Μύθοι και θρύλοι της Επανάστασης του 1821

Πέντε δημοφιλείς μύθοι σχετικά με την Επανάσταση του 1821 ανατρέπονται.
Από τους Τούρκους και τους Αλβανούς που πολέμησαν μαζί με τους Έλληνες, μέχρι τον ρόλο του Καραϊσκάκη, του Μαυροκορδάτου, του Φαναριού και του Πατριαρχείου.

Μύθοι και θρύλοι της Επανάστασης του 1821:

α) Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης υπήρξε ο πιο ανιδιοτελής αγωνιστής. Debunked: Πολλάκις, ο Καραϊσκάκης, που θεωρούσε ότι μπορεί ανά πάσα στιγμή να έχει δικό του καπετανάτο, φλέρταρε με συμμαχίες με τους Τούρκους και ζητούσε ανταλλάγματα για τη δράση του. Ο Μακρυγιάννης γράφει εκτενώς για τη στάση του Καραϊσκάκη.

β) Οι Έλληνες όλοι μαζί πολέμησαν τους Τούρκους. Debunked: Το κοινωνικό ψηφιδωτό του επαναστατικού στρατού δείχνει πως χιλιάδες Τούρκοι και Αλβανοί πολέμησαν με το συγκεκριμένο στρατό, όπως δείχνει και ο εκλογικός νόμος του 1844. Παράλληλα, ουκ ολίγοι υπήρξαν οι Έλληνες που πολέμησαν στο στρατό του Κιουταχή και του Ομέρ Βρυώνη, κυρίως από την Πελοπόννησο.

γ) Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος υπήρξε ιδιοτελής και παραγκώνισε τους πραγματικούς αγωνιστές του 1821. Debunked: O Aλέξανδρος Μαυροκορδάτος υπήρξε συνεπέστατος αστός πολιτικός της εποχής του, πολύ μπροστά από την εποχή του και τις αντιλήψεις πολλών αγωνιστών του 1821. Επιχείρησε να στήσει από το μηδέν ένα σύγχρονο αστικό κράτος και επιχείρησε να εφαρμόσει σε αυτό τις φιλελεύθερες ιδέες των κύκλων της Πίζας. Ισχύει ότι επιχείρησε να παραγκωνίσει αγωνιστές του 1821, όπως απέδειξαν και οι επακόλουθοι εμφύλιοι, πράττοντας σωστά, καθώς οι παλιές αντιλήψεις για φεουδαρχικού τύπου καπετανάτα και βιλαέτια, προφανώς δεν χωρούσαν στο κράτος που ο ίδιος επιθυμούσε να συγκροτήσει.

δ) Οι Φαναριώτες στήριξαν την επανάσταση του 1821. Debunked: Αποτελώντας ξεχωριστό στρώμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορία και μάλιστα αφρόκρεμα της διοίκησής της, οι Φαναριώτες ως σύνολο, με μηδαμινές εξαιρέσεις ουδέποτε ενστερνίστηκαν την ιδεολογία της επανάστασης, ενώ απειροελάχιστοι και κυρίως, όσοι δεν κατείχαν αξιοσημείωτες θέσεις εξουσίας, υπήρξαν μέλη της Φιλικής Εταιρείας.

ε) Η Εκκλησία στήριξε την ελληνική επανάσταση του 1821. Debunked: Ξεκινώντας από το γεγονός ότι ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ασπάστηκε το λάβαρο της επανάστασης, με ένα κουμπούρι στο σβέρκο, ελάχιστοι κληρικοί στήριξαν έμπρακτα την επανάσταση και πώς όχι, αφού η Εκκλησία υπήρξε στυλοβάτης του διοικητικού μηχανισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μόνο αφού η επανάσταση έδειξε προοπτικές νίκης, μερίδα ανώτατου κλήρου και φυσικά στις γεωγραφικές περιοχές όπου επικρατούσαν οι επαναστάτες, αποφάσισε τη στήριξη των επαναστατών και ποτέ το Πατριαρχείο, ήτοι οι κεφαλές της Εκκλησίας. Μόνο μεμονωμένοι ιερείς, σε ρήξη με τις κεφαλές του θεσμού, όπως ο επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας, στήριξαν έμπρακτα την επανάσταση και σκοτώθηκαν σε πεδία μαχών.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

3 Σχόλια

  • Ο/Η Άγης λέει:

    Το σχόλιο που ακολουθεί, καθώς μάλλον είναι μεγαλύτερο σε έκταση από την ίδια την ανάρτηση, ίσως είναι “άκομψο” ή “μη-δεοντολογικό” να δημοσιευτεί. Δεν έχω πρόβλημα και να δημοσιευτεί, ωστόσο το γράφω και το στέλνω περισσότερο εν είδη διαλόγου με τον συντάκτη της ανάρτησης, σαν αντίλογο που θα ήθελα να τον πάρει υπόψη του.

    Προσωπικά, καταρχήν, με ξενίζει η μορφή της παρουσίασης, καθώς μου θυμίζει τον “τύπο” που ακολουθεί γνωστή ιστοσελίδα εξειδικευμένη στην “κατάρριψη των hoaxes”, αν και τα ιστορικά ζητήματα λόγω της συνθετότητάς τους δεν χωράνε σε τέτοιου είδους τύπους και μορφές. Αυτό το “ξένισμα” αποτέλεσε και την πιο έντονη παρακίνηση για το γράψιμο του σχολίου.

    Επί της ουσίας θα σταθώ στα ε, α και γ.

    Όσον αφορά το ε, τη στάση της εκκλησίας, υποθέτω ότι το “κουμπούρι στο σβέρκο” του Π.Π. Γερμανού είναι μεταφορική κι όχι ιστορικά κυριολεκτική φράση. Απ’ όσες μαρτυρίες της εποχής έχω διαβάσει, έχω διαπιστώσει ότι πράγματι πουθενά δεν γίνεται λόγος για τη “γνωστή” τελετή με τα λάβαρα στην Αγία Λαύρα στις 25/3 (αυτήν δεν την αναφέρει ούτε ο ίδιος ο Π.Π.Γερμανός στα απομνημονεύματά του!), και ότι οι “προύχοντες” του Μωριά (μαζί και ο Π.Π.Γερμανός) σύρθηκαν στην επανάσταση όταν πια αυτή ξεσπούσε χωρίς τη δική τους έγκριση, αφού πια η προσχώρησή τους ήταν ο μόνος τρόπος, πρώτον, για να προστατευτούν από τις ποινές που ως προύχοντες θα πλήρωναν προσωπικά στους Τούρκους και, δεύτερο, για να μπορέσουν να την ελέγξουν με στόχο τη διατήρηση της κοινωνικής του θέσης. Υποθέτω (και αν δεν κάνω λάθος) ότι με κάποια παρόμοια έννοια χρησιμοποιείται μεταφορικά και το “κουμπούρι στο σβέρκο”.

    Τα παρόμοια (ως προς κοινωνική θέση και προσχώρηση στην επανάσταση) – και με αυτό περνάω στο γ – ισχύουν και για τους προύχοντες της Υδρας, οι οποίοι κι αυτοί προσχώρησαν στην επανάσταση μόνο μετά από λαϊκό ξεσηκωμό, κατατρέχοντας και εξοντώνοντας στη συνέχεια τους πρωτεργάτες του. Προύχοντες κι αυτοί όπως και οι άλλοι, με ταξική θέση που προσομοίαζε των κυρίαρχων Οθωμανών, δεν ήταν όμως οι ίδιοι τμήμα της γαιοκτημονικής αριστοκρατίας, αλλά σαν μεγαλο-καραβοκυραίαι ήταν οι κύριοι εκπρόσωποι του (προβιομηχανικού – προκαπιταλιστικού, ίσως πρέπει να σημειωθεί) ναυτιλιακού κεφαλαίου. Το ότι στη συνέχεια θα αποτελούσαν το οικονομικά “δυναμικότερο” τμήμα της ανερχόμενης αστικής τάξης, δεν ήταν αρκετό ούτε και ικανό να τους εμποδίσει από το να παίξουν ρόλο τροχοπέδης της και εκτροπής της προς την εξυπηρέτηση όχι των “γενικών” αστικών αλλά των δικών τους “στενών” συμφερόντων – σε συμμαχία με τμήμα της μεγάλης γαιοκτησίας – χρησιμοποιώντας γι’ αυτόν αποκλειστικά το σκοπό και τα αγγλικά δάνεια που τέθηκαν κάτω απ’ τον έλεγχό τους. Έτσι, π.χ. εκτός των άλλων, προκειμένου το τμήμα της άρχουσας τάξης να μην διακινδυνέψει την πρωτοκαθεδρία του, αφέθηκε ο Ιμπραήμ να αποβιβαστεί ανενόχλητος στην Πελοπόνησο με τις όποιες επακόλουθες συνέπειες. Αν δεν κάνω λάθος, αυτού του τμήματος πολιτικός εκφραστής υπήρξε τελικά ο Μαυροκορδάτος, κι αυτό (ανεξάρτητα από τις “ιδέες” του) προσδιορίζει και τον ρόλο του μέσα στην επανάσταση. Κατά τη γνώμη μου στο ρόλο αυτό δεν πιστώνεται πρόθεση ξεπεράσματος των τοπικιστικών συμφερόντων, που αντιπροσώπευαν δομές μέσα από τις οποίες “έβγαινε” η επανάσταση, αλλά μάλλον χρεώνεται η χρησιμοποίηση και ανατροφοδότηση των τοπικιστικών αντιθέσεων με σκοπό την πολιτική επικράτηση.

    Τέλος για το α, ο Μακρυγιάννης δεν είναι “η ιστορία”, αλλά μια ιστορική πηγή. Άλλωστε, η γνώμη του ίδιου του Μακρυγιάννη για τη “διαμάχη” Μαυροκορδάτου – Καραϊσκάκη είναι καταλυτική. Με εντελώς δικά μου λόγια: “Θα πει προδότη ποιος ποιόν; Ο Μαυροκορδάτος που ήρθε για να αγοράσει και να πουλήσει, τον Καραϊσκάκη που από από τότε που έμαθε να περπατάει πολεμά για τη λευτεριά”…
    Μια ιστορική πηγή αρκετά διαφωτιστική για τον Καραϊσκάκη, είναι ο Κασομούλης. Στα γραφτά του (μαζί και με τις εκτεταμένες σημειώσεις του Βλαχογιάννη) φαίνονται αναλυτικά και οι όροι αντιπαλότητας σχετικά με τα “αρματολίκια”, και οι λεγόμενες “συμμαχίες” του Κ. με τους Τούρκους, και το πραγματικό περιεχόμενο αυτών των “συμμαχιών”, και οι γενικότεροι όροι εντός των οποίων αυτά λάβαιναν χώρα, και τα ζητήματα “ιδιοτέλειας” ή μη εντός των συνθηκών διεξαγωγής του αγώνα που απαιτούσαν όχι μόνο ανθρώπους αλλά επίσης χρήματα και προμήθειες.
    Ο ίδιος ο Κασομούλης ξεκινά από μια προσωπική (παιδιάστικη ίσως) αντιπάθεια για τον Καραϊσκάκη, και στην πορεία της αφήγησης στήνει ένα πραγματικό μνημείο, αφήνοντας την εντύπωση – τουλάχιστον σ’ εμένα – ότι με την προσωπική συμβολή του Καραϊσκάκη, το 1827, για πρώτη φορά ο στρατός της επανάστασης συγκροτήθηκε με όρους πραγματικού λαϊκού στρατού (στα μέτρα της εποχής) απελευθερώνοντας τη Στερεά από ανατολή ως δύση, μέχρι το Φάληρο όπου και η επέμβαση των “Μαυροκορδάτων” (δεν ξέρω αν μπορώ να κυριολεκτήσω ως προς το όνομα, πάντως εννοώ τις δομές τής τότε “επίσημης” κυβέρνησης) επέφερε την αποδιοργάνωση και την θλιβερή κατάληξη του εγχειρήματος.
    Όπως τώρα έτσι και τότε: όχι από “ανικανότητα”, αλλά από περιορισμένη ταξική αντίληψη ανίκανη να χωρέσει το εύρος των στόχων της επανάστασης και των οργανωτικών μεθόδων που τους αρμόζουν.

    Κλείνω με δυο επισημάνσεις-γνώμες: Σε επαναστατικές συνθήκες η πολιτική προοδευτικότητα ή αντιδραστικότητα βρίσκει την τελική της δοκιμασία στο πεδίο διεξαγωγής του επαναστατικού πολέμου. Και ως προς αυτό δεν νομίζω ότι μπορεί να δρέψει δάφνες η “προοδευτικότητα” του Μαυροκορδάτου και των ταξικών τμημάτων που εκπροσωπούσε.
    Δεύτερο, δε νομίζω ότι μπορεί κατά την άνοδό της να θεωρηθεί πραγματικά επαναστατική μια αστική τάξη (ή μερίδες της) ανίκανη να συνταυτιστεί με- και να ικανοποιήσει τον πόθο των αγροτικών μαζών για γη, σε ρήξη με τη μεγάλη γαιοκτησία. Και ανίκανες ως προς αυτό στάθηκαν και οι μερίδες της αστικής τάξης που επικράτησαν στην πορεία της ελληνικής επανάστασης μαζί με τους επιφανείς πολιτικούς εκφραστές τους.

Κάντε ένα σχόλιο: