική συνέλευση γινόταν στο σπίτι του Βλαχλείδη, όπου ο χρόνος κυλούσε με τσάι, βουτήματα και μπόλικο κουτσομπολιό.

Στις εκλογές του Ιατρικού Συλλόγου που έγιναν το επόμενο διάστημα ο Πέτρος Αποστολίδης ψηφίστηκε ως γραμματέας του συλλόγου, θέση που διατήρησε μέχρι την επιβολή της μεταξικής δικτατορίας που αναγκάστηκε σε παραίτηση. Η εκλογή του ήταν ένα μεγάλο πλήγμα για τον Βλαχλείδη και υπήρξε το παρακάτω δημοσίευμα την επόμενη μέρα στην εφημερίδα «Ήπειρος»:

«Χθες έγιναν εκλογές στον Ιατρικό Σύλλογο και εξέλεξαν γραμματέα έναν κομμουνιστή. Τι θέλετε να κάνουν τότε τα εργατικά σωματεία;»

Ακολούθησε ομαδική παραίτηση για να οδηγηθεί και αυτός σε παραίτηση. Δεν υπέκυψε στην πίεση και μετά από παρέμβαση άλλων μελών οι παραιτήσεις ανακλήθηκαν χωρίς όμως να λείψουν τα προβλήματα και οι πιέσεις και οι παρασκηνιακές κινήσεις με στόχο τη δίωξη του Αποστολίδη. Τελικά εκλέγεται άλλος πρόεδρος, απομακρύνεται οριστικά από το σύλλογο ο Βλαχλείδης αλλά ο γιατρός Πέτρος Αποστολίδης είχε να αντιμετωπίσει τώρα τα «τζάκια».

Το Νοέμβριο του 1924 παντρεύτηκε την Αθηνά Καππά, της γνωστής οικογένειας υφασματεμπόρων των Ιωαννίνων. Η Αθηνά ήταν απλός, πράος και καλοσυνάτος άνθρωπος. Είχε τελειώσει το γυμνάσιο και ήταν μορφωμένη. Από την πρώτη στιγμή έδειξε ανεπιφύλακτη αγάπη και εκτίμηση στο σύζυγό της , τον οποίο θαύμαζε και για τις προοδευτικές , αριστερές του ιδέες αν και η ίδια είχε μεγαλώσει σε ένα διαφορετικό περιβάλλον. Σε όλη τους την κοινή ζωή στάθηκε συμπαραστάτης του στις διώξεις και στις δυσκολίες χωρίς, αληθινή σύντροφος.  Την ίδια αγάπη και στοργή έδειξε και σε όλη την οικογένεια του συζύγου της. Μαζί της απέκτησε ένα γιο, τον Χριστόδουλο – Τάτση, τον μετέπειτα σπουδαίο βιολιστή.

Ο γάμος αυτός έδωσε μια μεγάλη ώθηση προς τα πάνω του γιατρού. Έγινε γνωστός σε έναν ευρύ κύκλο γιαννιωτών και βοηθήθηκε οικονομικά για να πραγματοποιήσει το όνειρό του, να ολοκληρώσει τις σπουδές τους στο εξωτερικό. Και όλα αυτά χωρίς να επηρεάσουν στο ελάχιστο τη συμπεριφορά του Πέτρου Αποστολίδη τόσο απέναντι στους ανθρώπους όσο και απέναντι στη δουλειά του.

Εκείνα τα χρόνια το αριστερό κίνημα στα Γιάννενα δεν ήταν ιδιαίτερα αναπτυγμένο. Οι τσαγκαράδες και λίγοι τυπογράφοι ήταν οργανωμένοι σε σωματείο. Μαζί τους και ορισμένοι προοδευτικοί μικροκαταστηματάρχες. Αυτοί οι λίγοι είχαν κατορθώσει να εκδώσουν την εβδομαδιαία εφημερίδα «Νέος Αγών», εφημερίδα των Εφέδρων Πολεμιστών. Πέντε – έξι φύλλα της κυκλοφόρησαν και μετά οι Στρατιωτικές Αρχές σταμάτησαν την έκδοση της.

Η Ομάδα αυτή τόλμησε να κάνει μνημόσυνο για την Ρόζα Λούξεμπουργκ και τον Καρλ Λίμπνεχτ μέσα στη Μητρόπολη Ιωαννίνων. Οι πιο τολμηροί από αυτούς κυκλοφορούσαν στην πόλη φορώντας στραβά την τραγιάσκα τους και με ένα κόκκινο μαντήλι στην επάνω τσέπη του σακακιού τους, εικόνα που σόκαρε τη συντηρητική κοινωνία της πόλης καθώς ο κομμουνιστής ήταν συνώνυμο του αλήτη και του ψευτοπαλικαρά. Υπήρχαν όμως και αρκετοί που τους συμπαθούσαν ανάμεσά τους και διανοούμενοι της πόλης. Σε αυτούς συγκαταλέγεται και ο Πέτρος Αποστολίδης μαζί με τον ποιητή Γιοσέφ Ελιγιά, τον μηχανικό Γιώργη Βράσκο και κάποιους φοιτητές. Αυτοί και μερικοί ακόμη μαζεύονταν στο ιατρείο και συζητούσαν.

Πέτρος Αποστολίδης, ο αγωνιστής γιατρός, «κόκκινος δήμαρχος» ΙωαννίνωνΜε τις κινητοποιήσεις των καπνεργατών στη Μακεδονία εργάτες και άλλοι συμπαραστέκονταν στον αγώνα αυτό. Το Εργατικό Κέντρο Καβάλας είχε στείλει προκηρύξεις  σε όλες τις εργατικές οργανώσεις της Ελλάδας . Στα Γιάννενα καθώς δεν είχαν εμπειρία, έβαλαν τις προκηρύξεις από μια σε κάθε φύλλο της εφημερίδας «Νέος Αγών» και για τις υπόλοιπες ειδοποιήθηκαν να συγκεντρωθούν το βράδυ στο γραφείο της εφημερίδας να σκεφτούν. Κατηγορήθηκαν για παράνομη συγκέντρωση και διατάχθηκε η σύλληψή τους. Ανάμεσα σε εκείνους που συνέλαβαν ήταν και ο Αποστολίδης , ο οποίος στη συνέχεια κατηγορήθηκε ότι ήταν αρχηγός των κομμουνιστών και ότι στο σπίτι του βρέθηκαν διάφορα όπλα που θα χρησιμοποιούνταν για την ανατροπή του καθεστώτος καθώς και τρία βιβλία του Λένιν.

«Το κίνημα πήρε μπροστά μετά τη φυλάκιση τη δική μου, του Γιοσέφ Ελιγιά, του Βράσκου, του Κούση, του Μπάρκη, του Καρασκόγια, του Μπάμπου και την καταδίκη από το Στρατοδικείο σε θάνατο του Ανδρέα Βενέτη και των τεσσάρων συντρόφων του. Η απόφαση αυτή ακυρώθηκε λίγες μέρες ύστερα κι αποφυλακίστηκαν κι αυτοί.

Με τις βλακώδεις ενέργειές τους, αντί να χτυπήσουν την αριστερή ιδεολογία, της έδωκαν όχι μόνο οντότητα αλλά και αίγλη. Δεν μπορούσαν να λένε πια ότι οι κομμουνιστές είναι αλήτες. Μαθαίναμε τις συζητήσεις στα χωριά. «Τι λέτε, μωρέ, αυτοί είναι αλήτες; Αυτοί έχουν μαζί τους γιατρούς, μηχανικούς, δασκάλους και μορφωμένους ανθρώπους». Ούτε μπορούσε να πιάσει και η ρετσινιά του πληρωμένου, γιατί εμένα, που μ’ έφερναν σαν ένα απ’ τους αρχηγούς, έλεγαν ότι ήμουν από τους πλουσιότερους και δεν είχα ανάγκη από λεφτά για να είμαι μαζί τους.

Κατάλαβαν ύστερα πόσο μεγάλη ζημιά τους έκανα που με φυλάκισαν χωρίς λόγο και με τοποθέτησαν στη θέση του αρχηγού. Όλοι με ήξεραν σαν οικονομικά ανεξάρτητο, είχα κερδίσει την εκτίμηση του κόσμου και του δικού τους ακόμα. Γιατί όμως να συμπαθώ τους κομμουνιστές;»

Λίγο καιρό μετά την αποφυλάκισή του έφυγε για το Παρίσι. Ήθελε να παρακολουθήσει μαθήματα και κλινικές εφαρμογές στο Νοσοκομείο για Αφροδίσια και Δερματικά Νοσήματα Saint Louis , το οποίο ήταν τότε το μεγαλύτερο Επιστημονικό Κέντρο στον κόσμο. Τα μαθήματα αυτά στάθηκαν πολύτιμα τόσο για την επιστημονική του κατάρτιση όσο και για την ανθρωπιά  και το σεβασμό που απέπνεαν στις σχέσεις διδάσκοντα και διδασκόμενου.

Με την επιστροφή του άνοιξε το ιατρείο του και συνέχιζε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στους συμπολίτες του με μεγαλύτερη γνώση και εμπειρία. Η Ασφάλεια δεν έπαψε ποτέ να τον παρακολουθεί, να του στήνει παγίδες και να τρομοκρατεί τους πελάτες του με αποτέλεσμα πολλοί ασθενείς να φοβούνται να πάνε στο ιατρείο του και ο ίδιος να αντιμετωπίζει τεράστια οικονομικά προβλήματα.

«Η αγάπη κι η εμπιστοσύνη των εργατών και των φτωχών ανθρώπων με σκλάβωνε και ήμουν περήφανος γι’ αυτήν. Η Ασφάλεια με ήθελε αρχηγό τους κι εγώ από την άλλη δεν εννοούσα να σκύψω το κεφάλι, να φανώ κατώτερος της εκτίμησης που μου ’χε ο κόσμος. Αν και ποτέ δεν ήμουν μέλος του κόμματος, υπόμενα τις ακατάπαυστες ενοχλήσεις και τη ζημιά που μου ’καναν στη δουλειά μου.

Ήταν μια ιδιόρρυθμη κατάσταση. Ούτε στις δουλειές της οργάνωσης μπερδευόμουν – δεν είχα άλλωστε καιρό – ούτε και σε καμιά εκδήλωση έπαιρνα μέρος· Ήμουν μόνο πρόεδρος της Εργατικής Βοήθειας και σ’ οποιαδήποτε συζήτηση υποστήριζα το δίκιο των εργατών και των κατατρεγμένων. Αυτό ήταν όλο. Το θεωρούσα αναφαίρετο δικαίωμά μου και δε φοβόμουν ότι μπορούν να με κατηγορήσουν.

Η μόνη παράνομη πράξη μου ήταν ότι πολλοί καταδιωκόμενοι, που περνούσαν από τα Γιάννενα, έβρισκαν καταφύγιο στο ιατρείο σαν πελάτες δήθεν, για λίγες ώρες μέχρι να τους τακτοποιήσουν σε σπίτι. Αυτό η Ασφάλεια δεν το ’μαθε ποτέ.

Αισθανόμουν γύρω μου την παρουσία της Ασφάλειας, αλλά και την εκτίμηση του κόσμου, όχι μόνο των εργατών και των προοδευτικών ανθρώπων, αλλά και των ίδιων των αρχών. Ίσως αυτό τους έκανε ν’ αφρίζουν από λύσσα…

Η άκαμπτη στάση μου τούς έδινε περισσότερες υποψίες και χτυπούσαν με περισσότερη λύσσα. Ήξερα καλά – κι αυτό ψιθυριζόταν απ’ όλες τις μεριές – ότι μια υποχώρησή μου θα σήμαινε την ησυχία μου, την πελατεία μου ανενόχλητη, να κερδίζω χρήματα και να είμαι και το χαϊδεμένο τους παιδί. Θα ήμουν όμως ένα τίποτε, ό,τι ακριβώς σιχαινόμουν σ’ όλη μου τη ζωή. Ο ηθικός θάνατος είναι ο πιο βρόμικος.»

Όταν προκηρύχθηκε διαγωνισμός για τρία Αντιαφροδισιακά Συνεργεία – Θράκης, Μακεδονίας και Ηπείρου – για την καταπολέμηση της κληρονομικής σύφιλης, ο Πέτρος Αποστολίδης πήρε μέρος στο διαγωνισμό και πέτυχε. Ο διορισμός του όμως καθυστερούσε εξ αιτίας των εμποδίων της Γενικής Διοίκησης Ηπείρου. Είχε φροντίσει η Χωροφυλακή γι’ αυτό. Μετά από την προσωπική του παρέμβαση στον Υπουργό Γενικό Διοικητή κατόρθωσε να σταλεί ο διορισμός του.

Την υπηρεσία του ως δημόσιος υπάλληλος την άρχισε από την επαρχία της Κόνιτσας. Τα κρούσματα κληρονομικής σύφιλης ήταν ελάχιστα σε αυτή την περιοχή και ο γιατρός περιοριζόταν σε συστάσεις για τους τρόπους υγιεινής και προφύλαξης.

Από την επαρχία της Κόνιτσας βρέθηκε στην περιοχή του Φαναρίου, βαλτώδης περιοχή με 24 χωριά ανάμεσα από το βουνό Γκορίλας και τα υψώματα της Παραμυθιάς βόρεια, τα βουνά του Σουλίου ανατολικά, τα υψώματα της Πάργας και του Μαργαριτιού δυτικά και τη θάλασσα νότια. Το μεγάλο πρόβλημα εδώ ήταν η ελονοσία . Ήρθε αντιμέτωπος με δύσκολες συνθήκες που τις δυσκόλευαν ακόμη περισσότερο η μεγάλη φτώχεια, η καθυστέρηση και οι διάφοροι κομπογιαννίτες.

Πολλά ήταν και τα κρούσματα παλιάς σύφιλης καθώς και τα ομαδικά κρούσματα στα χωριά από την Πρέβεζα μέχρι στην Πάργα λόγω των λιμανιών.

Αρχικά το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν κλινική εξέταση καθώς δεν διέθετε μικροβιολογικό εργαστήριο ούτε άλλα μέσα. Έκανε μια λεπτομερή έκθεση προς το Υπουργείο και του έστειλαν φάρμακα  για να αρχίσει τη θεραπεία των περιστατικών. Το πρόβλημα όμως ήταν ότι υπήρχε μόνο ένα ιατρείο για τους κατοίκους εικοσιτεσσάρων χωριών. Πρότεινε το διορισμό κοινοτικών γιατρών, ως το βασικό κύτταρο της οργάνωσης και της υγιεινής του κράτους, αρμόδιο για τη θεραπεία της σύφιλης και της ελονοσίας σε συνεργασία με συνεργεία από γενικούς επόπτες και συντονιστές.

«Είχα αναλάβει με ενθουσιασμό το Συνεργείο, γιατί έβλεπα να μου δίνεται η ευκαιρία να μελετήσω στην πράξη την κληρονομική σύφιλη, αλλά και την κοινωνική κατάσταση και εξέλιξη ενός καθυστερημένου τμήματος του τόπου μας, των κατοίκων της Θεσπρωτίας.

Από τη μεριά της Πολιτείας, όμως, δεν υπήρχε κανένα σοβαρό και συστηματικό σχέδιο, αλλά, απλώς, έχεις πυρετό, σου δίνω ασπιρίνη, έχεις σύφιλη, σου στέλνω γιατρό και νοσοκόμο, τι άλλο θέλεις; Έτσι σταματάν οι γκρίνιες και δείχνουμε και το «ενδιαφέρον» μας.»

Μια βαρηκοΐα που τον ταλαιπωρούσε, αλλά και η έλλειψη ενδιαφέροντος καθώς και η συνεχιζόμενη με κάθε τρόπο δίωξή του τον οδήγησαν σε παραίτηση από την υπηρεσία αυτή.

Με την επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου εξαναγκάζεται σε παραίτηση  από τη θέση του στο συνεργείο αλλά και του γραμματέα του Ιατρικού Συλλόγου, αφού προηγήθηκαν συκοφαντίες, ψευδείς κατηγορίες και πιέσεις. Τον καλούν στη Χωροφυλακή και του θέτουν το δίλημμα: δήλωση ή εξορία.

«Με τον τρόπο που έκανα τη γιατρική, τα αποθέματά μου ήταν μηδέν κι από μένα κρέμονταν τέσσερα άτομα, το ένα, μικρό παιδάκι. Πήρα την απόφαση να υποστώ τον εξευτελισμό. Με παρηγορούσε κάπως, ότι όλος ο κόσμος ήξερε πόσο «ειλικρινείς» ήταν αυτές οι δηλώσεις.

Συμβουλεύομαι και το φίλο μου το δικηγόρο Γούλα Κωνσταντινίδη. Σκεφτήκαμε αυτή τη διατύπωση: «Λέγεται ότι ο κομμουνισμός είναι εναντίον της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας. Αν είναι έτσι, τότε αποκηρύσσω τον κομμουνισμό».

Τα διαβάζει ο Διοικητής της Χωροφυλακής.

– Μωρέ, τι μας λες. Δεν ξέρεις τι θα πει κομμουνισμός! Μας κοροϊδεύεις κιόλας. Να πάτε αμέσως στο Διοικητή της Ασφάλειας, τον Παπακώστα, να σας πει πώς γράφεται η δήλωση.

Μπαίνω στο γραφείο του Παπακώστα.

– Τι είδους δήλωση  θέλετε από μένα, τι έχετε εναντίον μου;

Κάθεται με ύφος κάμποσων Καγκελαρίων στην πολυθρόνα του και βγάζει το φάκελό μου.

– Αυτά τα ξέρω τι γράφουν, λέω.

– Από πού τα ξέρεις;

– Μου τα διάβασε ο κ. Υπουργός. Λέτε ότι είστε έντιμος αξιωματικός και εκτελείτε το καθήκον σας. Αρχή αρχή στο φάκελό μου γράφει ένα τεράστιο ψέμα, ότι καταδικάστηκα από το Στρατοδικείο, κατ’ επανάληψιν μάλιστα, και πήγα εξορία. Ξέρετε ότι αυτό είναι χονδροειδές ψέμα, που εμένα όμως με συντρίβει. Είναι έντιμο αυτό εκ μέρους σας;

Σπρώχνει το φάκελο στο βάθος και κλείνει το συρτάρι.

– Άκου να σου πω καθαρά. Δεν έχω τίποτε το συγκεκριμένο εναντίον σου. Επειδή, όμως, όλοι αυτοί, οι εργάτες, σε παρουσιάζουν σαν ίνδαλμα και συ δεν κάνεις μια αποκήρυξη, γι’ αυτό σε κυνηγώ.

– Ώστε γι’ αυτό λοιπόν, χρόνια τώρα, δε μ’ αφήνετε να σταθώ σε χλωρό κλαδί;

Μου δίνει ένα έντυπο δήλωσης.

– Διάβασε.

– Περιττό, λέω, και υπογράφω χωρίς να διαβάσω τίποτε.»

Με την επιστράτευση του 1939  και του 1940 τοποθετήθηκε ως έφεδρος ανθυπίατρος στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο, στο Κάστρο των Ιωαννίνων και μετά στο Νοσοκομείο στην Ακαδημία.

Με την κατάρρευση του μετώπου και λίγες μέρες μετά την είσοδο των Ιταλών στα Γιάννενα συλλαμβάνεται και οδηγείται στα κρατητήρια της Καραμπινερίας, η οποία έδρευε στην Καπλάνειο Σχολή. Αφέθηκε ελεύθερος μετά από τρεις μέρες.

Μετά τους Ιταλούς έρχονται οι Γερμανοί. Ο Αποστολίδης συλλαμβάνεται στο σπίτι του. Μαζί και ο γιος του Τάτσης. Τους οδηγούν στη Ζωσιμαία Σχολή. Μετά από την ανάκριση τον αφήνουν ελεύθερο ενώ κρατούν το γιο του. Ο Τάτσης απελευθερώνεται λίγες μέρες μετά και, αφού έμεινε τρεις τέσσερις μέρες στα Γιάννενα, τον έστειλαν στην Καλουτά, που ήταν χωριό  εαμοκρατούμενο και επέστρεψε με την απελευθέρωση.

Το 1944 με την απελευθέρωση οι Γερμανοί έφυγαν από τα Γιάννενα. Με βάση τη συμφωνία ΕΛΑΣ – ΕΔΕΣ η πόλη μέχρις ένα ορισμένο σημείο θα περιέρχετο στους Εδεσίτες και η περιοχή από εκεί και πέρα στους Ελασίτες. Οι Εδεσίτες μπήκαν στα Γιάννενα και η κατάσταση άρχισε σταδιακά να χειροτερεύει. Κλίμα ανασφάλειας και φόβου κυριαρχούσε παντού.  Κανείς δεν ήξερε τι θα φέρει η επόμενη μέρα.

Μετά τις εξελίξεις με τα Δεκεμβριανά, ο ΕΔΕΣ   αναζητεί τον γιο του γιατρού Τάτση για να τον συλλάβει. Κρύβεται αλλά κάποια στιγμή τον εντοπίζουν. Ο πατέρας του αρνείται να τον αφήσει μόνο και τον ακολουθεί στη φυλακή του Αγίου Κοσμά, στα Γιάννενα, μαζί με πολλούς άλλους Εαμίτες.

«Αυτό που φοβόμουνα, έγινε. Συζητούσαμε μέχρι αργά, μετά τα μεσάνυχτα, ήταν κι ο γαμπρός μου ο Μήτσος, και ακούμε δυνατά χτυπήματα στην εξώπορτα. Ρωτώ ποιος είναι· ποιος άλλος, αστυνομία. Ανοίγω και εμφανίζονται ένας υπενωματάρχης με μερικούς χωροφύλακες. Θέλουν, λέει, το γιο μου για μια ανάκριση.

– Εδώ είναι, αλλά τι είδους ανάκριση είν’ αυτή, ένα μικρό παιδί στις δύο μετά τα μεσάνυχτα;

– Μην ανησυχείς, γιατρέ, μια απλή ανάκριση και θα γυρίσει πίσω.

– Δεν μου πολυαρέσουν αυτές οι ανακρίσεις, θα ’ρθω κι εγώ μαζί σας(…)

Μας πάνε στις φυλακές του Αι – Κοσμά – τώρα είναι μέγαρο του ΟΤΕ – και μας παραδίνουν στους «γενναίους» αντάρτες του Ζέρβα. Εκείνοι μας καλωσορίζουν, μαζί με άλλους που συνέχεια μάζευαν, με βρισιές, σπρωξιές και αγριοφωνάρες και μας στριμώχνουν στα ολοσκότεινα υπόγεια του κτιρίου.»

Πέτρος Αποστολίδης, ο αγωνιστής γιατρός, «κόκκινος δήμαρχος» Ιωαννίνων

Ο «κόκκινος δήμαρχος» Πέτρος Αποστολίδης, στα χέρια των Γιαννιωτών κατά την είσοδό του στην πόλη

Στις 21 Δεκέμβρη ο ΕΛΑΣ διώχνει τον ΕΔΕΣ από τα Γιάννενα μετά από μάχη και στις 28 Δεκέμβρη ο Σαράφης και ο Άρης μπαίνουν στην πόλη. Ο ΕΔΕΣ όμως παίρνει τους φυλακισμένους ως ομήρους. Ανάμεσά τους ο Πέτρος και ο Τάτσης Αποστολίδης. Τους οδηγούν με τα πόδια στην Πρέβεζα και από εκεί πολλοί βρέθηκαν στην Κέρκυρα για να χρησιμοποιηθούν ως μέσο πίεσης για τους αιχμαλωτισμένους από τον ΕΛΑΣ.  Πατέρας και γιος όμως κατορθώνουν να ξεφύγουν με την παρέμβαση ενός χωροφύλακα. Αυτοκίνητο για τα Γιάννενα δεν είχε . Έπρεπε να πάνε στην Άρτα. Φεύγουν με ένα φορτηγό για την Άρτα, αλλά έπρεπε να περιμένουν μια μέρα. Στην Άρτα βρίσκουν φιλοξενία σε γνωστούς και εκεί ο Πέτρος Αποστολίδης μαθαίνει ότι το Εργατικό Κέντρο και οι επαγγελματικές ενώσεις τον είχαν εκλέξει δήμαρχο της πόλης.

Μετά από ένα περιπετειώδες ταξίδι και αφού περπάτησαν τα τελευταία είκοσι χιλιόμετρα μέσα στο χιόνι έφθασαν στα Γιάννενα.

Την επόμενη μέρα γίνεται συνεδρίαση του νέου Δημοτικού Συμβουλίου.

«Πριν πάω, θεώρησα σωστό να περάσω από τον Άι – Κοσμά που από τα υπόγειά του είχα ξεκινήσει για Πρέβεζα. Εκεί είχε φυλακίσει ο ΕΛΑΣ όσους είχε συλλάβει, τους είχαν όμως στο πάνω πάτωμα, η σόμπα στη μέση έκαιγε συνέχεια και πιο κει το ραδιόφωνό τους για τα νέα. Ανάμεσα τους ο στρατηγός Ραζής, ο μεγαλέμπορος Δούμας, ο δικηγόρος Γούλας Κωνσταντινίδης κι άλλοι.

Είν’ αλήθεια ότι η εκλογή μου μού ’δωκε μεγάλη χαρά, και σαν αναγνώριση των ταλαιπωριών μου, χρόνια και χρόνια, αλλά και γιατί δεν έλαβαν καθόλου υπόψη τη δήλωσή μου επί Μεταξά: «παπάς δεμένος γράφ’ και ξεγράφ’».

Μόνον οι «πούροι» – πώς να τους πω – επαναστάτες, πρότειναν για Δήμαρχο το Μελανίδη, αλλά οι εργάτες κι οι επαγγελματίες με θεωρούσαν δικό τους και με διάλεξαν.

Δεν τους κατηγορώ τους «πούρους». Στις κρίσιμες εποχές βάζουν μπροστά τους άκαμπτους, αλλά είχαν τέτοιον; Εγώ ποτέ δεν ήμουν μέλος του κόμματος, ούτε παράστησα ποτέ τον ήρωα, ήμουν απλός οπαδός της αριστερής ιδεολογίας και ποτέ δεν την πρόδωσα.

Πηγαίνοντας στο Δημαρχείο αισθανόμουν φόβο, αν θα μπορέσω ν’ ανταποκριθώ στις προσδοκίες τους, είχα ένα είδος τρακ, από πού ν’ αρχίσω. Και δεν είχα κάνει ούτε σύμβουλος ποτέ, να ξέρω τι γίνεται κει μέσα.

Φτάνω καμιά φορά. Όλοι μαζεμένοι με περίμεναν κι ο Γιώργος Κραψίτης, από τους πλουσιότερους τυρέμπορους στην Ήπειρο και Διευθυντής, πριν την κατοχή, της Ιωνικής – Λαϊκής Τράπεζας στα Γιάννενα, φανερά ενοχλημένος που άργησα.

Ζήτησα συγνώμη και τους εξήγησα, μόλις χθες γύρισα από την ομηρία βαδίζοντας είκοσι χιλιόμετρα στο χιόνι.

Κάναμε μια γενική αναγνώριση των ζητημάτων του Δήμου. Η κατάσταση ήταν απελπιστική. Στο ταμείο ούτε πεντάρα. Οι υπάλληλοι είχαν έξι μήνες να πάρουν όβολο.

Τα οικήματα στις εισόδους της πόλης ερειπωμένα. Οι αντάρτες του Ζέρβα, που ’μεναν σ’ αυτά, φεύγοντας πήραν ό,τι έπιπλο βρισκόταν μέσα, τις πόρτες και τα παράθυρα.

Το Δημοτικό Νοσοκομείο στεγαζόταν στο παλιό σκοτεινό κτίριο – το καινούριο το είχαν επιτάξει οι Ιταλοί κι όταν έφυγαν, κανένας δε φρόντισε να γίνουν οι απαραίτητες επισκευές. Οι άρρωστοι είχαν ένα μήνα να βάλουν κρέας στο στόμα τους, το φαγητό τους ήταν τα όσπρια που ’δινε ο Ερυθρός Σταυρός.

Οι υπάλληλοι του Δήμου έπαιρναν φαγητά από τις εστίες του συσσιτίου, ποτέ δε βρίσκονταν στη θέση τους και μερικοί ασχολούνταν με τη μαύρη αγορά. Με μια λέξη διάλυση.

Τώρα όμως το Δημαρχείο ήταν ένα είδος Υπουργείου· έπρεπε να φροντίζει για το συσσίτιο των πολιτών, για την υγειονομική και νοσοκομειακή περίθαλψη των απόρων και επιπλέον για τη στέγαση των ανθρώπων που η αναμπουμπούλα του πολέμου κουβάλησε στην πόλη.

Από πού ν’ αρχίσεις και πώς να προχωρήσεις χωρίς δεκάρα; Ευτυχώς είχα εξαίρετους συνεργάτες, τα δύο άλλα μέλη της Δημαρχιακής Επιτροπής, το ζαχαροπλάστη Κούση και το μαραγκό Μεργκούνη, έντιμους και πολύ εργατικούς ανθρώπους, και τον έμπορα Λέοντα Μαρνέλη, έμπιστο και ακούραστο συνεργάτη, αυτός κρατούσε το ταμείο.

Προγραμματισμός σε όλα. Πρώτη μας δουλειά η επισκευή των οικημάτων στα διόδια, να ’χουμε και κάποιο έσοδο, το μόνο άλλωστε.

Για τη στέγαση φκιάσαμε μια επιτροπή με πρόεδρο το δάσκαλο Ντάκαρη, κατάγραψε όλα τα έρημα σπίτια των Εβραίων.

Ανάθεσα σ’ όλους τους γιατρούς της πόλης να εξετάζουν κατά τομείς τους απόρους δωρεάν και να γνωματεύουν για το Νοσοκομείο.

Εκείνο που σου ’κανε εντύπωση και μου ’δινε θάρρος ήταν πως όλος ο κόσμος δούλευε εθελοντικά με την ψυχή του για να πάει μπροστά το παραλυμένο Δημαρχείο, και μαζί πολλοί όχι ομοϊδεάτες μας, εκτός από τους παθιασμένους. Πουθενά δε σκόνταψα σε ανυπέρβλητα εμπόδια.»

Με αποφασιστικότητα και θέληση αναδιοργάνωσε το Νοσοκομείο και τα συσσίτια, προσπάθησε να λύσει το πρόβλημα της στέγασης δίκαια, χωρίς διακρίσεις και ρουσφέτια και άλλα σημαντικά προβλήματα της πόλης.

Μετά τα Δεκεμβριανά και την άφιξη των πρώτων άγγλων στα Γιάννενα προσπαθεί να διαχειριστεί ψύχραιμα την έκρυθμη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στην πόλη και τελικά τον αντικαθιστούν με τον Βλαχλείδη.

«Με ειδοποιούν από την οργάνωση: Αύριο με αντικαθιστούν με το Βλαχλείδη  και στην παραμικρή αντίρρηση θα με συλλάβουν. «Καλό είναι, μου λένε, να μην πάω στο Δημαρχείο».

Διαφωνώ. Θα πάω κι ας έρθει ο Βλαχλείδης να του παραδώσω.

Κείνη τη μέρα πήγα πιο νωρίς στο Δημαρχείο, κάθομαι στη θέση μου κι αρχίζω τη δουλειά, όπως πάντα. Καμιά φορά να ο Βλαχλείδης. Του προσφέρω πολυθρόνα δεξιά, δίπλα μου, και τον ρωτώ:

– Πού οφείλω την τιμή της επισκέψεώς σας.

– Ξέρετε…με ειδοποίησαν να παραλάβω Δήμαρχος.

– Εγώ όμως κ. Βλαχλείδη, δεν έχω καμιά ειδοποίηση.

– Μα, δε σας θεωρούν αρχή.

– Μπορεί να το λεν και να το θέλουν, η πραγματικότητα όμως είναι ότι διοικούμε τρεις μήνες. Δεν έχω καμιά αντίρρηση να σας παραδώσω το Δημαρχείο, θέλω όμως ένα επίσημο χαρτί, γιατί εγώ, κ. Βλαχλείδη, δεν μπήκα από το παράθυρο σαν κλέφτης, αλλά με εξέλεξαν τα σωματεία της πόλης. Μια διαταγή του Νομάρχη και σας παραδίνω αμέσως το Δημαρχείο.

– Κύριε Ηλιόπουλε, γυρίζει στον πρώην Διευθυντή της ηλεκτρικής εταιρίας που τον ακολουθούσε, πηγαίνετε στον κ. Νομάρχη. Ο κ. Αποστολίδης θέλει διαταγή.

Το κωμικό ήταν ότι μέχρι να γυρίσει ο Ηλιόπουλος, έμπαιναν στο γραφείο πολίτες για δουλειές τους και παραξενεύονταν βλέποντας δυό Δημάρχους· ήταν να γελάς.

Επιστρέφει ο Ηλιόπουλος με έγγραφο του Νομάρχη, προς τον Βλαχλείδη όμως. Έγραφε: «Εντέλλεσθε όπως από σήμερον 26 ή 27 Μαρτίου, δε θυμάμαι καλά – αναλάβητε Δήμαρχος Ιωαννίνων». Και κάτω αριστερά: «Εκοινοποιήθη εις Εθνοφυλακήν προς γνώσιν».

Πατώ την ουρά της χελώνας, το κουδούνι του γραφείου μου, κι εμφανίζεται ο Κιούρης. Πάρτε, κ. Κιούρη, αυτό το έγγραφο και πρωτοκολλήστε το. Απ’ αυτή τη στιγμή Δήμαρχος είναι ο κ. Βλαχλείδης.

Σηκώνομαι, παραχωρώ την πολυθρόνα μου στο Βλαχλείδη, του εύχομαι κουράγιο, υγεία κι επιτυχία στη δουλειά του. Περνώ απ’ τα γραφεία, χαιρετάω όλους τους υπαλλήλους με χειραψία και τους ευχαριστώ για την ωραία μας συνεργασία. Βγαίνω από το Δημαρχείο, παίρνω την ανηφόρα προς το «Ακροπόλ» και συνέχεια στο σπίτι χωρίς να μ’ ενοχλήσει κανένας. Δεν τους δόθηκε η απόλαυση να με βγάλουν από το Δημαρχείο με τις κλοτσιές.»

Λίγες μέρες μετά πέφτει θύμα επίθεσης μέσα στην αυλή του σπιτιού του από μέλη της συμμορίας Βασιλείου. Το όργιο της τρομοκρατίας έχει αρχίσει και τον Ιούλιο του 1946 συλλαμβάνεται μέσα στο σπίτι του και φυλακίζεται στα κρατητήρια του Α’ Αστυνομικού Τμήματος. Μέσα από εκεί και μπροστά στην πρωτοφανή τρομοκρατία παραγγέλνει στη γυναίκα να πάρει το γιο τους και να φύγουν για την Αθήνα.

Μαζί με άλλους κρατούμενους τούς φορτώνουν σε φορτηγά και ακολουθούμενοι από αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες με οπλισμένους τούς μεταφέρουν στην Πρέβεζα. Την άλλη μέρα οδηγούνται στο Αγρίνιο και από εδώ στο κρατητήριο στην Πάτρα και στη συνέχεια στο Τμήμα Μεταγωγών στην Αθήνα. Το επόμενο πρωί τους πάνε στον Πειραιά. Επιβιβάζονται δεμένοι για τη  Μυτιλήνη και από εκεί στη Λήμνο.

«Ο κ. Έπαρχος θέλει να με δει. Πάμε με το χωροφύλακα στο γραφείο του. Αντικρίζω έναν άνθρωπο μέσης ηλικίας, ανάστημα μέτριο. Με δέχεται με ευγένεια, μου λέει ότι είναι κι αυτός Ηπειρώτης, τ’ όνομά του όμως δε μου θύμιζε τίποτε.

– Απορώ, γιατρέ, πώς ξέπεσες εσύ μ’ αυτούς!

– Ποιους αυτούς, κ. Έπαρχε;

– Να, τους ΕΑΜίτες, τους κομμουνιστές.

– Κι όμως, κ. Έπαρχε, εγώ το θεωρώ τιμή μου να είμαι μαζί τους. Αγωνιστήκαμε για τη λευτεριά και την προκοπή της πατρίδας, να ζήσουμε όλοι καλύτερα, αδιάφορα από τάξη και καταγωγή. Δε γνωρίζω να ’κανε το ΕΑΜ ληστείες, μαύρη αγορά και προδοσίες.

– Να, μωρέ, στην οργάνωση της νεολαίας τους την ΕΠΟΝ διδάσκουν τη διαφθορά. Ήταν και μια ανιψούλα μου και τους δίδασκαν, λέει, κάτω η παρθενία και τέτοια.

– Δεν ξέρω σε ποια οργάνωση ήταν η ανιψούλα σας και πού τ’ άκουσε αυτά τα πράγματα, αλλά εμένα ήταν ο γιος μου στην ΕΠΟΝ και τόσο επέμεναν στις αξιοπρεπείς σχέσεις αγοριών και κοριτσιών, που σε κάποιο χωριό οι κάτοικοι διαμαρτυρήθηκαν στο γραμματέα της οργάνωσης: «Για τόσο ανήθικους μάς περάσατε κι επιμένετε στα κορίτσια μας να είναι ενάρετα!» Με νομίζετε τόσο πορωμένο, να στέλνω το γιο μου σε μια ανήθικη οργάνωση;

– Θα ήθελα να σε κρατήσω στο Κάστρο, να μη σε στείλω στο Άι –  Στράτη.

– Σας ευχαριστώ για την καλοσύνη σας. Το θεωρείτε όμως τίμιο από μέρους μου να εγκαταλείψω τους ανθρώπους αυτούς που μαζί ταλαιπωρηθήκαμε; Είναι τόσο ένοχοι όσο κι εγώ, με μένα δίπλα τους σαν γιατρό, αισθάνονται, ας πούμε, μια κάποια ανακούφιση. Σας ευχαριστώ πολύ, αλλά δε δέχομαι.

– Μωρέ, δε θα σ’ άκουγα εγώ, αλλά πρέπει να ρωτήσω πιο πάνω. Ύστερα μού ήρθε μια επιτροπή από τον Άι – Στράτη και μου ζητάνε να μη στείλω εξορίστους στο νησί τους, γιατί, λέει, κινδυνεύει η ηθική των γυναικών τους.

– Επιτρέψτε μου να γελάσω. Ρωτήστε τους να σας απαντήσουν με ειλικρίνεια: Πίστευαν κι αυτοί κι οι γυναίκες τους, για τους παλιούς εξόριστους, ότι ήταν σεξουαλικά ανίκανοι ή τους πότιζαν κανένα φάρμακο κατασταλτικό; Τόσο άψογη ήταν η στάση τους απέναντι των γυναικών. Κι ύστερα, αφού δε μας θέλουν, κρατήστε μας στο Κάστρο, καμιά αντίρρηση.»

Μετά από λίγες μέρες τους έστειλαν στον Άι – Στράτη. Η εξορία του τελείωσε όταν οι Φιλελεύθεροι έγιναν κυβέρνηση. Στην Αθήνα όμως η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη και τα οικονομικά ακόμη πιο δύσκολα. Δουλειά δεν μπορούσε να βρει και ούτε υπήρχε περίπτωση να επιστρέψει στα Γιάννενα  ο πρώτος κόκκινος δήμαρχος. Δεν περνάει πολύς καιρός και συλλαμβάνεται όλη οικογένεια. Την επόμενη μέρα ελευθερώνουν τη γυναίκα του και το παιδί του. Από τον ίδιο ζητούν να υπογράψει δήλωση. Δεν υπογράφει και τον εξορίζουν στο Χριστό της Ικαρίας. Όχι πολύ αργότερα μεταφέρεται στη Μακρόνησο.

Στη Μακρόνησο υπογράφει δήλωση, αλλά παραμένει για αρκετό διάστημα στο στρατόπεδο  βλέποντας βασανιστήρια και βιώνοντας εξευτελισμούς .

«Έμεινα ένα χρόνο αιχμάλωτος στους Τούρκους, στην απόλυτη, την ανεξέλεγκτη διάθεση και του τελευταίου Τούρκου στρατιώτη ή χωριάτη. Ο απλοϊκός εκείνος – βάρβαρο τον λέγαμε εμείς οι «πολιτισμένοι» – σκότωνε και τυραννούσε τον γκιαούρη, πάνω στη δικαιολογημένη αγανάκτησή του, γιατί ο γκιαούρης αυτός ήρθε κατακτητής στον τόπο του και, το κυριότερο, φεύγοντας του ’καψε το σπίτι του, του ρήμαξε το βιός του, σκότωσε, βίασε…Και τα έκανε αυτά ο Τούρκος πάνω στην έξαψή του κι όταν του περνούσε γινότανε άνθρωπος.

Ο παπα – Στυλιανός όμως, τι είχε και με τα κηρύγματά του φανάτιζε και παρότρυνε αφιονισμένα κοινωνικά κατακάθια με γαλόνια ή χωρίς γαλόνια, να κάνουν όλ’ αυτά;»

Με την κυβερνητική αλλαγή  και τη σταδιακή διάλυση του στρατοπέδου της Μακρονήσου  απελευθερώνεται και φτάνει στην Αθήνα που ζούσε η οικογένειά του.

«Ήμουν λοιπόν ελεύθερος και μάλιστα εφοδιασμένος με επίσημο δίπλωμα της «Ακαδημίας Μακρονήσου», εθνικόφρων. Θυμόμουν τον τρελό Μιχάλη στα Γιάννενα κι έλεγα: «Πού είσαι, καημένε Μιχάλη, που όταν σε λέγανε τρελό, έβγαζες το χαρτί από το Φρενοκομείο της Κέρκυρας που’ γραφε: «…Ο Μιχαήλ Διανέζης εξέρχεται του Νοσοκομείου ως υγιής και αρκούντως εχέφρων» και μας ρωτούσες: «Έχετε εσείς τέτοιο χαρτί;» Κι εγώ τώρα εθνικόφρονας με χαρτί.»

Η διαταγή ήταν ο καθένας που έφευγε από την Μακρόνησο να επιστρέψει στον τόπο καταγωγής του. Στα Γιάννενα όμως το κλίμα ήταν πολύ βαρύ και η ατμόσφαιρα ασφυκτική. Ο φόβος και ο τρόμος βασίλευε. Έτσι παρέμεινε στην Αθήνα με την δικαιολογία ότι όλοι οι δικοί του μένουν σε αυτή την πόλη. Και πάλι χωρίς δουλειά και με προβλήματα επιβίωσης και στέγασης. Οι εκβιασμοί ήταν καθημερινοί και πολύ συχνά τον καλούσαν στο τμήμα για εξακρίβωση στοιχείων και με την ευκαιρία τον συμβούλευαν να κάνει μια δήλωση.

Όταν ηρεμούν λίγο τα πράγματα επιστρέφει στα Γιάννενα, όπου συνεχίζονται όμως οι πιέσεις , οι καταγγελίες και οι προσκλήσεις στην Ασφάλεια με την απαραίτητη σύσταση για δήλωση μετανοίας.

«Σας κάλεσα να γνωριστούμε. Και με την ευκαιρία, σας προτείνω να κάνετε μια δήλωση για να τακτοποιηθείτε, σας βεβαιώ, έχετε το λόγο μου, δε θα δημοσιευτεί πουθενά.

– Σας ευχαριστώ πολύ. Αλλά για να μ’ αφήσουν από τη Μακρόνησο, έκανα δήλωση. Δεν τη θεωρείτε ειλικρινή;

– Τη θεωρώ. Αλλά σας μιλώ για το καλό σας.

– Σας ευχαριστώ, τη βρίσκω περιττή.

– Ύστερα, έρχονται και μου λεν, ότι…

– Ξέρω τι σας λένε, κ. Μοίραρχε, τ’ άκουσα κι εγώ από την πρώτη μέρα που πάτησα το πόδι μου στα Γιάννενα. Σας λεν ότι μ’ έστειλε το κόμμα, εμένα το…δηλωσία, να γίνω Δήμαρχος Ιωαννίνων. Δεν είν’ έτσι;

– Ναι, αυτά  μου λένε.

– Ακούστε με, θα σας μιλήσω ειλικρινά. Πολύ καλά το ξέρετε ότι από το 1946, δεκατέσσερα πάνω κάτω χρόνια, βρίσκομαι σ’ εξορίες. Άλλο πόρο ζωής δεν έχω, παρά μόνο τη δουλειά μου. Πρωτεύει λοιπόν να ξαναστήσω το ιατρείο μου κι αυτό απαιτεί κάμποσο καιρό. Επιτρέψτε μου να σας παρακαλέσω να με συλλάβετε παρανομούντα. Τώρα, αν με ρωτήσετε τι θα κάνω ύστερα; Εσείς μπορείτε να πείτε τι θα κάνετε αύριο; Μπορεί κανείς να κάνει προφητείες; Η ζωή η ίδια το δείχνει.

Με κοίταξε λίγο και δεν είπε λέξη.

– Με θέλετε άλλο;

– Όχι.

Έφυγα. Δεν με ενόχλησε ξανά.»

Πέτρος Αποστολίδης, ο αγωνιστής γιατρός, «κόκκινος δήμαρχος» Ιωαννίνων

Πέτρος Αποστολίδης, ο αγωνιστής γιατρός, «κόκκινος δήμαρχος» Ιωαννίνων

Άρχισε να οργανώνει σιγά σιγά το ιατρείο του και κάποια στιγμή του προσφέρθηκε με σύμβαση η θέση του Δερματολόγου στο ΙΚΑ.

Με την επιβολή της χούντας το 1967 συνελήφθη και αρχικά οδηγήθηκε στις φυλακές της Κέρκυρας. Μετά από λίγες μέρες μαζί με άλλους τους φορτώνουν σε ένα αρματαγωγό και αφού μάζεψαν και άλλους από πόλεις – λιμάνια του Ιονίου τους μεταφέρουν στη Γυάρο. Κάποια μέρα του 1969 τού ανακοινώνουν ότι είναι ελεύθερος να επιστρέψει στο σπίτι του. Στα Γιάννενα υποβάλλει τα χαρτιά του για σύνταξη και μετά από κάποιο χρόνο μετοίκησε στην Αθήνα, όπου έζησε μαζί με την οικογένειά του μέχρι το 1988 που έφυγε από τη ζωή.

«Η ζωή είναι ένας δρόμος μ’ εμπόδια, ή τα περνάς ή πεθαίνεις. Ένας αγώνας, αλλά κι ένα μάθημα μαζί, με ποιον τρόπο μπορεί να τη φκιάσουμε καλύτερη. Οι μεγαλύτερες δυσκολίες είναι αυτές που έστησε ο ίδιος ο άνθρωπος, η απληστία του, το «δικό μου» κι όχι «δικό μας». Η γενιά μου έζησε σε μια εποχή που ο λαός, ύστερα από την πάλη του με τρεις κατακτητές, συνειδητοποίησε τα δικαιώματά του και δε δεχόταν πια να τον σέρνουν οι αφεντάδες του. Αυτοί μαζί με τους ξένους τον χτύπησαν – και η σύγκρουση ήταν τρομερή.

Διάλεξα την πλευρά των αδικημένων. Μπορούσα από την αρχή να είμαι με τους άλλους κι αυτοί πολύ το ζητούσαν, αλλά έτσι διάλεξα.

Ο καθένας ακολουθεί μια ιδεολογία, κάνει μια πολιτική. Θέλω να πω: Αν βάλεις για σκοπό σου να κερδίσεις χρήματα και αξιώματα, δε χρειάζεται παρά λίγο μυαλό και μερικές ευκαιρίες για να πετύχεις. Θα χρειαστεί όμως να πατήσεις σε πτώματα και να βουλώνεις τ’ αυτιά σου να μην ακούς το θρήνο. Γύρω σου θα νιώθεις να σε φοβούνται, καμιά όμως εκτίμηση και φιλία. Δε θα νιώθεις πουθενά ασφάλεια, θα φοβάσαι πιο πολύ εσύ κι έτσι θα γίνεσαι χειρότερος και σκληρότερος.

Αν όμως βάλεις για σκοπό να κάνεις τη δουλειά  που ’μαθες όσο γίνεται καλύτερα και να χαίρεσαι την προσφορά σου, την εκτίμηση και την αγάπη των γύρω σου, τότε κι ας μην έχεις πολλά χρήματα και οφίκια, θα κοιμάσαι χωρίς εφιάλτες. Η συμπεριφορά σου αυτή μπορεί να ζημιώνει καμιά φορά τους προνομιούχους και να βρεθείς στη φυλακή. Όμως και στη φυλακή θα νιώθεις ελεύθερος.

Τώρα αν με ρωτήσετε, τι θα ’κανα αν γινόταν να ξαναζήσω τη ζωή μου, απαντώ αδίσταχτα: Θα ’κανα πάλι τα ίδια. Είναι μεγάλη ευτυχία και ικανοποίηση να μην ντρέπεσαι τον εαυτό σου.» (Πέτρος Αποστολίδης, Υστερόγραφο)

 

Το κείμενο στηρίχτηκε στο δίτομο έργο του Πέτρου Αποστολίδη Όσα θυμάμαι  (1900 – 1969) τ. Α΄ (Γκαρνιζόν Ουσιάκ) Κέδρος 1981 και τ. Β (Η συνέχεια) Κέδρος 1983

Δες κι αυτά:

Πέτρος Αποστολίδης – Ο πρώτος «κόκκινος» Δήμαρχος Ιωαννίνων για την αιχμαλωσία του στο Μικρασιατικό Μέτωπο

Τάτσης Αποστολίδης – Περπάτησε τους δρόμους της μουσικής και του αγώνα

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: