Ο Μπόμπυ Σαντς κι η απεργία πείνας του 1981- Ένα θατσερικό έγκλημα

Η είδηση του θανάτου του Σαντς προκάλεσε βίαιες ταραχές τόσο στο Μπέλφαστ όσο και σε άλλες περιοχές στη Βόρειο Ιρλανδία αλλά και στο ανεξάρτητο ιρλανδικό κράτος. Αν και τελικά τα επιμέρους αιτήματα των απεργών έγιναν δεκτά, επισήμως η ιδιότητα του πολιτικού κρατουμένου δεν αποκαταστάθηκε ποτέ.

Μια ηρωϊκή μορφή του ιρλανδικού αγώνα ανεξαρτησίας από τη Μεγάλη Βρετανία έχανε σαν σήμερα τη ζωή του μετά από απεργία πείνας στη φυλακή. Δεν ήταν άλλος από τον Μπόμπυ Σαντς, μέλος του λεγόμενου Προσωρινού IRA, ο οποίος μαζί με άλλους συγκρατουμένους ζητούσαν την αποκατάσταση της ιδιότητας του πολιτικού κρατούμενου, που είχε ανακληθεί από τη βρετανική κυβέρνηση. Ο Μπόμπυ Σαντς γεννήθηκε στις 9 Μάρτη του 1954 έξω από το Μπέλφαστ ως μεγαλύτερος από τέσσερα παιδιά μιας καθολικής οικογένειας. Από μικρή ηλικία ο ίδιος και η οικογένεια γνώρισαν βία και διακρίσεις λόγω του θρησκεύματός τους, σε μια εποχή οξυμένης σύγκρουσης καθολικών -προτεσταντών τη Βόρειο Ιρλανδία.

Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν όταν το 1971 συνάδελφοί του από ακραία προτεσταντική οργάνωση σε εργοστάσιο κατασκευής λεωφορείων όπου ο Σαντς εργαζόταν, τον απείλησαν με όπλο να μην ξαναπατήσει στη δουλειά. Τότε έλεγε ο ίδιος πως κατέληξε στο συμπέρασμα πως μόνο η ένοπλη βία μπορούσε να δώσει διέξοδο. Η απόφασή του ενισχύθηκε όταν ένα χρόνο μετά το σπίτι των γονιών του βανδαλίστηκε από προτεσταντικό όχλο, ωθώντας του σε μία ακόμα μετακόμιση, σε καθολική περιοχή του δυτικού Μπέλφαστ, το Τουίνμπρουκ, όπου ο Σαντς μπήκε για πρώτη φορά στον Προσωρινό IRA. Συνελήφθη τον ίδιο χρόνο σε σπίτι όπου βρέθηκαν τέσσερα όπλα και καταδικάστηκε σε 5 χρόνια φυλάκισης. Ως πολιτικός κρατούμενος είχε το δικαίωμα να φοράει πολιτικά και να μην εργάζεται στη φυλακή. Απελευθερώθηκε το 1976 ενώ το 1977 ακολούθησε νέα σύλληψη του ίδιου και τριών συναγωνιστών του για  οπλοκατοχή μετά από συμπλοκή με την αστυνομία, που επέφερε καταδίκη 14 ετών στις φυλακές του Λονγκ-Κες, γνωστές και ως H-Block λόγω του σχήματός τους. Ήδη από την προηγούμενη χρονιά η άρση του ειδικού καθεστώτος για πολιτικούς κρατούμενους είχε προκαλέσει τη διαμαρτυρία μελών του IRA που αρνούνταν να φορέσουν τη στολή του φυλακισμένου ή να παράσχουν εργασία. Εξαιτίας της πρώτης τους άρνησης παρέμεναν γυμνοί τυλιγμένοι σε κουβέρτες, εξού και η ενέργειά τους ονομάστηκε η “διαμαρτυρία της κουβέρτας” (Blanket Protest), ενώ για την άρνησή τους να εργαστούν απομονώνονταν σε κελιά για έως και 24 ώρες, τα οποία βρώμιζαν με τα ούρα και τα περιττώματά τους, στη λεγόμενη “βρώμικη διαμαρτυρία” (Dirty Protest). Περίπου 350 κρατούμενοι έκαναν αυτή τη διαμαρτυρία επί σχεδόν τρία χρόνια, ενώ με την άνοδο της Θάτσερ στην εξουσία οι ενέργειές τους προχώρησαν ένα βήμα παραπέρα και στις 24 Οκτώβρη του 1980 ξεκίνησε η πρώτη απεργία πείνας, στην οποία συμμετείχε κι ο Μπόμπυ Σαντς. Η απεργία έληξε μετά από 55 μέρες, κι αφού είχαν δοθεί υποσχέσεις για την ικανοποίηση των αιτημάτων τους, κάτι που δεν έγινε στο βαθμό που επιθυμούσαν οι κρατούμενοι. Έτσι την 1η Μάρτη 1981 ξεκίνησε δεύτερη απεργία, στην οποία αποφασίστηκε να μπαίνει ένας κρατούμενος ανά βδομάδα, προκειμένου οι διαδοχικοί θάνατοι κρατουμένων να ασκήσουν τη μέγιστη δυνατή πολιτική πίεση στην κυβέρνηση. Τα αιτήματα, πέραν όσων προαναφέρθηκαν, περιλάμβαναν επίσης τη δυνατότητα του συνέρχεσθαι μέσα στη φυλακή, το δικαίωμα σε εβδομαδιαίο επισκεπτήριο και σε αλληλογραφία και δέματα με ίδια συχνότητα, και την αποκατάσταση των απωλειών από την απεργία.

Τοιχογραφία του Σαντς στο Μπέλφαστ

Ο Σαντς, που είχε αναδειχθεί σε διοικητή του IRA μέσα στη φυλακή, λειτουργούσε ως ηγετική μορφή, συμμετέχοντας στην απεργία και παράλληλα εμψυχώνοντας τους συγκρατούμενούς του. Η υπόθεσή του έγινε ακόμα γνωστότερη όταν κατόρθωσε να εκλεγεί βουλευτής μετά την πραγματοποίηση έκτακτων εκλογών σε περιφέρεια της Β. Ιρλανδία λόγω θανάτου του προηγούμενου κατόχου της έδρας. Για την αποτροπή της ίδιας επιτυχίας από τους συγκρατουμένους του, η βρετανική κυβέρνηση προέβη σε θέσπιση νομοθεσίας που απέτρεπε σε φυλακισμένους άνω του ενός έτους να θέτουν υποψηφιότητα σε βουλευτικές εκλογές. H άρνηση της βρετανικής κυβέρνησης και της πρωθυπουργού προσωπικά να διαπραγματευτεί με τους κρατουμένους, με την τελευταία να προβαίνει στη διαβόητη δήλωση “Ένα έγκλημα είναι ένα έγκλημα, είναι ένα έγκλημα”, οδήγησε στον θάνατο του Μπόμπυ Σαντς μετά από 66 μέρες απεργίας πείνας, ενώ τον ακολούθησαν άλλοι εννέα συγκρατούμενοί του. Τον Οκτώβρη του 1981 η απεργία έληξε με απόφαση του IRA, κατόπιν και της πίεσης των συγγενών. Η είδηση του θανάτου του Σαντς προκάλεσε βίαιες ταραχές τόσο στο Μπέλφαστ όσο και σε άλλες περιοχές στη Βόρειο Ιρλανδία αλλά και στο ανεξάρτητο ιρλανδικό κράτος. Αν και τελικά τα επιμέρους αιτήματα των απεργών έγιναν δεκτά, επισήμως η ιδιότητα του πολιτικού κρατουμένου δεν αποκαταστάθηκε ποτέ.

Μνημείο αφιερωμένο στους Ιρλανδούς απεργούς πείνας στην Αβάνα της Κούβας (2001)

Σε διεθνές επίπεδο, οι αντιδράσεις εξαρτώνταν από το βαθμό σύμπλευσης κάθε χώρας ή επιμέρους μέσου ενημέρωσης με την βρετανική κυβέρνηση. Χαρακτηριστική είναι η αντίδραση της Πράβντα, που έκανε λόγο για “μια ακόμα σελίδα στο χρονικό καταπίεσης, τρόμου και βίας στην Ιρλανδία”. Η φήμη του Σαντς εδραιώθηκε χάρη και στους στίχους που έγραφε πάνω σε τσιγαρόχαρτα, τα οποία τυλιγμένα σε πλαστική μεμβράνη περνούσαν με φιλί από στόμα σε στόμα στη διάρκεια των επισκεπτηρίων. Για το Μπόμπυ Σαντς γυρίστηκαν δύο ταινίες βασισμένες στη ζωή του, το “Μανάδες και γιοί” το 1996 και το “Hunger” του Στιβ ΜακΚουΐν με τον Μάικλ Φασμπέντερ στο πρωταγωνιστικό ρόλο το 2008. Το 2016 κυκλοφόρησε και ντοκυμανταίρ αφιερωμένο στην απεργία πείνας του Σαντς, με τίτλο “66 μέρες”.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: