Λογοτεχνικός περίπατος με το ΚΚΕ – Ιχνηλατώντας τη σχέση της νεοελληνικής λογοτεχνίας με το εργατικό κίνημα και την κομμουνιστική ιδεολογία

Και ίσως, εδώ που τα λέμε, αυτό να έχει και τη μεγαλύτερη σημασία σήμερα. Αυτή η όσμωση, η αλληλεπίδραση, η ανταλλαγή βιωμάτων και εμπειριών ικανών να δημιουργήσουν τα απαραίτητα ρήγματα στο ασφυκτικό παρόν, προκειμένου να ξεπροβάλει ένα καλύτερο μέλλον, να είναι αυτό για το οποίο αξίζει τελικά να ζεις και να παλεύεις.

Παρότι περπατούσα με ήρεμο και σταθερό τέμπο, το πλήθος του κόσμου που αντίκρισα από μακριά με έκανε ασυναίσθητα ν’ ανοίξω το βήμα μου. Άνθρωποι νέοι, αλλά και μεγαλύτεροι, άνθρωποι που ήθελαν να μάθουν και να γνωρίσουν την πόλη τους και τους λογοτέχνες της, άνθρωποι γεμάτη διάθεση, χαμόγελο και ζωντάνια, είχαν μαζευτεί στην είσοδο του Εθνικού Κήπου και περίμεναν να ξεκινήσει ο λογοτεχνικός περίπατος, που διοργάνωνε το ΚΚΕ με αφορμή το 5ο επιστημονικό συνέδριο της ΚΕ με θέμα: «Η συνάντηση της νεοελληνικής λογοτεχνίας με το εργατικό κίνημα και την κομμουνιστική ιδεολογία από τα τέλη του 19ου αιώνα έως και τον Μεσοπόλεμο».

Μπορεί να είχε μπει ο Νοέμβρης, αλλά ο καιρός συνέχιζε να προσφέρεται για βόλτες στο κέντρο, για μικρές στιγμές ανάπαυλας μέσα στην στρυφνή και άχαρη καθημερινότητα. Για στιγμές επαναφόρτισης με δύναμη, υπομονή και θάρρος για τους καθημερινούς αγώνες και τις μάχες που έρχονται.

Η ξεναγός μας, προσηνής και απλή, έμοιαζε να παρατηρεί χαρούμενη τον κόσμο που είχε έρθει να παρακολουθήσει τον περίπατο, τον κόσμο που είχε προτιμήσει να σηκωθεί από τους καναπέδες του όχι για να το παίξει καμπόσος ή ξερόλας, αλλά για να καλύψει τις ελλείψεις του και να εξελίξει τις γνώσεις του. Το πρώτο βήμα για την αλλαγή μίας κοινωνίας…

«Η Αθήνα είναι ίσως η μοναδική ευρωπαϊκή πόλη όπου τα ίχνη των λογοτεχνών και των πνευματικών της ανθρώπων είναι ανύπαρκτα», είχε δηλώσει η Νατάσα Αβραμίδου, η ξεναγός που είχε αναλάβει τον απαιτητικό ρόλο να κάνει μερικά από τα ανύπαρκτα σημάδια υπαρκτά.

Τι λέτε; Ξεκινάμε;

Αρχίσαμε με ένα από τα πιο γνωστά αστικά φιλολογικά σαλόνια, αυτό του Άγγελου Κατακουζηνού, όπου μαζεύονταν τη δεκαετία του ’30 νέοι με αστική καταγωγή που είχαν σπουδάσει στο Παρίσι. Εκεί σύχναζε ο Γιώργος Σεφέρης, ενώ είχε πρωτοδιαβάσει αποσπάσματα από τον «Μέγα Ανατολικό» ο Ανδρέας Εμπειρίκος.

Συνεχίσαμε με την Αυλή της Ρωσικής εκκλησίας, εκεί στις Στήλες του Ολυμπίου Διός. Στα τέλη του 19ου αιώνα υπήρχαν εκεί δύο καφενεία, όπου σύχναζαν λογοτέχνες. Μάλιστα, σε ένα από τα δύο είχε τραβηχτεί η ιστορική φωτογραφία με τους λογοτέχνες που εξέδιδαν το περιοδικό Εστία. Στη δικτατορία του Μεταξά, στο χώρο αυτό, πραγματοποιήθηκε κάψιμο βιβλίων, όπου μεταξύ άλλων κάηκαν έργα του Ρίτσου, του Ντοστογιέφσκι, του Καρκαβίτσα, του Δαρβίνου και του Παπαδιαμάντη.

Επίσης, στην περιοχή σύχναζε και ένας από τους γνωστότερους σατιρικούς ποιητές, ο Γιώργος Σουρής, που είχε γράψει σχετικά: «Βαριά εξαπλωμένος εις του Διός τους Στύλους/σαν θεριακλής Σουλτάνος το ναργιλέ ρουφώ/κοιτάζω πότε πότε και τους ανεμομύλους/και πότε μ’ ένα κι άλλο καταφιλοσοφώ».

Αξίζει ακόμα ν’ αναφερθεί πως στον χώρο εδώ μάζευαν όσους είχαν κάνει δήλωση στη Μακρόνησο και, αφού τους έβαζαν να φιλήσουν το χέρι του Βασιλιά, τους έδιναν όπλο και τους έστελναν στον Γράμμο να πολεμήσουν ενάντια στους πρώην συντρόφους τους.

Ύστερα, σταθήκαμε για λίγο έξω από το σπίτι που έμενε ο Κωστής Παλαμάς από το 1935 μέχρι και τον θάνατό του στις 27 Φεβρουαρίου του 1943. Η κηδεία του συνέπεσε, μάλιστα, με τον αγώνα του λαού ενάντια στην πολιτική επιστράτευση από τους Γερμανούς. Πάνω από τον τάφο του, ο Άγγελος Σικελιανός διαβάζει το αλησμόνητο: «Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές/δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…/Βογκήστε τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές/σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα/Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! […]».

Παράλληλα, ο Κωστής Παλαμάς, που όταν αντίκρισε την ποίηση του Ρίτσου είπε «παραμερίζουμε ποιητή για να περάσεις», έγραψε στα Σατιρικά του γυμνάσματα: «Και για μούντζα ο λαός και για λιβάνι. Ο λαός είναι τίποτε και είν’ όλα […]».

Όλα είναι ο λαός, μόνο που το ξεχνάει και γι’ αυτό επιτρέπει σε αυτούς που τον εξουσιάζουν να τον μεταχειρίζονται σαν τίποτα…

Άοκνοι και θαλεροί, συνεχίζουμε απτόητοι για το σπίτι στο οποίο έμεινε ο Σεφέρης – ο πρώτος Έλληνας ποιητής που βραβεύτηκε με το βραβείο Νόμπελ το 1963 – όταν ήρθε από τη Σμύρνη το 1935. Στο ισόγειο έμενε ο ίδιος, στον 1ο όροφο οι γονείς του και στον 2ο όροφο η αδερφή του Ιωάννα, που παντρεύτηκε μετέπειτα τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, κατοπινό Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Το σπίτι αυτό όχι μόνο δεν γεμίζει τον Σεφέρη, αλλά μοιάζει να του απορροφά και όλη την ενέργεια. Γράφει χαρακτηριστικά: «είμαι εδώ δύο μήνες και τέσσερις μέρες σπαταλημένος».

Περπατώντας λίγο ακόμα μπήκαμε στην καρδιά της Πλάκας, στην οδό Αφροδίτης, που είναι συνδεδεμένη με τον Μενέλαο Λουντέμη. Στην ταβέρνα «Μεθυσμένο καράβι», που άνοιξε στη θέση που βρισκόταν ένα παντοπωλείο που δεν άντεξε τον ανταγωνισμό με τους μαυραγορίτες την περίοδο της κατοχής, συγκεντρώνονται άνθρωποι του πνεύματος, μεταξύ των οποίων και ο Μενέλαος Λουντέμης που παίζει κιθάρα και τραγουδάει.

Ο Άγγελος Τερζάκης στην «Μενεξεδένια πολιτεία» του, αναφέρει χαρακτηριστικά: «Μπαίνοντας από την πόρτα του δρόμου, βρισκόσουν σε μια μικρή αυλή με τριανταφυλλιούς τοίχους. Δεξιά η ξύλινη σκάλα, υπαίθρια και πλαγιασμένη στη μάντρα, ανέβαζε στο χαγιάτι που κάνει γωνιά αριστερά. Σ’ αυτό έβλεπαν αραδιασμένες οι κάμαρες. Η μάντρα, στο πεζούλι της, είχε γλάστρες με πολυτρίχια. Η σκάλα, γαρουφαλλιές και πρασινάδες».

Ύστερα, με συνοδεία ελληνικού ρεμπέτικου, γνωρίζουμε το σπίτι που πέρασε ο Γεώργιος Δροσίνης τα παιδικά του χρόνια, ένας από τους πρώτους λογοτέχνες που δημιούργησε ρήγμα στον ρομαντισμό με τους χαρακτήρες του.

Ξαποστάσαμε για λίγο στο μνημείο του Λυσικράτους, γνωστό και ως «φανάρι του Διογένη», και στη συνέχεια προχωρήσαμε προς τα Αναφιώτικα, όπου πρωτοκατοίκησε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης όταν ήρθε στην Αθήνα. Λόγω της οικονομικής δυσχέρειας που τον διακατείχε, ο Παπαδιαμάντης άργησε πολύ να κάνει ό,τι έκανε στη ζωή του. Τελείωσε το γυμνάσιο στα 23 του χρόνια και άφησε ανολοκλήρωτες τις σπουδές φιλοσοφικής. Ήταν δειλός και εσωστρεφής και βιοποριζόταν δουλεύοντας σε εφημερίδες. Σχέσεις με τις γυναίκες είχε ελάχιστες. Είναι χαρακτηριστική, άλλωστε, η στιχομυθία που ανταλλάσσει με τον ζωγράφο, Μιχαήλ Μητσάκη, όταν του έδειξε ένα συναισθηματικό διήγημα που είχε γράψει:

«Ερωτεύτηκες μωρέ;»
«Όχι εγώ, ο ήρωάς μου».

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης επηρεασμένος από τα Αναφιώτικα, κάνει αναφορά σε αυτά σε ένα άρθρο του το 1896 που τιτλοφορείται «Αι Αθήναι ως Ανατολική Πόλις»: «[…] Εκεί ήκουα, τον καιρόν εκείνον, τακτικά πάσαν νύκτα, κιθάραν και άσμα και μανδολίνον […]».

Με το μυαλό μας ακόμα να ταξιδεύει στην προσιτή καθαρεύουσα του Παπαδιαμάντη, «συναντάμε» κάτω από την Ακρόπολη τον Νίκο Καζαντζάκη, που γράφει για τον Παρθενώνα στην «Αναφορά στον Γκρέκο»: «μυστήριο για μένα ο ναός ετούτος, δεν μπόρεσα ποτέ να τον δω δύο φορές τον ίδιο […]».

Λίγα βήματα πιο πέρα, γνωρίζουμε το σπίτι του Γιώργου Κουτλίδη, λαϊκού ζωγράφου που οι φωτογραφίες της εποχής τον δείχνουν να κρατάει στα χέρια τον πληγωμένο Σωτήρη Πέτρουλα.

Μάλιστα, μέρος από τις απεικονίσεις του και τα χρώματα που του άρεσε να προσδίδει στις δημιουργίες του, βρίσκονται ακόμα αποτυπωμένες πάνω στις πέτρες δίπλα στο σπίτι του.

Όλο και πιο κοντά προς το τέλος του περιπάτου, με τους συμμετέχοντες να συνεχίζουν να έχουν στο βλέμμα τους την άδολη περιέργεια του εξερευνητή, ακούμε δύο λόγια για την ιστορική ταβέρνα «ο Πλάτανος» και αφήνουμε τον εαυτό μας να εμφιλοχωρήσει στο διήγημα του Κώστα Βάρναλη με ήρωα τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, που έχει τίτλο «τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη».

Κάπως έτσι, φτάνουμε στη Αρχαία Αγορά, όπου η ξεναγός μάς διαβάζει ένα απόσπασμα του Εμμανουήλ Ροΐδη από την «Πάπισσα Ιωάννα»: «[…] και αυτός δε ο ήλιος ανέτειλε κατ’ εκείνην την στιγμήν, ίνα βοηθήση αυτόν εις τας εναγωνίους ερεύνας του […]».

Με τα πολλά, καταλήγουμε στου Ψυρρή, την περιοχή όπου έζησε, εμπνεύστηκε και δημιούργησε ο Παπαδιαμάντης, που σύχναζε μεταξύ άλλων στο μπακάλικο του Καχριμάνη στην οδό Σαρρή.

Στο τέλος του περιπάτου μάς περίμενε μία άσκηση έντονης διαλεκτικής, όσον αφορά το σπίτι που κατοικούσε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Βλέπετε, οι απόψεις διίστανται. Από τη μία, κάποιοι ισχυρίζονται πως έμενε στην οδό 24 της οδού Αριστοφάνους και από την άλλη, υπάρχουν κι αυτοί που υποστηρίζουν πως το σπίτι του ήταν στο νούμερο 18.

Το μόνο το οποίο δεν επιδέχεται αμφιβολία είναι οι «λεωφόροι του μέλλοντος» που έχουμε χρέος να περπατήσουμε.

Άλλωστε, όλοι αυτοί με τους οποίους «ήρθαμε σε επαφή» σήμερα, τράβηξαν ο καθένας τον δρόμο του. Άλλοι πιο ψηλά, άλλοι πιο μακριά, όλοι τους ξεπέρασαν τα προσωπικά τους όρια και έφτασαν στο σημείο να αφήσουν μέσω του έργου τους παρακαταθήκη στο λαό τους δικούς τους αγώνες, τους δικούς τους προβληματισμούς, τα δικά τους λάθη και σωστά.

Και ίσως, εδώ που τα λέμε, αυτό να έχει και τη μεγαλύτερη σημασία σήμερα. Αυτή η όσμωση, η αλληλεπίδραση, η ανταλλαγή βιωμάτων και εμπειριών ικανών να δημιουργήσουν τα απαραίτητα ρήγματα στο ασφυκτικό παρόν, προκειμένου να ξεπροβάλει ένα καλύτερο μέλλον, να είναι αυτό για το οποίο αξίζει τελικά να ζεις και να παλεύεις.

«Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ. Δύσκολος δρόμος!… Σίγουρος δρόμος… Τώρα είναι δικός σου αυτός ο δρόμος!»

Φωτογραφίες από Stavri Stavrou

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: