Η σφαγή του Διστόμου και η αντικομμουνιστική προπαγάνδα

Οι φασίστες λένε εκ του πονηρού πως αν δεν επιτίθονταν οι αντάρτες, οι Ναζί κατακτητές δε θα χτυπούσαν τον άμαχο πληθυσμό. Τα γεγονότα όμως τους διαψεύδουν

Σαν σήμερα, πριν 76 χρόνια, έλαβε χώρα ένα από τα πιο ειδεχθή εγκλήματα των Ναζί στην Ελλάδα, η σφαγή του Διστόμου. 218 κάτοικοι, νέοι, γέροι, γυναίκες, παιδιά σφαγιάστηκαν χωρίς καμιά διάκριση από τις δυνάμεις των SS. Είχε προηγηθεί μάχη με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ στο δρόμο Διστόμου – Στειρίου, όπου οι αντάρτες προξένησαν βαριές απώλειες στον εχθρό και συμπτύχθηκαν με το πέρας της μάχης. Γυρίζοντας οι Ναζί στο χωριό, ξεκινούν τη σφαγή, αφού πρώτα εκτελούν 12 ομήρους στον τοίχο του σχολείου. Φεύγουν όταν ξεκινάει να δύει ο ήλιος, φοβούμενοι ότι οι αντάρτες θα εκμεταλλευτούν το σκοτάδι και θα τους επιτεθούν ξανά. Οι μαρτυρίες των επιζώντων μαρτυρούν το μέγεθος της φρίκης.

Με αφορμή τη σφαγή, αλλά και γενικότερα τα όσα έκαναν οι Ναζί στον άμαχο πληθυσμό στην Ελλάδα, διάφοροι φασίστες, ντόπιοι και μη, ρίχνουν το φταίξιμο τους αντάρτες. Δήθεν αν δεν χτυπούσαν τον κατακτητή, δε θα υπήρχαν και τα αντίποινα. Δε θα σκότωναν οι Γερμανοί, δε θα βίαζαν, δε θα έκαιγαν χωριά. Μα τι κουτοπόνηρη λογική, πόσο δειλοί πια για να κρύψουν ότι οι ιδεολογικοί (και πολλές φορές φυσικοί τους πρόγονοι) ήταν αυτοί που συνέδραμαν τους Γερμανούς, που αιματοκύλησαν τους συμπατριώτες τους, όπως στο Χορτιάτη. Αλλά για να δούμε, ήταν όντως έτσι; Έφταιγαν οι άντρες του ΕΛΑΣ και οι απώλειες που προκάλεσαν στους Ναζί για τη σφαγή που ακολούθησε; Είχαν άλλες προθέσεις οι Γερμανοί αρχικά; Το παρακάτω απόσπασμα βρίσκεται στο βιβλίο του Τάκη Λάππα, Η σφαγή του Διστόμου, Χρονικό [1], το οποίο έγραψε λίγες ημέρες μετά της σφαγή της 10ης Ιουνίου και αποτελεί μια εξαιρετικά διαφωτιστική  μαρτυρία:

«Τη μέρα τούτη το Δίστομο δεν παρουσίαζε τη συνηθισμένη του κίνηση μα κάπως διαφορετικιά. Την άλλη μέρα, θα γινόταν στην εκκλησιά του Αη – Νικόλα, μνημόσυνο για τα τέσσερα αδικοσκοτωμένα Διστομιτόπουλα: Του Όθωνα Π. Καραγιάννη, του Στάθη Δ. Σιδέρη, του Γιάννη ν. Γαμβρίλη και του Δημήτρη Ι. Σφοντούρη. Και οι τέσσερες, λεβεντονιοί 20 με 25 χρονώ. Πριν από σαράντα μέρες – στις 25 του Απρίλη καθώς ξέγνοιαστα βοσκούσανε τα κοπάδια τους στην τοποθεσία Τσέρες, τα τέσσερα αυτά τσοπανόπουλα, δέχτηκαν κατάστηθα τα βόλια του καταχτητή που σώριασαν νεκρά. Τον άδικο χαμό τους θρηνολόγησαν όλ’οι χωριανοί τους κι ήταν το πρώτο χτύπημα που ύστερα από τρία χρόνια σκλαβιάς, δεχότανε το φιλήσυχο αυτό χωριό.

Και μ’ όλο που είχαν αρχίσει κείνο τον καιρό το θέρισμα, αρκετά παλληκάρια, φίλοι και συγγενείς, και πολλές γυναίκες, προτιμήσανε να μην πάνε στα χωράφια τους για το θέρο, μα μείνανε στο χωριό να στολίσουν την εκκλησιά και να φτιάξουν τα κόλλυβα, για τ’ αυριανό συλλείτουργο. Θέλανε να τιμήσουν κατά πως έπρεπε κι άξιζε τη μνήμη των αδικοχαμένων παλληκαριών τους. Κι ενώ απ’ την αυγή, που μαύρα βαριά σύγνεφα σκέπαζαν τον ουρανό, είχαν καταπιαστεί μ’ αυτό, κατά τις 10 η ώρα το πρωί είδανε αναπάντεχα να μπαίνει στο χωριό τους μια φάλαγγα από εξηνταπέντε γερμανικά αυτοκίνητα γιομάτα στρατιώτες, κοντά χίλιους.

Ας αφήσουμε τους Διστομίτες με την πρώτη εντύπωση της φάλαγγας κι ας δούμε από πού ξεκίνησε αυτή για να φτάσει κείνη την ώρα στο Δίστομο.

Τις πρωινές ώρες του Σαββάτου οι Γερμανοί στη Λειβαδιά επιτάξανε δύο λειβαδίτικα ιδιωτικά αυτοκίνητα φορτηγά, το με αριθμό 24321 και μ’ οδηγό το Σπύρο Πελεκάνο ή Κουρκουτά, και το 33257 με το Λουκά Ζάχο. Στα δυο αυτά αυτοκίνητα, μπήκανε δεκαοχτώ Γερμανοί στρατιώτες, των ταγμάτων εφόδου – Ες – Ες – μ’ επικεφαλής το βαθμοφόρο Τέο. Δεν φορούσανε τη στολή τους, μα ήταν ντυμένοι πολιτικά, που είχαν φροντίσει απ’την προηγούμενη να τ’ αρπάξουν απ’ τους φυλακισμένους Έλληνες. Μέσα στα ίδια αυτοκίνητα κρύψανε σε μέρος πρόχειρο κι όλο τον οπλισμό τους, όχι απλό αλλά οπλισμό πολεμικό.

Στις 7 ½ η ώρα, πριν απ’ το μεσημέρι, ξεκίνησαν απ’τη Λειβαδιά τα δυο αυτά αυτοκίνητα με τους Έλληνες οδηγούς, παίρνοντας το δρόμο Διστόμου – Αράχωβας. Δεν πέρασε μισή ώρα που φύγανε τα πιο πάνω αυτοκίνητα, κι άλλα πέντε γερμανικά με στρατό, με στολή τούτοι και μ’ οπλισμό μάχης, ακολούθησαν το δρόμο που είχαν πάρει τα δυο προηγούμενα.

Οι Λειβαδίτες ανήσυχοι παρακολουθούσανε το πρωινό αυτό ξεκίνημα, γιατί μαντεύανε πως κάποιο χωριό «θα είχε την τύχη», χωρίς όμως να μπορούνε να προβλέψουν και ποιο θα ήταν!

Το να μασκαρευτούν με πολιτικά ρούχα οι «διαλεχτοί» της Γερμανίας     στρατιώτες, ήταν ένα δολερό τέχνασμα. Είχαν πληροφορίες πως στα μέρη κείνα, βρίσκονταν αντάρτικα σώματα. Θέλανε λοιπόν με το τέχνασμα αυτό να τα κάνουν να ξεθαρρέψουν και να τους ζυγώσουν, θαρρώντας τα για συνηθισμένα επιβατικά αυτοκίνητα με μαυραγορίτες. Σε περίπτωση κινδύνου, ήταν σιγουρεμένοι γιατί δε θ’ αργούσε να καταφτάσει σε βοήθειά τους κι η άλλη δύναμη. Έτσι ελπίζανε να δώσουν μια αποτελεσματική μάχη με τις γύρα κει αντάρτικες δυνάμεις.

Στο σταυροδρόμι που χωρίζει για το Δίστομο – Αράχωβα, τα δυο πρώτα αυτοκίνητα αφήσανε αριστερά το δρόμο του Διστόμου και πήρανε της Αράχωβας. Δεν προχώρησαν όμως δυο χιλιόμετρα και συναντάνε στο δρόμο τους να κατεβαίνει απ’την Αράχωβα μια φάλαγγα γερμανική από εξήντα αυτοκίνητα, γιομάτα στρατό, με οπλισμό μάχης, πολυβόλα, όλμους κτλ. Η δύναμη αυτή ήταν ο 2 λόχος του 2 τάγματος του 7 (regimente) θωρακισμένων γρεναδιέρων (panzer – grenadiere) 1 μεραρχίας των Ες – Ες (Stab. 1]SS) κι είχαν βάση τη Λειβαδιά. Επικεφαλής ήταν ο λοχαγός Kopfner. Η συνάντηση με τα δυο αυτοκίνητα δεν ήταν τυχαία, μα από πριν είχαν συνεννοηθεί να σμίξουν. Προχωρήσανε τα τριάντα αυτοκίνητα κι ακριβώς στη μέση της φάλαγγας  προσκολληθήκανε και τα ελληνικά αυτοκίνητα – κατά τη μαρτυρία του οδηγού Ζάχου – ενώ από πίσω ακολουθήσανε τα υπόλοιπα τριάντα. Όλη η φάλαγγα συνέχισε το ταξίδι της, κι όταν έφτασε στο σταυροδρόμι, έστριψε δεξιά και πήρε το δρόμο για το Δίστομο.

Απ’ τη στιγμή όμως που μπήκανε στο δρόμο του Διστόμου, η κατάσταση απροσδόκητα άλλαξε. Χωρίς τίποτα να μεσολαβήσει, χωρίς καμιά αφορμή, η φάλαγγα άρχισε γύρα της να σκορπάει το θάνατο. Ενώ τ’ αυτοκίνητα ξακολουθούσανε τη διαδρομή τους, οι στρατιώτες μέσ’ απ’ αυτά, είτε για να μην μένουν άπραγοι είτε για τρομοκρατία, αρχίσανε να ντουφεκάνε ότι ζωντανό συντύχαινε στο δρόμο τους ή όποιο «κινούμενο στόχο» μπορούσε να ξεκαθαρίσει το μάτι τους στα μακριά, εξόν απ’ ανθρώπους. Το βόλια τους γκρεμίζανε κάτω αλογομούλαρα, γιδοπρόβατα κι ότι ζω βόσκαγε κοντά στη δημοσιά ή στις γύρα πλαγιές. Μήτε και σ’ αυτά τα τσομπανόσκυλα δεν χαρίζονταν…

Σαν συναντήσανε στη Στενή και στα Διστομίτικα Αμπέλια τους πρώτους διαβάτες, είτε ξωμάχους που θερίζανε στα χωράφια τους κοντά στη δημοσιά, σταματούσανε και τους πιάνανε για ομήρους. Δώδεκα συλλάβανε όλους – όλους. Το Νίκο και Γιάννη Λάμπρου ή Κουτσουβέλη αδέρφια, το Θεμιστοκλή Σφοντούρη, το Γιώργη Παπαϊωάννου ή Σόρες, τ’ αδέρφια Γιάννη και Θανάση Κοκκίνη, τον Τάσο Τζάθα, το Γιώργη Σφοντούρη ή Πασκούλη με τα δυο του παιδιά, το Γιάννη και το Δημήτρη, τον Ηλία Πελέκη και το Μήτσο Τσόκο. Αφού τους συγκεντρώσανε στο δρόμο, τους δέσανε πρώτα σφιχτά τα χέρια πισώπλατα κι ύστερα τον έναν με τον άλλο. Τους ανεβάσανε όλους σ’ ένα απ’τα στρατιωτικά αυτοκίνητα προς τη μέση της φάλαγγας γι’ ασφάλεια και τραβήξανε το δρόμο για το Δίστομο.

Στο μεταξύ ζυγώνανε απ’τη Λιβαδειά και τ’άλλα πέντε γερμανικά αυτοκίνητα που είχαν ακολουθήσει τα δυο επιταγμένα ελληνικά. Όμως και τούτα δε μείνανε πίσω σε δράση απ΄τα προηγούμενα. Κάνανε αρχή μάλιστα πολύ πριν απ’τα άλλα. Καθώς έρχονταν απ’τη Λιβαδειά, μόλις περάσανε το χάνι του Καρακόλιθου, μεσοστρατίς, αρχίσανε κι αυτοί να ντουφεκάνε προς όλες τις μεριές. Κι ενώ οι άλλοι είχαν περιοριστεί στα ζωντανά τούτοι δεν κάνανε καμιά εξαίρεση. Ρίχνανε και καταπάνω στους ανθρώπους. Τίποτα δεν γλύτωνε απ’τα βόλια τους. Στην τοποθεσία Μεσοβούνια, απαντήσανε τον Παναγιώτη Καραγιάννη ή Τσεκούρα με το γαμπρό του Γιάννη Λεμονή, που πηγαίνανε με το κάρρο τους στο χωράφι. Όπως τους συναντήσανε  πάνω στο Κάρρο ρίξανε και σκοτώσανε και τους δυο, και πλήγωσανε τ’ άλογο. Ξαφνιασμένο απ’ τον πόνο της λαβωματιάς το ζωντανό, γι’ αρκετές ώρες πλανιώταν δω και κει σέρνοντας το κάρρο με το μακάβριο φορτίο. Πιο πέρα συναντήσανε το Νίκο Τζάθα και το Γιάννη Οικονόμου ή Ζούπα που είχαν καταπιαστεί με το χωράφι τους. Ρίξανε και τους σώριασαν στον τόπο. Τη μικρή τσοπανοπούλα Παναγιωτίτσα Λ. Σφοντούρη που φύλαγε τα πρόβατα στη στρούγγα της στο Βρυόρεμα, το αυτόματο της ξάπλωσε κι αυτή νεκρή, ανάμεσα στο κοπάδι της, καθώς και το γιδοβοσκό Γιώργη Λαγό ή Κούνη. Το όλον έξη ανθρώπους σκότωσαν στη διαδρομή τους, χωριστά τα ζωντανά.

Και πριν μπει η γερμανική φάλαγγα μέσα στο Δίστομο είχε γράψει μ’ αίμα τον πρόλογο της τραγωδίας που θα ξετυλιγότανε σε λίγο…»

Όπως διαφαίνεται από το παραπάνω απόσπασμα, λοιπόν, οι Γερμανοί όχι μόνο επεδίωκαν την σύγκρουση, αλλά είχαν ήδη αρχίσει να σκορπούν τον θάνατο πριν καν φτάσουν στο χωριό. Επρόκειτο για σχέδιο προμελετημένο. Το μόνο που έλειπε ήταν η αφορμή. Άλλωστε, για ποιον άλλο λόγο να μπουν στη διαδικασία να κινητοποιήσουν σχεδόν χίλιους άνδρες σε δεκάδες καμιόνια και να ντύσουν με πολιτικά ρούχα σαν μαυραγορίτες δικούς τους άντρες και να στήσουν παγίδα;

Πριν ακόμα βγουν από το Δίστομο και ξεκινήσει η σφαγή περικύκλωσαν το χωριό και άρχισαν την τρομοκρατία: «Άρχισαν να δέρνουν μερικούς Διστομίτες με τη δικαιολογία πως ήταν τάχα κομμουνιστές, και το Μιλτιάδη Νικολάου, τον χτυπήσανε τόσο που οι χωριανοί του τον μεταφέρανε στο σπίτι του καταματωμένο και σχεδόν αναίσθητο.

Σύγχρονα στείλανε αρκετή δύναμη και τοποθέτησε φυλάκια στους γύρα λόφους του Διστόμου. Στην Κούλια, στον Άη – Λιά, στο Κάστρο και στο καταρράχι του Κούκου. Κι έτσι σχεδόν περιτριγύρισαν το χωριό και για προειδοποίηση και φόβο ακούστηκαν απ’τα φυλάκια και μερικές «ριπές» πολυβόλου».

Επίσης, ο κύκλος του θανάτου για τον άμαχο πληθυσμό είχε ξεκινήσει πιο νωρίς για ολόκληρη την περιοχή της Βοιωτίας, αλλά και όχι μόνο: Στις 27/2/44 οι Ναζί εκτελούν 29 ομήρους στη Στενή Λιβαδειάς, στις 2/4/44 εκτελούν 138 ομήρους στον Καρακόλιθο. Άλλοι εκτελούνται στο Κυριάκι και στη Λιβαδειά. Αλλά και στη γύρω περιοχή: Τον Μάιο του 1944 έχουμε εκτελέσεις στις Λίμνες Αργολίδας, στο Αγγελόκαστρο Κορινθίας, στους Αγίους Θεοδώρους, στο Αγιονόρι, στον Άγιο Ιωάννη Κορινθίας, στο Κακολύρι Ευβοίας, στη Χαλκίδα και τη Ριτσώνα. Τα συνολικότερα αίτια της στρατηγικής των αντιποίνων των Ναζί είναι βαθύτερα [2].

Τα παραπάνω μαρτυρούν ότι οι άνδρες των SS σχεδιασμένα προέβησαν σε αυτό το ανοσιούργημα και όσο και αν προσπαθούν μερικοί να ρίξουν την ευθύνη στους αντάρτες, απλά φανερώνουν ότι ο αντικομμουνισμός που τους διακατέχει τους κάνει να ταυτίζονται με τους συνεργάτες των Γερμανών κατακτητών που χρησιμοποιούσαν το ίδιο ακριβώς επιχείρημα για να δικαιολογήσουν την προδοσία τους.

Αλλά η ιστορία είναι αμείλικτη. Οι αντάρτες του ΕΛΑΣ, με πρώτα τα μέλη του ΚΚΕ, όχι μόνο δεν έφεραν καμία ευθύνη, αλλά είναι αυτοί που σήκωσαν το βάρος της αντίστασης στον κατακτητή, έδωσαν θάρρος και ελπίδα στο λαό όταν η αστική τάξη της χώρας είτε το έβαλε στα πόδια είτε συνεργάστηκε ανοιχτά με το Γ’ Ράιχ και έσπειρε τον τρόμο με τα Τάγματα Ασφαλείας. Δεν ήταν αποκομμένοι από το λαό, αλλά βγήκαν μέσα από τα σπλάχνα του. Και μετά την απελευθέρωση τι περίμενε τους κομμουνιστές και τους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης; Το μετάλλιο τους ήταν η φυλακή και το στεφάνι τους η εξορία. Όσοι γλύτωσαν από τη Λευκή τρομοκρατία μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας…

Αυτή η μοίρα περίμενε και τους αγωνιστές από το Δίστομο. Κλείστηκαν στις φυλακές και δεν μπορούσαν να δουν ούτε τους τάφων των συγγενών τους που σφαγιάστηκαν από τους Γερμανούς. Το παρακάτω απόσπασμα έχει παρθεί από το πρωτοσέλιδο του Ριζοσπάστη [3], δυο μέρες μετά την πρώτη επέτειο της σφαγής στο Δίστομο:

«BEΒΗΛΩΣΑΝ το μνημόσυνο του Διστόμου

Το μνημόσυνο που έγινε προχθές στο Δίστομο για τα 225 θύματα της χιτλερικής θηριωδίας βεβηλώθηκε με κάθε είδους προκλήσεις και ασχήμιες των μοναρχικών μπράβων, που οι περισσότεροι είναι δοσίλογοι και συνεργάτες των Γερμανών. Ούτε τη μνήμη των νεκρών σεβάσθηκαν ούτε το ότι ταυτόχρονα έγινε επιμνημόσυνη δέηση για το μεγάλο δημοκράτη Φραγκλίνο Ρούζβελτ, ούτε τέλος την παρουσία του Αμερικανού πρεσβευτή κ. Μακ Βη και άλλων Αμερικανών επισήμων.

Με τη σκιά του κ. Τσάτσου οργίασαν οι μοναρχικοί δοσίλογοι και οι εθνοφύλακες. Ασεβώντας προς τον πόνο των συγγενών των θυμάτων παίζανε μουσική και προβαίνανε σε θορυβώδεις εκδηλώσεις στις πιο συγκινητικές στιγμές του μνημοσύνου. Αποκορύφωση των μοναρχικών προκλήσεων ήταν ότι το φοβερό έγκλημα των χιτλερικών το αποδώσανε στους αντάρτες ελευθερωτές!

Οι μοναρχόδουλοι αξιωματικοί βρήκανε την ευκαιρία να κάνουνε την ανίερη προπαγάνδα τους. Λέγοντας στους χαροκαμένους Διστομίτες πως δεν φταίνε οι Γερμανοί για τη μεγάλη συμφορά που πάθανε, αλλά οι αντάρτες! Αυτοί καταστρέψανε και το Δίστομο. Πρέπει νάρθει Βασιληάς να μας σώσει…

Οι κρατούμενοι στις φυλακές της Λειβαδιάς, 30 κάτοικοι του τραγικού Διστόμου, οι οποίοι διέφυγαν τη σφαγή από τους Γερμανούς δεν διέφυγαν όμως το διωγμό του Ελληνικού Κράτους, απηύθυναν προς τον υπουργό των Εσωτερικών κ. Τσάτσο, με την ευκαιρία της επετείου το ακόλουθο υπόμνημα:

Λειβαδιά 9 Ιουνίου 1945

Κύριε υπουργέ,

Μάθαμε ότι αύριο θα παραστείτε στο μνημόσυνο των σφαγιασθέντων αδελφών μας υπό των Γερμανών. Δυστυχώς εμείς, περί τους 30 Διστομίτες είμαστε κλεισμένοι στις φυλακές Λιβαδειάς, γιατί είχαμε την τιμή ν’ αγωνισθούμε για τη λευτεριά της αγαπημένης μας πατρίδας και γι’ αυτό λυπούμαστε που δε θα μπορέσουμε να παρευρεθούμε κοντά στους τάφους των νεκρών μας. Γιατί εμείς εδώ οι φυλακισμένοι έχουμε 35 θύματα συγγενείς μας από τη φοβερή εκείνη σφαγή. Έτσι δε θα μπορέσουμε να διαμαρτυρηθούμε και να φωνάξουμε σ’ όλο τον κόσμο, ότι το μνημόσυνο αυτό το οργάνωσαν άνθρωποι που ήσαν μέλη της απαίσιας γερμανικής οργάνωσης ΕΣΠΟ. Και όχι μόνο αυτό: Έχουν βάψει τα χέρια τους στο αίμα των αδελφών μας.

Σήμερα οι άνθρωποι αυτοί με επί κεφαλής τον πολιτευτή Ι. Κ. – γνωστό μυστικοσύμβουλο του Κοτζαμάνη και ηγέτη της ΕΣΠΟ με συνεργάτες τους πράκτορες των Ες Ες Α. Κ. και Κ. Κ., συνεχίζουν πιστά το έργο των Ούννων και με όπλα που τους έδωσε η Εθνοφυλακή σκορπούν στο μαρτυρικό Δίστομο την τρομοκρατία και το θάνατο.  Μανάδες αγωνιστών όπως η Μ. Η. Κ. πετάγονται από τα μπαλκόνια και κοπέλες φυματικές όπως η Μ. Η. Κ. χτυπιούνται με τα περίστροφα στο στήθος για να φτύσουν και άλλο αίμα. Οι συμπατριώτες αυτοί κ. υπουργέ άρπαξαν μέσα στη νύχτα την Α. Λ. Μ. και επιχείρησαν να την βιάσουν και την κουρέψουν.

Οι ανίεροι αυτοί κάπηλοι του μνημοσύνου αποτελειώνουν το έργο των Γερμανών, σπάζουν βαρέλια και χύνουν τα κρασιά και το λάδι, ληστεύουν τα σπίτια των πατριωτών, αρπάζουν τις προίκες των κοριτσιών μας.

Περήφανοι και κυνικοί οι δολοφόνοι θα σας υποδεχθούν. Μα σεις διώχτε τους από κοντά σας και ζητήστε να σας οδηγήσουν στα τωρινά θύματά τους, εκεί που νοσηλεύονται οι βασανισμένες κοπέλλες και στους φυλακισμένους Διστομίτες. Κάθε αντίθετη πράξη θα αποτελέσει βεβήλωση της μνήμης των τίμιων νεκρών μας.

Ευπειθέστατοι οι κρατούμενοι Διστομίτες:

Συνέσιος Αναστασίου, Ιωάν. Παπαθανασίου, Αριστείδης Σκούτας, Άθ. Νικολάου, Ας. Νικολάου, Λουκάς Κελέρμενος, Γ. Νικολάου, Παν. Χαραλάμπους, Ε. Μπασδέκης, Πελέκης, Ν. Καΐλης, Γαβρίλης, Ν. Νικολάου (Ακουλουθούν οι άλλες υπογραφές που είναι δυσανάγνωστες)».

Έτσι συμπεριφέρθηκε λοιπόν το αστικό κράτους στους Διστομίτες που συντάχθηκαν με το ΚΚΕ και το ΕΑΜ. Το ίδιο αστικό κράτος που άφηνε τους παρακρατικούς να αλωνίζουν. Το ίδιο αστικό κράτος που εξέδωσε τον υπεύθυνο της σφαγής Χανς Ζάμπελ στη Δυτική Γερμανία μόνο και μονό για να κυκλοφορεί μετά ελεύθερος. Το ίδιο αστικό κράτος που γέννησε και ανέθρεψε την «σπορά των ηττημένων» και τους έδωσε βήμα και λόγο.

Αλλά οι λαοί έχουν μνήμη άσβεστη. Οι απόγονοι των σφαγιασθέντων, αλλά και κάθε άνθρωπος που νιώθει αντιφασίστας, που δε θέλει να γνωρίσει πάλι η ανθρωπότητα τέτοιες φρικαλεότητες, έχει χρέος απέναντι στους νεκρούς, αλλά και στις γενιές που θα έρθουν να μην δώσει περιθώριο στο φίδι να σηκώσει πάλι κεφάλι. Αλλά δεν αρκεί μόνο αυτό. Τον φασισμό τον τσάκισε ο Κόκκινος Στρατός αλλά το σύστημα που τον γέννησε είναι ακόμα εδώ. Και όσο περισσότερο σαπίζει τόσο πιο αντιδραστικό γίνεται. Για αυτό και πέφτει τόση λάσπη για την παραχάραξη της ιστορίας. Χτυπούν το παρελθόν γιατί στοχεύουν το μέλλον. Αλλά η προσπάθεια θα πέφτει στο κενό όσο υπάρχουν άνθρωποι να παλεύουν για να φέρουν ένα καλύτερο αύριο, χωρίς την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Ακολουθεί το επίγραμμα που έγραψε ο Γιάννης Ρίτσος για τους νεκρούς του Διστόμου:

Εδώ ’ναι το πικρό το χώμα του Διστόμου.
Ω, εσύ διαβάτη, όπου πατήσεις, να προσέχεις —
εδώ πονά η σιωπή, πονάει κι η πέτρα κάθε δρόμου
κι απ’ τη θυσία κι απ’ τη σκληρότητα του ανθρώπου.
Εδώ μια στήλη απλή, μαρμάρινη, όλη κι όλη
με ονόματα σεμνά, κι η Δόξα τα ανεβαίνει
λυγμό-λυγμό, σκαλί-σκαλί, μεγίστη σκάλα.

Θοδωρής Παντίσκας, κάτοικος Διστόμου

Σημειώσεις – Παραπομπές

[1] Τάκης Λάππας, Η σφαγή του Διστόμου, Χρονικό, ΄Γ Έκδοση από το Δήμο Διστόμου, Αθήνα 2001, σ. 13- 17

[2] https://sigxroniekfrasi.blogspot.com/2010/07/10-1944.html

[3] Ριζοσπάστης, Αριθ. Φύλλου 9481, Τρίτη, 12/6/45

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: