Έλλη Αλεξίου: Η επικαιρότητα του Μακρυγιάννη

Ποια η ανάγκη να γυρεύει ο λαός κείμενα τωρινά; Ό,τι θέλει, ό,τι είναι ανάγκη σήμερο να ειπωθεί, να καταγγελθεί, να αλλάξει…, ό,τι υποδείξεις είναι να γίνουν, για να ανοίξουν τα μάτια των κοιμισμένων…Όλα τα διαβάζει σήμερο ο λαός και αφυπνίζεται στις σελίδες του Μακρυγιάννη…

Σαν σήμερα, στις 27 του Απρίλη 1864, έφυγε από τη ζωή ο οπλαρχηγός της Επανάστασης του 1821 και Φιλικός, Γιάννης Μακρυγιάννης.

Μετά την Επανάσταση, ο Μακρυγιάννης μαχόταν για τη διεύρυνση των δικαιωμάτων και ελευθεριών των λαϊκών τάξεων. Μετείχε στο κίνημα της 3ης του Σεπτέμβρη του 1843 που απαιτούσε την κατάργηση της απόλυτης μοναρχίας με την υιοθέτηση Συντάγματος.

Το 1851 πιάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο με την κατηγορία για συνωμοσία κατά του βασιλιά. Έμεινε στη φυλακή δυο χρόνια για να αποφυλακιστεί το 1854, με την υγεία του τσακισμένη από τις κακουχίες και τη βαναυσότητα της φυλακής.

Απομονωμένος στο σπίτι του και λίγες μέρες μετά την προαγωγή του από την τότε κυβέρνηση στο βαθμό του αντιστράτηγου, ο Μακρυγιάννης πέθανε.

Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε στις 4 του Δεκέμβρη 1975 και αποτελεί τον «επίλογο» της εκτενούς εισαγωγής της Έλλης Αλεξίου στα τρίτομα «Άπαντα Μακρυγιάννη» (Ιστορικές Εκδόσεις 1821).

Στην ιστορία των Γραμμάτων συχνά παρατηρείται συγγραφείς, που ενώ όσο ζούσαν τους περιέβαλε ο γενικός θαυμασμός, μετά το θάνατό τους να αποσιωπούνται, να ξεχνιούνται. Παρατηρείται όμως και το αντίθετο. Υπάρχουν συγγραφείς που θεωρούνταν, όσο ζούσαν, δευτερεύοντες η και άσημοι και να κερδίζουν σέ εκτίμηση με την πάροδο τού καιρού, και τελικά να καθιερώνουνται. Το θέμα αυτό έχει επανειλημμένα απασχολήσει τους μελετητές, που πασκίζουν για την κάθε μια περίπτωση, να δώσουν εξήγηση. Το έργο του Μακρυγιάννη προσφέρεται για μια τέτοια διερεύνηση. Και τα «Απομνημονεύματα» αφού επί δεκαετίες αποσιωπήθηκαν και αγνοήθηκαν, βλέπομε σήμερο να αποτελούν το αξιολογώτερο μελέτημα για πρόσωπα και πράγματα, αναφερόμενα στην επανάσταση του 1821. Και για με τη γλώσσα δώσαμε προηγούμενα ωρισμένες εξηγήσεις,ίσως αποδεκτές. Καθώς όλον το δέκατο ένατον αιώνα, ένα έργο γραμμένο στη λαϊκή γλώσσα, κρινότανε μηδαμινό και περιφρονητέο. Έτσι κι ο Μακρυγιάννης και μόνο για τη γλώσσα του, έπρεπε να παραμεριστεί.

Σήμερο όμως, ο Μακρυγιάννης έχει αναδυθεί από τα σκοτάδια της αφάνειας, όχι μόνο για τη γλώσσα— αφού πια η δημοτική έχει γενικευθεί και ένα βιβλίο παραπάνω δεν θα είχε τίποτε να προσφέρει στην ιδέα τον δημοτικισμού— αλλά για το περιεχόμενο· κι αυτό είναι το σημαντικό. Τα θέματά του, αυτά καθεαυτά και ο χειρισμός τους, του χάρισαν τη δημοφιλία. Τα πολιτικά ζητήματα της Ελλάδας έχουν διανύσει εκατόν πενήντα σχεδόν ετών πορεία. Και όμως, στην ουσία, η πατρίδα βουλοπλέει πάντα στα ίδια προβλήματα.

Της έγιναν μισητά τα Ανάκτορα. Με τις επεμβάσεις τους, και την ξέφρενη συμφεροντολογία τους… Όταν ο Μακρυγιάννης επιτίθεται κατά της μισητής του Αμαλίας, ο λαός της Ελλάδας αντικαθιστά στη συνείδησή του το όνομά της με το όνομα της τελευταίας βασίλισσας της Ελλάδας. Και όταν στηλιτεύει τις ασχημοσύνες, τις κλεψιές, τις διαβολές, τις μηχανορραφίες των προυχόντων και ξενόδουλων και παινεύει τον απλό λαό, που αυτός αντιστάθηκε στην Τουρκιά, ο τωρινός Έλληνας νομίζει πως αυτά γράφηκαν γι’ αυτόν τον ίδιο κι ανακουφίζεται κι αναγαλλιάζει ή ψυχή του.

Όταν ο τωρινός Έλληνας, που θυσιάστηκε χτυπώντας τον κατακτητή χωρίς αναγνώριση, διαβάζει τούτη την περικοπή: «… με την βοήθειαν του Θεού… οι ξυπόλυτοι και οι γεωργοί πήραν τα ντιμισκιά σπαθιά των Τούρκων και τα φλωροκαπνισμένα τους ντουφέκια. Οι ανθρωποφάγοι φτόνηοαν αυτό, και μάς έσπειραν την αρετή τους: διχόνοια, φατρία, κατασκοπεία… κι έφκιασαν την πατρίδα μας παλιόψαθα με τα φώτα του Φαναργιού (εννοεί το Μαυροκορδάτο), με την αρετή της Κεφαλονιάς (εννοεί τον Ανδρέα Μεταξά), με τον μαθητή του Αλή πασά (εννοεί τον Ιωάννη Κωλέτη), με τον μέγα φιλόσοφον των Κορφών (εννοεί τον Ιωάν. Καποδίστρια)… Γενναίοι προπατέρες Μιλτιάδη, Θεμιστοκλή, Αριστείδη, Λεωνίδα κι επίλοιποι γενναίοι άντρες, μην περηφανεύεστε όπου κάμετε τόσα μεγάλα και γενναία κατορθώματα και σας εγκωμιάζουν όλος ο κόσμος… να είχετε πολιτικόν τον Μαυροκορδάτον, να είχετε τον Κωλέτη, να είχετε τον Ζαΐμη, τον Μεταξά κι άλλους τοιούτους να θέλουν άλλος Αγγλία, άλλος Γαλλία, άλλος την Ρουσία, άλλος την Αούστρια κι άλλος τη Μπαυαρία, και να κάνουν χιλιάδες αντενέργειες και συχνούς εμφύλιους πόλεμους…».

Ποια η ανάγκη να γυρεύει ο λαός κείμενα τωρινά; Ό,τι θέλει, ό,τι είναι ανάγκη σήμερο να ειπωθεί, να καταγγελθεί, να αλλάξει…, ό,τι υποδείξεις είναι να γίνουν, για να ανοίξουν τα μάτια των κοιμισμένων…Όλα τα διαβάζει σήμερο ο λαός και αφυπνίζεται στις σελίδες του Μακρυγιάννη.

Αυτή τη στιγμή, το πιο διδακτικό βιβλίο για τη Ρωμιοσύνη, το πιο σύγχρονο, γιατί μάς αποκαλύπτει τις ατασθαλίες και τις κακοδαιμονίες, που βλέπομε και μεις και ζούμε καθημερινά, καθώς και τους πρωτεργάτες τους, γιατί διατραγωδεί το τι τράβηξαν οι αγνοί και ενάρετοι πατριώτες από τις εκμεταλλευτικές κλίκες των αυλόδουλων και ξενόδουλων, είναι τα «Απομνημονεύματα» του στρατηγού Μακρυγιάννη.

ΕΛΛΗ ΑΛΕΞΙΟΥ

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: