Χριστούγεννα στη φυλακή (1935)

Μια διαφορετική «χριστουγεννιάτικη» ιστορία. Δυο διαμετρικά αντίθετοι κόσμοι στα κελιά της ίδιας φυλακής. Από τη μια οι προς «σωφρονισμό» κομμουνιστές φαντάροι. Απέναντι οι ποινικοί…

Μια διαφορετική «χριστουγεννιάτικη» ιστορία. Δυο διαμετρικά αντίθετοι κόσμοι στα κελιά της ίδιας φυλακής. Από τη μια οι προς «σωφρονισμό» κομμουνιστές φαντάροι. Απέναντι οι ποινικοί…  Η ιστορία που παρουσιάζουμε δημοσιεύτηκε στο Ριζοσπάστη, τα Χριστούγεννα του 1935.

***

Κάποιος δαίμονας θες και γεννιόντανε το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων στις στρατιωτικές φυλακές.

Ουρλιαχτά, γκαρίσματα, βρισιές, ξεχύνονταν στ’ απάνου κελιά, στριγγές φωνές. Βραχνά μαγγίτικα τραγούδια ερχόντουσαν π’ τα κάτου. Κλεισμένοι στα κελλιά τους ξαγρυπνούσαν χαλώντας τον κόσμο οι κατάδικοι. Όχι πως ήτανε να πάνε στην εκκλησιά μήτε ν’ ακούσουνε καμμιάς καμπάνας τ’ αχολοητό να στέλνει με το γρήγορο «ντιγκ – νταγ» την είδηση της Γέννησης του Χριστού. Κι’ ωστόσο θες συνήθεια της λεύτερης ζωής θες πρόφαση για ξέσπασμα κάθε παλαβομάρας στη ζήση της φυλακής, καρτέραγαν, ξαγρυπνούσαν οι κατάδικοι.

Διαβολεμένο βουητό, κολασμένη φασαρία στο θάλαμο μέσα. Βρίζουνε, χτυπιένται, παλαίβουνε, παίζουν μπουνιές, έτσι για να περάσει η ώρα, έτσι για να κάνουν αστεία. Άλλοι περιπατάνε νεβρικά, κάνουν μικρές ίσαμε δυό μέτρα βόλτες. Καθώς περνάν κάτου π’ το λεχρτικό τα μούτρα τους παίρνουν μια σιχαμερή γυαλάδα, σα νάνε με βαζελίνα αλειμένα. Στα χέρια ολωνώνε στρυφογυρνάν, πότε νεβρικά και πότε βαρυεστημένα κομπολόγια με λειψές χάντρες και πλατειά φούντα, κολοβές αλυσίδες, λουριά, κανάπια, κι’ άλλα λογής – λογής μπεγλέρια. Στ’ ανοιχτά δασωμένα στήθεια και πάνω στα λερά μαβριδερά μπράτσα μοστράρουν σα χαλκομανίες πράσινα, κοκκινομαβιά τσιαμπουκαλίκια: σταβροί, γοργόνες, φείδια.

Στο τσιμέντο κάτου σκεπασμένο με μια στρατιωτικιά  κουβέρτα κυλάνε τα ζάρια μικρά – μικρά ίσαμε δυό ρεβύθια, σέρνοντας ξοπίσω τους, στην κάθε κατρακύλα, φουρτουνιασμένα μάτια, γιομάτα θυμό κι’ αγωνία. Πλάι στα φράγκα και τα πενηντάλεφτα – που θες π’ τη μεταχείρηση τη πολύ, θες ακόμα και γιατί είνε κάλπικα όλο και χάνουνε τη γυαλάδα – είνε απιθωμένα τα τσιγάρα, στιβαγμένα άταχτα, μαλαγμένα με λερό το τσιγαρόχαρτο και τον καπνό ξεχυμένο στις άκρηες. Αποχτημένα με λόρδες φριχτές – χάρη στη κουραμάνα έχουν κι’ αφτά την αξία: πενήντα λεφτά πάνε.

Φορές φορές το μπαρμπούτι γίνεται μπαρούτι. Ανάφτει φωτιές.

– Μη κόβεις το ζάρι ρε…

– Δε πάει σου λέω…

Ξερνιούνται βρισιές. Στρώματα, ανθρώποι γίνουνται ένα. Στράφτουν σουγιάδες. Ανοίγονται κοιλιές.

Όξου μάγειροι και σουπιές, σουρωμένοι από νωρίς ανεβοκατεβαίνουν τις σκάλες σέρνοντας τα κατσάρια τους και γκαρίζοντας ολοένα…Κάποιος π’ αφτούνους τραγουδά βραχνά, λέει κάτι σάμπως να ψέλνει.

Τραβάει στα κελλιά, περνά κολητά – κολητά π’ το καθένα χώνει τη μούρη του στα κάγκελα τα σιδερένια.

-Γκαπ!…Γκουπ!…

Τράνταξε τις πόρτες στις κλωτσές.

-Χριστούγεννα ρέεεε…

Ξεφωνίζει ύστερα νωθρά, βραχνιασμένα χωρίς ν’ ακούσει το βρισίδι που τούρχεται π’ τον καθένα.

Στο θάλαμο τρία έχει πιότερη ησυχία. Οχτώ φαντάροι κομμουνιστές. Ξαγρυπνισμένοι απόψε και τούτοι δεν είνε να κλείσουνε μάτι. Καθισμένοι διπλοπόδι πάνω στις αχύρινες στρωμνές τους ριγμένες στο τσιγάρο κολητά – κολητά, μιλάνε σιγά κι’ ήσυχα ένας – ένας. Πάνου στα κόκκινα και τα μάβρα ορθομένα γυαλοκοπάνε τα μικρά μετάλλινα νούμερα.

– «30», «13», «50», «19»…

Είνε τα συντάγματα πούνε ο καθένας.

– Σαλονίκη, Κιλκίς, Έδεσσα, Σέρρες.

Ούλοι τους είνε για ένα πράμα μέσα. Ούλοι τους φτιάξαν το ίδιο «κακό». Ολάκερη η φυλακή το ξέρει. Ακόμα κι’ οι νιόφερτοι στη φυλακή το νοιώθουν. Π’ το φέρσιμό τους το καλό, π’ τη στραφτερή τους τη παστράδα, την αγάπη τους τη θαυμαστή, πως δεν είνε για πράγματα συνηθισμένα. Όχι γιατί φύγανε χωρίς άδεια π’ το στρατό, μήτε πως κλέψανε ή πως βρέθηκε πάνου τους καμμιά τσίκα χασίς, καμμιάς δοντιάς «πράμα». Τίποτα’ πο δάφτα. Μόνα να. Η φυλακή ολάκερη το λέει: Μίλησαν στη στρατώνα θαρρετά. Ντρέτα.

– Μας πεδέβουνε σα τα γαϊδούρια, Να πάψ’ η τυράγνια. Να τρώμε καλά. Να μη μας χτυπάνε…

Έτσι μίλησαν στους φαντάρους τα συντρόφια. Τέτοια λέγανε ’πο καιρό ως που μια μέρα σάλεψε η γης κάτου π’ τα πόδια των αξιωματικών.

– Κάτου ο πόλεμος! Να πάψουν τα γυμνάσια!

Χούγιαξαν πολλοί φαντάροι μαζύ πάνου σε μια πορεία.

Σαν πάντα, μπροστά βρέθηκαν τα συντρόφια. Γι’ αφτόνε στη φυλακή τώρα. Γι’ αφτό! Όχι γιατί κλέψαν . Μήτε γιατί σκότωσαν.

Στον ίδιο θάλαμο, αντίκρυ π’ τα συντρόφια, έχουν ριχμένα τα τσιαρντιά τους, λερά κι’ ανάκατα, ένας κλεφτοκοτάς, δυό διαρήχτες και τρεις χασίκλες. Ο κλεφτοκοτάς έχει τώρα χωρατά μ’ ένανε διαρήχτη. Κι’ οι δυό τους είνε συνεπαρμένοι π’ τη χαρά για το γλέντι που θα κάνουνε σε λίγο.

– Δεν ακούς;…Κρασί, κρέας, γλυκά.

– Φίνα αδρεφέμ!…Δε βγαίνουμ΄όξου. Χρόνια στη μαρμίτα.

– Κορόιδο είσαι; Κρίση έχει όξου. Να…ρώτα και τα συντρόφια.

Το ρίχνουνε στη τρελή. Το λένε στ’ αστεία. Μα όταν βγούνε π’ τη φυλακή κι’ η «λεύτερή» τους ζωή τους κυνηγήσει πάλι καταποδιαστά και τους δαγκώσει σα σκύλα, όταν με το καιρό η φυλακή γίνει γι’ αφτούς της ζήσης τους συνήθεια, τέτοιες ιδέες θάχουν κλαρώσει στο κούτελό τους μέσα.

Στο βάθος του θάλαμου οι χασικλήδες αποτραβηγμένοι σε μια γωνιά, ζώντας στο θείο τους κόσμο ετούτοι, στρίβουν κανά τσιγαρλίκι, σιάζουνε με τέχνη το λουλά. Κι’ όσο πάτι μπρος η δουλειά, όσο το καλάμι κολά στο αλουμίνι του παγουριού και με το φυσητό δε φεύγει ο αγέρας π’ τα πλαγινά, ετούτοι μερακλωμένοι, σιγανοτραγουδούν με τη βραχνιά φωνή τους:

«Χαρμάνης εγεννήθηκα
μαστούρης θα πεθάνω…»

Απόψε Χριστούγεννα, θεού βραδυά θα περάσουν, μπουλούκηδες θα γίνουν. Θα κάψουν κοινωνίτικα τσιμπούκια. Θα γουργουρίσουν κοινωνίτικο απόψε το λουλά. Μια φορά η «εξήγηση» γίνηκε φίνα. Χλένες, αρβύλια, κάλτσες – ούλα καινούργια π’ την αποθήκη παρμένα – γίνανε φράγκα στο «ταβατζή». Έπειτα νάνε καλά ο σουβατζής, πούρτε κι’ ασβέστωσε τη φυλακή – για νάνε παστρικιά σαν έρτουνε οι τρανοί – η μαύρη σκόρπισε μπόλικια στη φυλακή. Τα μεσάνυχτα, την ώρα που τ’ αχολοητά της καμπάνας θα σχίζουνε τον αγέρα και θα πολεμάν να σφυρίξουνε στ’ αφτιά των φτωχώνε πως με τη γέννηση του Χριστούλη καινούργια μέρα ανέτειλε και γι’ αφτούς , στη φυλακή, στα κελλιά μέσα, πάνου στο λουλά θα λυώνει η μάβρη, σκορπώντας στα μεθυστικά της ντουμάνια, θολώνοντας τον αγέρα, ζαλίζοντας τα μυαλά, κάνοντάς τα ανήμπορα να σκεφτούνε. Το βούρκο πούχουν τριγύρω τους να δούνε…

Τα συντρόφια καθισμένα σταυροπόδι κοντά – κοντά – μάτσο από καμπούρες – φκιάχνουν οι ράχες τους οι σκυφτές – ακούνε τώρα με προσοχή ένα ξανθό φαντάρο, λιγνό μ’ ασπρουλιάρικα μάτια.

Μιλάει τώρα ώρα πολύ. Κάθε τόσο φέρνει το χέρι του στο κεφάλι και μ’ ένα μαντήλι χακί σκουπίζει π’ το μέτωπο τον ιδρώτα. Τα λόγια του τ’ αμολά ένα – ένα όξου π’ τα χείλια του, χωρίς βιασύνη, αργά, σα για να προλάβουνε οι άλλοι να τα πάρουν όλοι στ’ αφτιά τους.

– Οι πλούσιοι κ’ οι γαλονάδες μας χώσανε δω στο κατακάθι της βρωμιάς, μάς πήρανε π’ τις στρατώνες για ν’ αφίσουνε τους φαντάρους χωρίς αρχηγούς, για να τους τυραγνάν. Όπως αφτοί θέλουν. Μας πέταξαν στο λάκκο αφτό πούχουνε πετάμενη την κοπριά τους, μερικά π’ τα φανερωμένα κομάτια της σαπισμένης κοινωνίας. Κι’ ωστόσο και μέσ’ από δω κάτι περιμένουν να βγάλουν απόψε. Έχουνε την ελπίδα «ν’ αναστηθούνε» οι ψυχές αφτονών π’ άναρχα, παλαβά, σηκώσαν τη σημαία της ανυπακοής στις προσταγές και τα θελήματά τους. Απόψε με την γέννηση του Χριστούλη τους καρτεράν να γίνει αφτό το θάμα. Τα παραστρατημένα παιδιά «τ’ απωλολότα πρόβατα» όπως τα λεν, θα ξανάρθουν στον ίσιο δρόμο, απόψε θα βάλουνε μυαλό.

Σταμάτησε λίγο δω πέρα, κατάπιε το σάλιο του κ’ ύστερα αφού σκούπισε τον ιδρώ με το μαντήλι του το χακί, συνέχισε πάλι:

– Δηλαδή ποιόνα δρόμο, πόσο μυαλό…Χμ! Όσο για να μην κλωτσάν σαν τους αρμέγει το αφεντικό. Όσο νάνε πειθαρχημένοι στη στρατώνα, όργανα τυφλά για να μη βλέπουν τις σφαίρες που θα τους φαν στο καινούργιο μακελειό.

… … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … …. … … … … … … …. …. … … … ….

Στο τρίτο θάλαμο άναψε το κακό. Οι διαρρήχτες με τον κλεφτοκοτά σουρωμένοι μ’ οινόπνευμα καθαρό, τόχουνε στήσει στο χορό…

Ένα μπαγλαμαδάκι που έπαιζε στο θάλαμο τον πλαϊνό τούς έδινε μέσα π’ τα σίδερα του παραθυριού τον ρυθμό.

– Χωπ! Χωπ! Να ζήσουν οι μάγκες!…

Οι χασίκλες καίνε συνέχεια το λουλά. Το χασίσι λυώνει σαν το λιβάνι, σηκώνει ντουμάνια, κάνει τον αγέρα θαμπό, πολύ πνιχτικό. Πού και πού ακούγεται το γουργουρητό του λουλά που λες και παφλάζει μέσα του μια λάβα ‘πο κατράμια φαρμακερά. Μαστουρωμένοι για καλά, παραλυμένοι π’ το πάθος τους οι χασισοπότες έχουν στριμώξει στη γωνιά. Το μούτρο τους αλλάζει κάθε τόσο και χρώμα. Κιτρινιασμένοι οι δυό, άσπρος ο άλλος σαν της πουκαμίσας του το πανί, φαίνουνται μέσ’ στα ντουμάνια σα σκιές δίχως ζωή.

Σ’ ούλη αφτή την κόλαση σ’ ούλο αφτό το κακό, μόνονε τα συντρόφια δίνουν τον τόνο τον ζωντανό. Ώρα τώρα ακούνε προσεχτικά τον σύντροφό τους, τον φαντάρο τον ξανθό. Ζαλισμένοι π’ τα ντουμάνια, φουσκωμένοι π’ τον αγέρα τον πνιχτικό, βήχουνε όλο βήχουνε…Τα μάτια τους κοκκινισμένα, σουβλίζουν με τις σπίθες τους τον αγέρα έτσι καθώς γυρνάνε δεξιά και ζερβά.

Ο ξανθός φαντάρος μιλά τώρα πιο δυνατά. Το λαρύγγι του ξερό, χωρίς σάλιο κι’ αφτό, πολεμά με τα φωναχτά, τα τραγούδια, τις κανονιές, μ’ ούλο το βουητό της μουρλαμένης φυλακής που λες και βάλθηκε να σκεπάσει, να πνίξει απόψε τη βαρειά φωνή του συντρόφου.

Μα τώρα τα συντρόφια προσέχουνε πιότερο στον ομιλητή. Και μέσ’ π’ τ’ αλαλαχτό τα λόγια του βαρειά – βαρειά χωρίζουνε ένα – ένα:

– Δεν έχουμ’ γιορτή μεις…Όταν τα ταξικά μας αδρέφια νικήσουνε τον οχτρό, όταν θάψουνε αφτουνούς που κοιμίζουνε το λαό με χασίσια και σπάσουν τα σίδερα που κλειούνε μάς στη φυλακή μέσα, τότες σύντροφοι…Θα γιορτάσουμε και μεις!…

Κείνη την ώρα ένα τραγούδι ξεχύθηκες στη φυλακή, τρύπωσε στους θαλάμους, τα κελιά και σκέπασε ούλο το βουητό της φυλακής.

«Θεοί, αρχόντοι, βασιληάδες με
πλάνα λόγια μάς γελούν,
της γης οι δούλοι κ’ οι ραγιάδες
μονάχοι τους θα σωθούν…»

Ήτανε η φωνή του καινούργιου Θεού που γεννιόταν.

  1. Σαλονίκη

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΟΡΑΣ

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: