Μια ευρωπαϊκή “παραφωνία”: Ελλάδα και βομβαρδισμός της Γιουγκοσλαβίας – Το ΚΚΕ, οι διαδηλώσεις, ο τύπος και οι αντιδράσεις των αστικών κομμάτων

Τα έντονα αντιπολεμικά αντανακλαστικά του λαού οδήγησαν τότε την πλειονότητα των πολιτικών δυνάμεων και διαμορφωτών της κοινής γνώμης, έστω και υποκριτικά ή με διάφορες υποσημειώσεις, να ταχθούν κατά της επέμβασης, ή τουλάχιστον να εξαναγκαστούν να πατούν σε δυο βάρκες, όπως έκανε το ΠΑΣΟΚ.

Πολλοί φιλελέδες αναρωτιούνταν το 1999 για ποιο λόγο τα πράγματα ήταν τόσο διαφορετικά στην Ελλάδα, σε ό,τι αφορούσε τις αντιδράσεις του λαού, των ΜΜΕ και των πολιτικών δυνάμεων έναντι του βομβαρδισμού της Γιουγκοσλαβίας. Πράγματι, ακόμα και η υποφαινόμενη, που εκείνη την περίοδο σε παιδική ηλικία μεν, αρκετά μεγάλη για να αντιλαμβάνεται στοιχειωδώς τα τεκταινόμενα δε, βρισκόταν σε χώρα της Κεντρικής Ευρώπης την περίοδο που ξεκίνησε η νατοϊκή επίθεση, είχε μείνει κατάπληκτη από τον πολύ διαφορετικό τρόπο με τον οποίο παρουσιαζόταν τα γεγονότα στα ΜΜΕ σε σχέση με τα ελληνικά. Τα έντονα αντιπολεμικά αντανακλαστικά του λαού οδήγησαν τότε πράγματι την πλειονότητα των πολιτικών δυνάμεων και διαμορφωτών της κοινής γνώμης, έστω και υποκριτικά ή με διάφορες υποσημειώσεις, να ταχθούν κατά της επέμβασης, ή τουλάχιστον να εξαναγκαστούν να πατούν σε δυο βάρκες, όπως έκανε το ΠΑΣΟΚ.

Η επίσημη θέση του κυβερνώντος κόμματος ήταν φυσικά ξεκάθαρη από την πρώτη στιγμή: “Η Ελλάδα συντάσσεται με το ΝΑΤΟ”, δήλωνε στο CNN ο τότε υπουργός Άμυνας Άκης Τσοχατζόπουλος, εκφράζοντας επίσης την ετοιμότητα της χώρας να στείλει και στρατεύματα, αν αυτό της ζητούνταν από τους συμμάχους της. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο υφυπουργός του, Δ. Αποστολάκης δήλωνε προκλητικά πως “κάποιες βόμβες θα πέσουν”(!).

Η γέφυρα του Βελιγραδίου που καταστράφηκε από τους νατοϊκούς βομβαρδισμούς

Ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης από τη μια πρόσφερε ξέπλυμα και ξεσκόνισμα στο ΝΑΤΟ, λέγοντας πως “για τους βομβαρδισμούς φταίει ο Μιλόσεβιτς” και πως αν η συμμαχία δε βομβάρδιζε θα έχανε την αξιοπιστία της, κι από την άλλη ισχυριζόταν πως η Ελλάδα “δε μετέχει στις επιχειρήσεις”.

Αντιπολεμικό άλλοθι της κυβέρνησης έδιναν την ίδια στιγμή διάφορες φωνές μέσα στο ΠΑΣΟΚ, όπως εκείνη του αποθανόντος πια βουλευτή τότε Γιάννη Καψή, που καταδίκαζε την επέμβαση ως “διαμετρικά αντίθετη προς τα συμφέροντα της Ελλάδας”, προσθέτοντας: “Υπάρχει, είπε, και το έγκλημα ότι με την ψήφο μας νομιμοποιήσαμε το δικαίωμα του ΝΑΤΟ να παρεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις των χωρών και δη βεβαίως να χρησιμοποιεί τις μειονότητες σαν όργανο διαμελισμού των κρατών, τη στιγμή κατά την οποία μόλις χθες δημοσιεύτηκε έγκριση του ινστιτούτου ΡΑΝΤ, του χρηματοδοτούμενου από το Πεντάγωνο, που προβλέπει ότι το 2003 θα γίνει πόλεμος Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή τη μειονότητα της Θράκης. Τι θα πούμε τότε, όταν το ΝΑΤΟ θα στείλει στρατεύματα στην Κομοτηνή και θα πει κάντε δημοψήφισμα;”.

Η “αντιϊμπεριαλιστική” τάση εντός ΠΑΣΟΚ βέβαια, συνδέθηκε ανεξίτηλα με το όνομα του Κώστα Λαλιώτη, και τη συμμετοχή του στις αντιπολεμικές διαδηλώσεις υπό το μόττο “Άλλο η κυβέρνηση, άλλο το κίνημα”, που επανέλαβε ως τακτική και στη διάρκεια του πολέμου του Ιράκ, δίνοντας ένα πρότυπο που ο Σύριζα αντιγράφει έκτοτε με ομολογουμένως μεγάλη επιτυχία σε διάφορες περιστάσεις, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τη Βενεζουέλα.

Ήταν τέτοια η σφοδρότητα των αντιδράσεων, που θέση κατά της επέμβασης πήρε ακόμα και ο τότε επίτιμος πρόεδρος της ΝΔ Κώστας Μητσοτάκης, την ώρα που το επίσημο κόμμα κυμαινόταν μεταξύ στάσης Ποντίου Πιλάτου, μισόλογων αποδοκιμασίας ή και στήριξης, κατά περίσταση. Σαφώς δεν μπορούμε να αψηφήσουμε ότι οι δηλώσεις του Μητσοτάκη, πέραν του ότι προφανώς δεν έθιγαν την ουσία της ιμπεριαλιστικής επέμβασης, έκρυβαν και μια δόση ιδιοτέλειας και δικαιολόγησης των δικών του πεπραγμένων ως πρωθυπουργού την περίοδο 1990- 1993, όταν και είχε αγαστή συνεργασία με το Μιλόσεβιτς. Έχουν πάντως το δικό τους ενδιαφέρον για την αποτύπωση του κλίματος της εποχής: “Αυτό που γίνεται σήμερα στη Σερβία δεν είναι μόνο αντίθετο προς το δίκαιο και την ηθική, προπαντός είναι παράλογο”, έλεγε τότε ο Μητσοτάκης, συμπληρώνοντας ότι “είναι μια πολιτική που δεν οδηγεί πουθενά ή που, για την ακρίβεια, φέρνει το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που υποτίθεται ότι επιδιώκει”. Ανέφερε τους δύο άξονες της ελληνικής βαλκανικής πολιτικής μετά το 1990, δηλαδή “το θρησκευτικό σεβασμό των συνόρων και την προστασία των μειονοτήτων πάνω σε δίκαιη και ίση βάση”. Στοχοποίησε τον αλβανικό εθνικισμό για την υπονόμευση αυτής της πολιτικής όπως και “ορισμένους ανόητους (σ.σ. που φυσικά μόνο έλειμμα ευφυίας δεν είχαν) στην Αμερική και την Ευρώπη”. Το πρόβλημα του Κόσσοβου, συνέχισε, δεν το δημιούργησε η ένοπλη ανταρσία εναντίον της κυβέρνησης, η οποία, επιτέλους, ήταν νόμιμη. Ζήτησε επιστροφή στην αρχική πολιτική, δηλαδή του σεβασμού των συνόρων, τα οποία σύνορα, όπως είπε, η συμφωνία του Ραμπουγιέ (σ.σ. αυτή που απέρριψε ο Μιλόσεβιτς, δίνοντας την αφορμή της επέμβασης) τα έθετε υπό αμφισβήτηση, καθώς προέβλεπε μια μεταβατική περίοδο τριών ετών.

Σε ό,τι αφορούσε την ενδεδειγμένη για εκείνον ελληνική στάση, επισήμανε: “Η Ελλάς οφείλει να έχει το θάρρος να ξεκαθαρίσει τη θέση της. Δεν μπορεί να εμποδίσει την πολιτική που σήμερα γίνεται. Εγώ δεν πετώ στα σύννεφα, αλλά, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να ξεκαθαρίσει ότι είναι απολύτως αντίθετη προς αυτή την πολιτική και ότι δε μετέχει σ’ αυτά που γίνονται, ούτε άμεσα ούτε έμμεσα”.

Στην τετρακομματική τότε βουλή υπήρχε φυσικά και ο τότε Συνασπισμός, ο οποίος τότε εμφανιζόταν φυσικά ως αντίπαλος της επέμβασης, ζητώντας να κλείσουν οι αμερικανικές βάσεις στην Ελλάδα, πολύ πριν ως κυβέρνηση συμφωνήσει αυτές να αναβαθμιστούν και να εξαπλωθούν και σε άλλα σημεία της επικράτειας. Το αναλλοίωτο στο χρόνο χαρακτηριστικό των αντιδράσεών του ήταν βέβαια η ευρωλατρεία, ζητώντας από την ελληνική κυβέρνηση να “απαιτήσει παρέμβαση της ΕΕ για να σταματήσει ο εφιάλτης του πολέμου”, ωσάν να μην ήταν με διάφορους τρόπους πρωταγωνιστές της επέμβασης τα κράτη του σκληρού πυρήνα της ΕΕ. Δεν έλειπαν και τότε οι λαθροχειρίες που επίσης χαρακτηρίζουν διαχρονικά το χώρο, όπως ότι εμφάνιζε το ΚΚΕ να συνυπογράφει δήλωση της τότε ευρωομάδας της Αριστεράς, στην οποία αποκρύπτονταν ο ρόλος των ΗΠΑ και κυρίως της ΕΕ στην επέμβαση, προκαλώντας μάλιστα και την άμεση αντίδραση του τότε ευρωβουλευτή του ΚΚΕ, Βασίλη Ευφραιμίδη.

Ενδεικτικό πάντως της ομόθυμης αντίδρασης του ελληνικού λαού ήταν οι μεγάλες αντιπολεμικές πορείες της εποχής, στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, αλλά και κάθε γωνιά της Ελλάδας. Στην Αθήνα μάλιστα, υπήρξε συντονισμός πολιτικών νεολαιών διαφορετικής προέλευσης, (ΕΑΝ, ΕΔΗΝ, ΚΝΕ, Νεολαία ΔΗΚΚΙ, Νεολαία ΠΑΣΟΚ, αλλά και η Νεολαία της τότε εκτός βουλής Πολιτικής Άνοιξης του Αντώνη Σαμαρά) που από την πρώτη μέρα της επίθεσης εξέδωσαν κοινό ψήφισμα καταδίκης “της δολοφονικής επίθεσης των ιμπεριαλιστών εναντίον της Γιουγκοσλαβίας”, στο οποίο τόνιζαν ότι θα “αντισταθούν με όλους τους τρόπους στα σχέδια του ΝΑΤΟ και των Αμερικανών και Ευρωπαίων Ιμπεριαλιστών”. Το ακόμα πιο εκπληκτικό με τα σημερινά δεδομένα, είναι πως στην κινητοποίηση της Θεσσαλονίκης στις 26 Μάρτη, ανάμεσα στις πολιτικές νεολαίες που συμμετείχαν βρισκόταν ακόμα και η ΟΝΝΕΔ.

Ο τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κωστής Στεφανόπουλος, έβαζε ένα ακόμα λιθαράκι στην πολιτική του υστεροφημία, αφήνοντας αιχμές κατά του Μπιλ Κλίντον μετά την παρέλαση της 25ης Μαρτίου, ενώ στην επέμβαση αντιτάχθηκε, προφανώς όχι από αντιϊμπεριαλιστική, αλλά από θρησκευτική σκοπιά, ο τότε αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, δηλώνοντας κι εκείνος στα πλαίσια της εθνικής επετείου πως “Ντρέπομαι γι’ αυτούς που έχουν το όνομα του χριστιανού και που θα έπρεπε όλες τους οι ενέργειες να εκπορεύονται από αυτή τους την ιδιότητα”, ενώ αναφερόμενος στους επιτιθέμενους συμπλήρωσε: “Ντρέπομαι πραγματικά για το ότι στρέφονται εναντίον ενός ηρωικού λαού, ο οποίος είναι ομόπιστος λαός”. Ήταν ένας χρόνος πριν ξεσπάσει η αντιπαράθεση της Εκκλησίας της Ελλάδος και του ίδιου προσωπικά με την κυβέρνηση Σημίτη για τις ταυτότητες, η οποία μάλλον θα κατέληγε υπέρ της πρώτης αν διεξαγόταν σήμερα.

Από τις αντιδράσεις δεν μπορούσε να λείπει ο καλλιτεχνικός και πνευματικός κόσμος της χώρας, που κυριολεκτικά σύσσωμος τάχθηκε κατά της επέμβασης, προκαλώντας θλιβερές για τον ίδιο συγκρίσεις για τη στάση του στα χρόνια που μεσολάβησαν. Πέραν από τους “συνήθεις υπόπτους”, ο Ριζοσπάστης της εποχής φιλοξενούσε δήλωση του “καταγάλανου” Κώστα Τουρνά, προέδρου τότε της Ένωσης Τραγουδιστών:

“Φοβάμαι, ότι μπαίνουμε σε χρόνια όπου οι σημερινοί αυτοκράτορες πλανεμένοι από τη δύναμή τους και τα ζητούμενά τους οδηγούν τον κόσμο ολόκληρο – όπως και άλλοτε ο Χίτλερ, ο Ναπολέων κ.α. – στο απονενοημένο μεν γι’ αυτούς, αλλά και οδυνηρό για όλους εμάς τους υπόλοιπους. Οι μαριονέτες της διεθνούς πολιτικής σκηνής σιωπούν μόνο και μόνο για να καταγραφούν στην ιστορία κι αυτοί σαν διακριτικοί σύμμαχοι των σημερινών αυτοκρατόρων”.

Δηλώσεις έκανε και η τότε δημοφιλέστατη Χρυσούλα Διαβάτη, που εμφανιζόταν στους “Δυο Ξένους”, σήριαλ με ξεκάθαρες αναφορές κατά του πολέμου στα επεισόδια εκείνης της περιόδου. Αυτά βέβαια, πολλά χρόνια πριν ανακαλύψει προνομιούχους μετανάστες που κερδίζουν διαμερίσματα σε βάρος Ελλήνων αστέγων.

Αλλά και ο αστικός τύπος της εποχής, ιδιαίτερα στην αρχή, τάχθηκε με τον ένα ή άλλο τρόπο σύσσωμος μέσω πρωτοσέλιδων ενάντια στον πόλεμο. Κι αυτό αφορούσε τόσο το φιλοκυβερνητικό, όσο και τον προσκείμενο στη ΝΔ τύπο:

Για “νέο Βιετνάμ στην Ευρώπη” έγραφαν τα ΝΕΑ, για “Καταιγίδα στα Βαλκάνια” και “NATO uber alles” η Ελευθεροτυπία, για “Φωτιά που απειλεί να πυρπολήσει τα Βαλκάνια” το ΕΘΝΟΣ. Η ναυαρχίδα του κεντροδεξιού τύπου ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ εμφανιζόταν με κύριο άρθρο “Ολέθριο λάθος” να επικρίνει την “αμερικανική διπλωματία των κανονιοφόρων”. Ο ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ έκανε λόγο για “Στρατηγείο επίθεσης η Ελλάδα”, ενώ σε άρθρο του ο Γιώργος Κύρτσος με  τίτλο “Γιατί κτύπησαν οι Αμερικανοί” ανέφερε πως: “η αποσταθεροποίηση της Νέας Γιουγκοσλαβίας αποσκοπεί στη μετατροπή των Βαλκανίων – μιας περιοχής που ανήκει στην Ευρώπη – σε χώρο απόλυτης αμερικανικής ηγεμονίας και περιφερειακής κυριαρχίας της Τουρκίας. Οι Αμερικανοί θέλουν να εξουδετερώσουν την παραδοσιακή ρωσική επιρροή στα Βαλκάνια και να εμποδίσουν τους Γερμανούς να καλύψουν το διεθνοπολιτικό κενό που θα δημιουργηθεί”. Η λαϊκοδεξιά Βραδυνή τέλος, κυκλοφορούσε με το πρωτοσέλιδο “Μπλέξαμε άσχημα” και υπότιτλους “Ο χασάπης του πλανήτη έδωσε πράσινο φως για τη σφαγή! – Υποπτες δηλώσεις Μπιλ Κλίντον για “κινητοποιήσεις” μειονοτήτων που θα δημιουργήσουν προβλήματα σε Ελλάδα – Τουρκία – Ο Μπερνς αξίωσε περισσότερες διευκολύνσεις”.

Υπήρχαν φυσικά και οι ηχηρές εξαιρέσεις στο δημοσιογραφικό κόσμο, που με την ύστερη γνώση θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν “μπροστά από την εποχή τους”. Πρώτος και καλύτερος ο Σταύρος Θεοδωράκης, τότε διευθυντής σύνταξης της κωστοπούλειας βίβλου ξεβλαχέματος, του περιοδικού ΚΛΙΚ , το οποίο το Μάη του 1999, εν μέσω των βομβαρδισμών στη Σερβία, κυκλοφορούσε με εξώφυλλο στα χρώματα της Αστερόεσσας για το “Νέο Πρόσωπο” της Αμερικής και την Πάμελα Άντερσον να ξεπροβάλλει γυμνή μέσα από ένα κέλυφος αυγού. Κατά μία ειρωνεία της ιστορίας, στην πορεία του χρόνου η Παμ αποδείχθηκε τελικά πολύ αριστερότερη από αρκετούς που διαδήλωναν τότε αντιπολεμικά, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία. Το πλυντήριο στους 90 βαθμούς συνεχίστηκε φυσικά και στο εσωτερικό του τεύχους, με το δημοσιογράφο να καταφέρεται κατά των συναδέλφων του που έκαναν “ρεπορτάζ μέσα από τα φιμέ τζάμια των κρατικών Μερσεντές του Μιλόσεβιτς” και να δηλώνει πως δεν είναι “α πριόρι κατά οποιουδήποτε είδος βομβαρδισμών”, καθώς και ότι την εγγραφή του στην ΕΣΗΕΑ “δεν την έχει προσυπογράψει -καλώς ή κακώς- καμία κίνηση ειρήνης και καμιά αντιαμερικανική ένωση παλιών κομμουνιστών ή απόστρατων αξιωματικών”. Αν μη τι άλλο, του αναγνωρίζουμε τη συνέπειά του ως αμερικανοτσολιά.

Ένας άλλος συνεπής αστός δημοσιογράφος ήταν ο Γιάννης Πρετεντέρης, που έπλεξε ένα μεγαλοπρεπές εγκώμιο στο μεγάλο πατριώτη Κώστα Σημίτη,  με άρθρο του στις 25/3/1999, μια μέρα δηλαδή με την έναρξη του μακελειού:

“Ποιος είναι πατριώτης ηγέτης; Αυτός που οδηγεί τη χώρα του στον πόλεμο και την καταστροφή εν ονόματι των όποιων υψηλών ιδανικών ή αυτός που οικοδομεί την ευημερία και τον εκσυγχρονισμό της, έστω και στο πλαίσιο μιας κοινωνίας που δεν είναι πάντα ούτε δίκαιη ούτε τέλεια;”.

“Σήμερα ο κ. Σημίτης διαπραγματεύεται στο Βερολίνο 21 δισεκατομμύρια ΕΥΡΩ… Αν το καταφέρει, ο κ. Σημίτης θα έχει πραγματοποιήσει την πιο πατριωτική πράξη Ελληνα πολιτικού, αφότου ο Κ. Καραμανλής μάς έβαλε στην ΕΟΚ και προτού ο κ. Σημίτης μάς βάλει στην ΟΝΕ”. Ακόμα και ο Πρετεντέρης βέβαια, δεν μπορούσε να μη χαρακτηρίσει “άδικο” τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία, πρόσθετε όμως πως “οι ΗΠΑ έχουν το καρπούζι, αυτοί έχουν και το μαχαίρι”, υπονοοώντας εμμέσως πλην σαφώς ότι η πατριωτικότερη κυβέρνηση όλων των εποχών δεν είχε άλλα περιθώρια παρά να ταχθεί στο πλευρό του καρπουζοκράτορα.

Στην πρώτη γραμμή της εναντίωσης στο ιμπεριαλιστικό έγκλημα βρέθηκε από την πρώτη στιγμή το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, πρωτοστατώντας στην οργάνωση της αντίστασης του ελληνικού λαού σε όλη τη χώρα. Ο Ριζοσπάστης ανήμερα της επίθεσης κυκλοφόρησε με το εύγλωττο πρωτοσέλιδο “Έλληνες γρηγορείτε – ΚΑΙΝΕ ΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ οι ΝΑΤΟ – μακελάρηδες” και καλώντας σε αντιπολεμική συγκέντρωση στην πλατεία Κάνιγγος το ίδιο απόγευμα. Ο τίτλος ενόχλησε την μετέπειτα εκπρόσωπο τάφου Αμφίπολης, Άννα Παναγιωταρέα, η οποία μέσα από την κρατική συχνότητα της ΝΕΤ, όπως λεγόταν τότε, διερωτήθηκε ειρωνικά αν ο “Ριζοσπάστης” με την έκφραση “Ελληνες γρηγορείτε” τους προέτρεπε να “πλέξουν τη φανέλα του στρατιώτη”. Τότε έλαβε άμεση απάντηση από τον παρόντα δημοσιογράφο Βασίλη Σκουρή, που της υπενθύμισε την πάγια ανησυχία της εφημερίδας για το ενδεχόμενο επέμβασης, ενώ σκωπτικό ήταν και το σχόλιο του Ριζοσπάστη, που βέβαια με τα σημερινά δεδομένα θα καταδικαζόταν ως σεξιστικό: “‘Οσο για μας, μπορούμε να της προμηθεύσουμε της γυναίκας, το απαραίτητο μαλλί για το πλέξιμο, μην πάρει σβάρνα τα μαγαζιά και χάνει χρόνο…”

Με ανακοίνωσή του Γραφείου τύπου της ΚΕ την ίδια μέρα, το ΚΚΕ καλούσε τον ελληνικό λαό να ξεσηκωθεί, στηλιτεύοντας μεταξύ άλλων και την υποκρισία της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ: Αν η κυβέρνηση ήθελε να εμποδίσει την επίθεση του ΝΑΤΟ, δεν είχε παρά να εμποδίσει τη διέλευση των στρατευμάτων του από την Ελλάδα και να μην παραχωρήσει εγκαταστάσεις εξυπηρέτησης της δολοφονικής επίθεσης του ΝΑΤΟ. Σε δηλώσεις στους δημοσιογράφους προχώρησε αμέσως και η τότε γγ Αλέκα Παπαρήγα, ενώ μέσα από τις απαντήσεις της, διαφαίνονται και οι διαφορετικές τότε επεξεργασίες του κόμματος σε διεθνή ζητήματα, που οφείλονταν βέβαια και στις πολύ διαφορετικές συνθήκες, κρίνοντας ως θετικές τις αντιδράσεις Κίνας – Ρωσίας, διευκρινίζοντας πάντως πως: “Τώρα, αν η Ρωσία έχει αυτή τη στιγμή τη δύναμη, την οικονομική, την πολιτική ή και την πλήρη θέληση, να συνεχίσει αυτή τη θετική προσπάθεια, είναι κάτι που εγώ δεν μπορώ να πω, δε μιλάω σαν εκπρόσωπος της Ρωσίας.”

Βεβαίως, αν στη θέση της Ρωσίας, υπήρχε η Σοβιετική Ενωση, θα μπορούσα να σας πω ότι, ίσως, η επίθεση δε θα είχε εκδηλωθεί, κι αν είχε εκδηλωθεί δε θα ήταν εύκολο να συνεχιστεί.

Την επομένη, σε άρθρο του Χρήστου Κόφφα με τίτλο “Τώρα είναι η ώρα”, η εφημερίδα έδινε τον τόνο της αντίστασης:  “Να ξεσηκωθούμε! Δεν είναι ανάγκη να πάθουμε αυτά που έπαθαν οι Αμερικανίδες μητέρες με τον πόλεμο του Βιετνάμ. Ξεσηκώθηκαν όταν τα φέρετρα έμπαιναν στα σπίτια τους. Τα καράβια στο Θερμαϊκό δεν είναι της γραμμής Λευκός Πύργος – Πειραιάς. Είναι σύνεργα θανάτου. Καμία εμπλοκή, καμιά συμμετοχή της χώρας μας. Το “όχι” ενάντια στον πόλεμο να γίνει συγκεκριμένο και αποφασιστικό. Ο λαός μπορεί.”

Η αρθρογραφία του Ρίζου όπως και τα ρεπορτάζ για τις εξελίξεις στο μέτωπο συνεχίστηκαν με αμείωτη ένταση καθ’ όλη τη διάρκεια των βομβαρδισμών, ενώ μεταξύ των κειμένων συναντάμε τα ονόματα του Νίκανδρου Κέπεση και του Κώστα Κάππου. Εξίσου αμείωτες ήταν οι πορείες και οι κάθε είδους εκδηλώσεις καταδίκης του ελληνικού λαού κατά της επέμβασης.

Οι συνειρμοί με το σήμερα είναι αναπόφευκτη και προκαλούν μάλλον μελαγχολία. Μπορεί στην Ελλάδα, η διεθνής ύφεση του αντιϊμπεριαλιστικού κινήματος, ειδικά μετά το τελευταίο του ξέσπασμα στη διάρκεια του πολέμου στο Ιράκ (2003) να μην είναι τόσο σφοδρή όσε σε άλλες, δυτικές χώρες, σίγουρα όμως παραμένει πολύ κάτω των απαιτήσεων. Αυτό όμως δε σημαίνει φυσικά πως η υποχώρηση θα είναι αιώνια. Σήμερα ειδικά, που ο ιμπεριαλισμός είναι πιο επικίνδυνος από ποτέ για τους λαούς, θα έρθει ώρα να λάμψει και πάλι η σπίθα της αντίστασης στα θανάσιμα για τους λαούς κελεύσματά του. Μια σπίθα που αυτή τη φορά θα γίνει πυρκαγιά, μια πυρκαγιά που θα παλέψει τη φωτιά των δολοφόνων με τη φωτιά του ξεσηκωμού, για μια κοινωνία που δε θα γεννά πολέμους και επεμβάσεις. Αρκεί να φροντίσουμε εμείς γι’ αυτό.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: