«Πώς έζησε τα Δεκεμβριανά ένας καθώς πρέπει κόσμος»

Κάθε δοσίλογος της κατοχής αρπούσε κι ένα δημοκράτη, κάθε πρώην τσολιάς κι έναν Χαϊδαριώτη, κάθε μέγας μαυραγορίτης πατριώτης κανένα θύμα πετύχαινε της οκτάχρονης προηγούμενης τυραννίας, κι η κουστωδία ξεκινούσε για τις φυλακές. Άλλοι έφταναν, άλλοι δεν έφταναν. Γιατί στο μεταξύ τούς είχε λυντζάρει, τους δημοκράτες, το κολωνακιώτικο πλήθος…

Απόσπασμα από τη μπροσούρα “Απάντηση σε 5 ερωτήματα” που συνέγραψε η Μέλπω Αξιώτη και κυκλοφόρησε το 1945 από τις εκδόσεις “Μαρή & Κοροντζή”, για το Δεκέμβρη του 1944, τα γεγονότα που προηγήθηκαν και αναφορά  όσα προμηνύονταν – ακόμα τότε – ότι θα ακολουθήσουν. Η ορθογραφία ίσως ξενίσει τον αναγνώστη (διατηρήσαμε του πρωτότυπου), αλλά δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο να διαβαστεί η σημαντική αυτή κατάθεση στο Μεγάλο Δεκέμβρη.

Σ’ όλο αυτό το διάστημα, στην περιοχή Κολωνακίου, που συνορεύει απόλυτα με το Βρετανικό Στρατηγείο, τον ελληνικό δοσιλογισμό και την εκάστοτε στον τελευταίον αιώνα βασιλικοφασιστική ιδιοχτησία μας, τα παληκάρια της Δεξιάς είχαν τρυπώσει στα λαγούμια τους. Συνέρευσαν από παντού, «συγκεντρωθέντες επί τω αυτώ». Βοηθοί βασανιστές των ΕΣ ΕΣ, ρουφίχτρες μόνιμες του ελληνικού σπιτιού, βυζάχτρες του ελληνικού ψωμιού, τα συνεργεία που χαρίσανε πανέτοιμα αεροδρόμιά μας στον καταχτητή, οι γελοτοποιοί τους, οι εφημεριδογράφοι τους, υπουργοί τους ταυτόχρονα και καμαριέρες.

(Μόνο ανάμεσά τους σ’ αυτήν την περιοχή, βλέπεις μερικούς και λες: κρίμα! Αξίες που αν βρίσκονταν στο απέναντι στρατόπεδο, θάκαναν θαύματα! Εκεί που είνε παν χαμένες. Αυτοί, όπως λένε οι Γάλλοι, «είνε ψυχές που αυτοαγνοήθηκαν»).

Συνέρευσαν λοιπόν, και πίσω τώρα απ’ τα κουρτινάκια, και ανεπαίσθητα ανασηκόνωντάς τα, έσχατη ίσως αυτά θεωρούμενα προκάλυψη των πυρών του Λυκαβητού, κλείνουν κι αυτών τα στήθη ασφαλώς πολλές προσδοκίες και ριγόντας καημούς. Αφουκραζόμενες το ελασίτικο πολύ μακρυνό κανονάκι να βάζει σ’ αραιώτατα διαστήματα στο κέντρο και προφανέστατα μ’ ένα σκοπό απόλυτα ηθικοσυμβολικό – τα κότσια του δεν το βαυκάλιζαν να πάει για παραπάνω, – αφουκραζόμενές το οι κυρίες τους, πέφτανε στο «γλυκύ» τους, και με κραυγές τόσο γοερές, που αλλέως θάσκιζαν καρδιές, ενώ στην παρούσα περίσταση δε σούφερναν παρά το αίσθημα να τις πότιζες χαμομίλι, και με κραυγές λοιπόν γοερές, θρηνούσαν την Αθήνα «τους», που «τους» την ερείπωναν τώρα οι αλλόφυλοι, «Τουρκόσποροι, Βουργάροι, Ηπειρώτες, Χιώτες, Καριώτες, Πατησιώτες, Πειραιώτες, Θεσσαλονικείς», όλοι – πλην των αρείων γκαγκαρέων της «Μείζονος Ελλάδας». Κι όμως με παράδοξο τρόπο, η γοργοτρέμουσα αγανάχτηση σαν με μαγεία ανεκόπτετο, μόλις βάζανε μπρος οι γδούποι από το κανονίδι του Λυκαβητού. Εκείνο το εγγλέζικο κανόνι που θα σάρωνε πάσα πνοή, απ’ τα Εξάρχεια και πέρα, κι από το Ζάπειο κι ύστερα. Εκείνο που σαν συνεργείο εργολαβικό, θα σκούπιζε τα υπολείμματα απ’ τα γερμανικά ερείπια της Καισαριανής, αφίνοντάς τη τούτη τη φορά, χωράφι. Εκείνο το κανόνι που, εξαφανίζοντας την άλλοτε ποτέ λεγόμενη τοποθεσία «Περιστέρι» θα καθιστούσε τόσο απρόσκοπτο το έργο της κατοπινής τυμβωρυχίας, να παρουσιάσει δηλαδή κάθε ξεκοιλιασμένο θύμα της αγγλικής εν προκειμένω γαλήνης και αταραξίας μπροστά στη σκανδάλη, «αγρίως σφαγιασθέν υπό ελασιτών». Μόλις ακούγοντάς το λοιπόν οι κυρίες το κανόνι εκείνο, και αυτομάτως, τόσο ησύχαζαν, ώστε φτάναν αμέσως να νιαστούν ακόμα και για τις μπουκλίτσες τους, τις με τόση σκληρότητα εντούτοις εγκαταλειφθείσες, «ένεκα των στασιαστών». Ένιωθαν τώρα επιτέλους την ασφάλειά τους σ’ ατσάλινα χέρια.

Αυτά για τις κυρίες. Όσο για τους κυρίους τους, με αναπάντεχο ηρωϊσμό, μήτε την ώρα που τρυπώνοντας στα βαθύτατα θυρωρεία, λιποτάχτες της κλάσης τους που είχε εσπευσμένα από τη νόμιμη κυβέρνηση κληθεί, μήτε την ώρα κείνη δεν εγκατέλειπαν την εθνοσώστρα ιδέα της Μεγάλης μας Ελλάδας! Τότε, έτσι θεωρώντας τα, συλίβδην και αθρόα στιβαγμένα,  τόσα σφριγώντα νιάτα, την σάρκα διατηρούντα τόσο ασθενή, την δε φαντασίαν υπερμέτρως πρόθυμον, να ροβολά να δρασκελίζει όρη και βουνά να ορμά πλησίστιος να πάρει το λουτρό της στον Εύβρο, τότε ακριβώς κάποιος τους είπε: – «Αμ’ με πορδές, όσο δυνατές νάνε, δε βάφουνται τ’ αυγά…» Με συγχωρείτε, αλλά είνε έκφραση πολύ ελληνική και δεν αποφεύγεται. Τότε κι ένας αξιωματικός τους, είπε μία μεγάλη αλήθεια σε ώρα που οι επιχειρήσεις ήταν ακόμα εντελώς αβέβαιες, και ίσως θέλοντας κι ο ίδιος να πάρει κουράγιο: – «Δηλαδή αν καταφέρουν τελικά οι κουκουέδες να νικήσουν όλο το βρετανικό στόλο, τη βρετανική αεροπορία και τη βιομηχανία της, τότε χαλάλι να τους γένει!»

Ακριβώς. Περί αυτού επρόκειτο. Όλα αυτά αντιμετώπιζε ο ΕΛΑΣ. Πάνω σ’ αυτά όλα τα συμπράγκαλα στήριζαν οι δεξιοί την ελπίδα της νίκης τους. Αυτούς τους ανθρώπους είδε με τόση συγκίνηση ο κ. Τσώρτσιλ να τον χειροκροτούν τα Χριστούγεννα φωνάζοντας: «αμνηστεία καμμία». Και τότε, μέσα σ’ ένα 24ωρο, κι απ’ τη διαδρομή του αεροδρόμιου, επωχούμενοι, και ξεπεζεύοντας στη «Μ. Βρετανία», ο κ. Τσώρτσιλ κι η ακολουθία του γνώρισαν κιόλας φως-φανάρι κάθε πτυχή της ελληνικής πραγματικότητας. Γνώρισαν 6 εκατομμυρίων – αν απομείναμε πια τόσοι – τις πιο μύχιες ιδέες και 3.065 ημερών τα δράματα – που τόσες είνε ακριβώς οι μέρες απ’ τη μεταξική διχτατορία μέχρι τα Χριστούγεννα του ’44 – που άφησαν τις νυχιές τους πάνω στο σώμα της Ελλάδας. Δηλαδή, μήτε φακίρες νάτανε!

Κι ούτε στιγμή δεν τους πέρασε απ’ το νου εκείνο το τυχαίο μεν, τόσο συμβολικό ωστόσο, της φευγαλέας διαμονής τους, κι αν και στην Ελλάδα, όμως και τότε πάλι στη «Μεγάλη Βρετάνια»… είχαν καν βγει από τον τόπο τους; Προς τι τάχα το οπωσδήποτε κοπιώδες εκείνο ταξίδι…

Ύστερα, αφού εκραύγασε: αμνηστεία καμμία – κραυγή που στενογραφειθείσα και φωνοληφθείσα, εστήριξε ασφαλώς αρκετά την έγκριση από μέρους της Αγγλικής Βουλής στην αγγλική πολιτική στην Ελλάδα – τότε το Κολωνάκι, διαλυόμενο, εβάδισε ηρωικά προς τους εναπομένοντας προορισμούς του. Άλλοι χώθηκαν στα μπακάλικα, διαμοιράζοντας τα πράγματι πολύτιμα εκείνα δέματα τροφίμων του Δ. Ερ. Σταυρού-, που δόθηκαν, για ανταμοιβή «διαγωγής κοσμίας» μόνο σ’ αυτούς, κι ύστερα και στους όμηρους που βάστηξε ο ΕΛΑΣ – κι άλλοι πήγαν στην πλατεία.

Χύμηξαν στην πλατεία, χύμηξαν πάνω στους πολίτες, κάθε δοσίλογος της κατοχής αρπούσε κι ένα δημοκράτη, κάθε πρώην τσολιάς κι έναν Χαϊδαριώτη, κάθε μέγας μαυραγορίτης πατριώτης κανένα θύμα πετύχαινε της οκτάχρονης προηγούμενης τυραννίας, κι η κουστωδία ξεκινούσε για τις φυλακές. Άλλοι έφταναν, άλλοι δεν έφταναν. Γιατί στο μεταξύ τούς είχε λυντζάρει, τους δημοκράτες, το κολωνακιώτικο πλήθος. Τούτ’ αυτό εξακουθεί να γίνεται στους δρόμους της Αθήνας, μέχρι σήμερα, Μάρτης 1945.

Γέμισαν τότε οι φυλακές οι ίδιες εκείνες φυλακές που οι τελευταίοι κατάδικοι της κατοχής, βγαίνοντας έξαλοι από χαρά την ώρα πούφευγαν ο Γερμανοί, γράψαν στην πόρτα τους: ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ. Τώρα όχι μόνο δεν ενοικιάζονταν, αλλά ήταν τόσο ανεπαρκείς, ώστε τα πλήθη οι καινούργιοι φυλακισμένοι μας φτάσανε μέχρι Αίγυπτο! Εκεί παραμένουν ακόμα μέχρι σήμερα. Σύνολο νέοι φυλακισμένοι: 30.000. Άλλοι λένε 60. Ποιος ξέρει…

Σώσον κύριε τον λαόν σου! Σαν μπει μες στα κεφάλια των ανθρώπων η σύγχηση, και τα θολώσει, κι άλλοι λένε πώς είνε – δηλαδή αντιφασίστες – κι άλλα εντελώς κάνουνε, τούτο είνε ένα πράμα ομολογουμένως, τραγικό…

Δεκέμβρης 1944. Μέλη της Κυβέρνησης με τις οικογένειες τους στο σαλόνι της Μεγάλης Βρετάνιας. Στο κέντρο ο Στυλιανός Γονατάς – Φωτογραφία: Ντμίτρι Κέσσελ

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: