“Κύριε Τέλμαν τι σας έκαναν;” – Ο ηρωικός γραμματέας του ΚΚΓ περιγράφει τα βασανιστήριά του στη Γκεστάπο

“Mου κράτησαν για λίγο το στόμα, και με χτυπούσαν στο πρόσωπο και με μαστίγωναν στο στέρνο και την πλάτη. Πεσμένος κυλιόμουν στο πάτωμα πάντα με το πρόσωπο προς τα κάτω και δεν απαντούσα πια καθόλου στις ερωτήσεις.”

To παρακάτω απόσπασμα προέρχεται από επιστολή που έγραψε σε βαθιά παρανομία ο Έρνστ Τέλμαν μέσα στη φυλακή στα τέλη Φλεβάρη 1945, με αποδέκτη ένα νεαρό συγκρατούμενό του, τον οποίο δε γνώριζε προσωπικά, αλλά του ζητούσε συμβουλές σε προσωπικά και πολιτιζικά ζητήματα. Πρόκειται για το τελευταίο γνωστό κείμενο του γγ του ΚΚ Γερμανίας πριν τη δολοφονία του στις 18 Αυγούστου 1944. Στην ΟΔΓ είχε δημοσιευτεί για πρώτη φορά σε περιοδικό του ΚΚΓ το 1952, ενώ η σημερινή μετάφραση προέρχεται από το βιβλίο “Έρνστ Τέλμαν. Μεταξύ μνήμης και προσδοκίας”, που εκδόθηκε το 1977 από το ΔΣ του μνημείου Τέλμαν στο Αμβούργο.

Το Γενάρη του 1934 με πήραν με αμάξι 4 αξιωματικοί της Γκεστάπο από το Μοαμπίτ (περιοχή στο Βερολίνο όπου βρισκόταν φυλακισμένος ο Τέλμαν, σ.τ.Μ) και με έφεραν στο κτίριο των κεντρικών της Γκεστάπο στο Βερολίνο, στην οδό Πρίγκηπα Άλμπρεχτ. Αμέσως μόλις βγήκα από το αμάξι με πήγαν σε ένα δωμάτιο στον τέταρτο όροφο. Εκεί με υποδέχτηκαν οχτώ αξιωματικοί της Γκεστάπο, μεσαίας και υψηλής βαθμίδας με υψωμένη τη γροθιά στο χαιρετισμό του “Κόκκινου Μετώπου” (πολιτοφυλακή του ΚΚΓ στο μεσοπόλεμο, εδώ προφανώς με ειρωνική σημασία από τους ναζί, σ.τ.Μ).

Το να περιγράψω τι έγινε τώρα σε αυτό το ανακριτικό δωμάτιο μέσα σε τεσσερεισίμιση ώρες από τις 5 το απόγευμα ως τις 9.30, είναι σχεδόν αδύνατο. Κάθε φριχτή μέθοδος εκβιασμού που μπορεί κανείς να σκεφτεί χρησιμοποιήθηκε εναντίον μου, ώστε με κάθε τρόπο να αποσπάσουν ομολογίες και πληροφορίες για συντρόφους που είχαν συλληφθεί. Στην αρχή ξεκίνησαν με τη μέθοδο του “καλού μπάτσου”, καθώς κάποιους από αυτούς τους τύπους τους γνώριζα ήδη από την πολιτική αστυνομία του Σέβερινγκ […] Δεν πέτυχαν τίποτε έτσι. Τότε ακολούθησαν βίαιες επιθέσεις εναντίον μου, στη διάρκεια των οποίων μου έβγαλαν τέσσερα δόντια από τη γνάθο. Δεν είχαν καμία επιτυχία. Ως τρίτη πράξη χρησιμοποίησαν ύπνωση εναντίον μου, που ήταν τελείως αναποτελεσματική, σκοντάφτοντας στο πολύ δυνατό τότε ακόμα νευρικό μου σύστημα. […] Έτσι πέρασαν ήδη τρεισίμιση ώρες, ώστε γεμάτος οργή και θυμό δεν έβλεπα κάποια ευτυχή διέξοδο. Η τελευταία πράξη ωστόσο έγινε και το πραγματικό αποκορύφωμα αυτού του δράματος. Με διέταξαν να βγάλω αμέσως το παντελόνι μου, αμέσως μετά με άρπαξαν δυο άντρες από τον αυχένα και με έριξαν σε έναν πάγκο. Ένας ένστολος της Γκεστάπο με ένα τεράστιο μαστίγιο με χτυπούσε κατά διαστήματα στον πισινό. Από τον πόνο ούρλιαξα πολλές φορές δυνατά.

Μετά μου κράτησαν για λίγο το στόμα, και με χτυπούσαν στο πρόσωπο και με μαστίγωναν στο στέρνο και την πλάτη. Πεσμένος κυλιόμουν στο πάτωμα πάντα με το πρόσωπο προς τα κάτω και δεν απαντούσα πια καθόλου στις ερωτήσεις. Πού και πού με ποδοπατούσαν, εγώ σκέπαζα πάντα το πρόσωπό μου, αλλά ήμουν ήδη τόσο εξαντλημένος και υπέφερα από ταχυκαρδίες, ώστε έχασα ακοή και όραση. Σε αυτό έρχονταν να προστεθεί η καυτή δίψα, ώστε να βγάζω αφρούς από το στόμα και να είμαι στα πρόθυρα της ασφυξίας. Αν και μισολιπόθυμος, είχα ακόμα τις αισθήσεις μου, δεν ένιωθα πια καθόλου τους πόνους και σκεφτόμουν μόνο να ξεφύγω από αυτό το βασανιστήριο. Τότε ξαφνικά εισέβαλλε ένας άντρας από την πόρτα και είπε σιγανά από εκεί ότι οι καθαρίστριες του κτιρίου, καθώς και άλλοι άνθρωποι μέσα σε αυτό είχαν ακούσει τις δυνατές φωνές. Τους παρακάλεσε να σταματήσουν. Στις 9.30 βράδυ το μοχθηρό παιχνίδι τελείωσε, μου έβαλαν μια πετσέτα στα ματωμένα σημεία του κεφαλιού και ένα φουλάρι στο λαιμό, με διέταξαν να κάτσω με το κεφάλι στον τοίχο πάνω στον πάγκο και με απείλησαν, με απειλή όπλου από δύο άντρες της Γκεστάπο, πως θα πυροβολούσαν αν τολμούσα να γυρίσω. Φυσικά και γύρισα, για να δω τι θα έκαναν στη συνέχεια μαζί μου αυτοί οι τύποι. Τίποτε άλλο δεν έγινε. Φώναξαν το γκαρσόνι της καντίνας, που τους έφερε φαΐ και πιοτό, κι εκείνος κοιτούσε την κατάστασή μου γεμάτος συμπόνοια και οργή. Μετά από οχτώ μέρες και 48 ώρες έγιναν άλλες δύο ανακρίσεις στο ίδιο δωμάτιο […]

Σε μια ξαφνική επιθεώρηση όλων των χώρων στα κεντρικά της Γκεστάπο από το Χέρμαν Γκαίρινγκ, που τότε ήταν ακόμα υπεύθυνος γι’ αυτά, έκανε επιθεώρηση και στο νεόδμητο κρατητήριο, που βρισκόταν στο υπόγειο του κτιρίου. Ο Γκαίρινγκ, με αφορμή την επιθεώρηση ήρθε στην πόρτα του κελιού και με ρώτησε, καθώς τον κοίταξα εντελώς διαλυμένος, τι μου συμβαίνει. Αν και δεν μπορούσα να προβλέψω, τι σκόπευε ακόμα να μου κάνει αυτή η παρέα φονιάδων, ανέφερα πως με είχαν χτυπήσει, καθώς οι νύχτες που είχα ζήσει στο υπόγειο, ήταν τρομαχτικές και ανατριχιαστικές. Εμένα με άφηναν μεν εκεί στην ησυχία μου, αλλά οι νέοι κρατούμενοι που έφερναν τη νύχτα δέρνονταν συνέχεια. […]

Έδειξα στον Γκαίρινγκ τα μελανιασμένα σημεία και τους μπλε-κίτρινους όγκους στο σώμα μου, όπως και το ματωμένο σεντόνι και μαξιλάρι μου. Μετά από μιάμιση ώρα περίπου, με έφεραν σε ένα δωμάτιο στο δεύτερο όροφο, όπου ο υπουργικός διευθυντής Ντιλς […] φίλος του Γκαίρινγκ, με υποδέχτηκε και μου απηύθυνε μερικά λόγια. Αμέσως κατέφτασε ο Γκαίρινγκ στο δωμάτιο. Ξεκίνησε να μου λέει, πως είχε μόλις μιλήσει με τους αξιωματικούς που με είχαν ανακρίνει, κι ότι όλοι είχαν υποστηρίξει πως είχα αρνηθεί να καταθέσω ενώπιον ένστολων της Γκεστάπο (στην πραγματικότητα […] από τους 8 παρόντες γκεσταπίτες, οι επτά φορούσαν πολιτικά και μόνο ο μαστιγωτής φορούσε στολή των Ταγμάτων Εφόδου) […]. Ο Γκαίρινγκ τότε άρχισε να φλυαρεί για κάτι πολιτικά θέματα, που εγώ άκουγα ήρεμα, χωρίς να λέω κάτι. Στο μεταξύ ο Ντιλς άρχισε να λέει αστειάκια, για να αλλάξει το θέμα. Αμέσως κατάλαβα πως δεν είχαν κανένα ενδιαφέρον να μάθουν τι μου συνέβη, αλλά να συγκαλύψουν το γεγονός και τότε είπα γρήγορα και αποφασιστικά: […] Αν κύριε υπουργέ θέλετε να πραγματοποιήσετε μια επιθυμία μου, ελευθερώστε με από αυτή την κόλαση και αφήστε με να γυρίσω στο Μοαμπίτ.” Χλωμός, αλλά ψύχραιμος, στεκόμουν μπροστά του, κι εκείνος απάντησε “Ναι!”. “Θέλω να πραγματοποιήσω την παράκλησή σας, αλλά κι εσείς πρέπει στις μελλοντικές σας ανακρίσεις από το δικαστή να συμπεριφερθείτε διαφορετικά στις καταθέσεις σας”. Σε αυτό του εξήγησα, πως σε κάθε δικαστή και ανάκριση είχα συμπεριφερθεί απολύτως σωστά με βάση τα προβλεπόμενα από το νόμο. Τότε με άφησαν να φύγω. Περίπου 200 αξιωματικοί και υπάλληλοι της Γκεστάπο στέκονταν έξω στο διάδρομο για να δουν το θέαμα, και με κοιτούσαν έκπληκτοι, όταν βγήκα από το δωμάτιο.

Πέντε μέρες μετά τη στιχομυθία με το Γκαίρινγκ, οι τέσσερις γκεσταπίτες που ήταν παρόντες στον ξυλοδαρμό μου, με μετέφεραν με αμάξι πίσω στο Μοαμπίτ. Στη διάρκεια της διαδρομής, ένας από τους βασανιστές είχε το γκροτέσκο θράσος, να με απειλήσει πως αν στο δικαστήριο αναφερόμουν στα όσα είχα ζήσει, θα με έβγαζαν από εκεί και θα με οδηγούσαν σε ένα μέρος όπου θα μου έκλειναν για πάντα το στόμα. Τον άκουσα σιωπηλός και σκεφτόμουν μέσα μου πως μπορούσαν να μου γλείψουν τον κ…, γιατί αυτό το θέαμα (σ.τ.Μ της καταγγελίας στο δικαστήριο) δε θα το άφηνα να μου ξεφύγει. Όταν με υποδέχτηκε ο υπεύθυνος της πτέρυγάς μου στο Μοαμπίτ, μου είπε σιωπηρά: “Τέλμαν, Τέλμαν, μα πώς είστε έτσι, χλωμός σα λείψανο, ρουφηγμένο πρόσωπο, ταραγμένη έκφραση… Τι σας συνέβη;”.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: