Αντρέι Ταρκόφσκι-Αντικρίζοντας τον Άγγελο

Υμνήθηκε για τη δύναμη των κινηματογραφικών του εικόνων και για τους φιλοσοφικούς στοχασμούς που δραματοποιούσε στη μεγάλη οθόνη. Δηλώνοντας ως το τέλος “Σοβιετικός καλλιτέχνης”, οι σχέσεις του με τις αρχές της ΕΣΣΔ χαρακτηρίστηκαν από εναλλαγές “ειρηνικής συνύπαρξης” και “ψυχρού πολέμου”, συμβάλλοντας στην απόφασή του να ζήσει τα τελευταία του χρόνια αυτοεξόριστος στη Δυτική Ευρώπη.

O Αντρέι  Ταρκόφσκι υπήρξε χωρίς αμφιβολία μαζί με τον Σεργκέι Αϊζενστάιν ο σημαντικότερος σοβιετικός κινηματογραφιστής, κι ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες όλων των εποχών. Γιος του σπουδαίου Σοβιετικού ποιητή και μετέπειτα ήρωα του β’ παγκοσμίου πολέμου Αρσένϊι Ταρκόφσκι, δημιούργησε το δικό του ποιητικό ιδίωμα με ασύλληπτης έμπνευσης κινηματογραφικές εικόνες, γεμάτες συμβολισμό και δίχως να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την ύπαρξη πλοκής ή μιας συμβατική δραματικής δομής. Πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι ο ίδιος αντιστεκόταν στο χαρακτηρισμό του ως ποιητικού κινηματογραφιστή, καθώς θεωρούσε πως άρμοζε καλύτερα σε σκηνοθέτες όπως ο Φελίνι και ο Παζολίνι, που κατά τη γνώμη του γινόταν σκόπιμα ακατανόητοι. Γεννήθηκε σαν σήμερα το 1932 σε χωριό στις όχθες του Βόλγα. Ο πατέρας του άφησε την οικογένεια μετά τη γέννηση του Αντρέι, κι ο ίδιος μεγάλωσε με τη μητέρα του Μαρία και την αδερφή του Μαρίνα.

Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν

Ξεκίνησε πανεπιστημιακές σπουδές στο Ινστιτούτο Ασιατικών Γλωσσών, μαθαίνοντας αραβικά, αλλά γρήγορα εγκατέλειψε το ινστιτούτο και μετά από ένα διάστημα συμμετοχής σε γεωλογική αποστολή, εγγράφηκε το 1955 στο VGIK, το βασικό Κινηματογραφικό Ινστιτούτο της χώρας στη Μόσχα. Αν κι ο ίδιος δεν εκτιμούσε πολύ το είδος των σπουδών που έλαβε, θεωρώντας το υπερβολικά ακαδημαϊκό, οι μελετητές του γενικά αναγνωρίζουν τα πολλά οφέλη που αποκόμισε στη διάρκεια των σπουδών του. Τότε ήταν που εξοικειώθηκε με τη μεγάλη σοβιετική κινηματογραφική παράδοση, με προεξάρχοντα τον Αϊζενστάιν, αλλά και με σημαντικά διεθνή ρεύματα, όπως ο ιταλικός νεορεαλισμός και το γαλλικό Νέο κύμα. Συμμετείχε ως βοηθός σκηνοθέτη σε κάποιες παραγωγές πριν τη δημιουργία της πρώτης του ταινίας μικρού μήκους “Ο οδοστρωτήρας και το βιολί” (1960), μια ποιητική εξιστόρηση της φιλίας ενός μικρού αγοριού που παίζει βιολί κι ενός οδηγού οδοστρωτήρα που το διασώζει από τους νταήδες της γειτονιάς του.

Η πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους, “Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν” (1962), τον καθιέρωσε σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Είναι η πιο εύκολα προσβάσιμη ταινία του Ταρκόφσκι, που αφηγείται την ιστορία του 12χρονου Ιβάν, που πολεμά στο πλευρό των σοβιετικών ανταρτών για να εκδικηθεί το χαμό των δικών του από τους ναζί. Σε μια από τις εκδοχές του σεναρίου ο ήρωας επιζούσε, ο Ταρκόφσκι ωστόσο θεωρούσε πως έτσι θα αλλοιώνονταν η αλήθεια και το αντιπολεμικό μήνυμα της ταινίας: “Δεν πρέπει να δραπετεύουμε από τον πόλεμο, αλλά να μιλήσουμε γι’ αυτόν με κάθε δυνατό πάθος”. Η ταινία απέσπασε ανάμεσα σε άλλα βραβεία, το Χρυσό Λέοντα του Φεστιβάλ της Βενετίας το 1962 καθώς και το βραβείο καλύτερης σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ του Σαν Φραντσίσκο. Το υπουργείο πολιτισμού της ΕΣΣΔ δήλωση την “υψηλή του εκτίμηση στην ταινία”, ενώ ο Ταρκόφσκι εμφανίστηκε στο εθνικό ραδιόφωνο και η ταινία προβαλλόταν για μήνες σε όλη τη χώρα.

Παρότι ήδη από την εποχή των σπουδών του ο Ταρκόφσκι ερχόταν σε σύγκρουση με τους ιθύνοντες του σοβιετικού κινηματογράφου και η συνύπαρξή τους με τις αρχές της ΕΣΣΔ ήταν ενίοτε άβολη, ως την τελική του απόφαση να μείνει στη Δύση το 1984, πρέπει να σημειωθεί ότι όλες του οι ταινίες, εγκρίθηκαν έστω περιπετειωδώς για εθνική και διεθνή διανομή και προβλήθηκαν από το σοβιετικό τύπο. Εξάλλου ιδιαίτερα κατά τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, ο Ταρκόφσκι αντιμετωπιζόταν ως “σταρ” της σοβιετικής κινηματογραφικής βιομηχανίας, κάτι που επέτρεπε να ολοκληρώνονται ταινίες με οικονομικούς και χρονικούς όρους άγνωστους σε νέους σκηνοθέτες στη Δύση. Ο ίδιος παρουσίαζε αργότερα τον μικρό αριθμό ταινιών μεγάλου μήκους (7 σε 24 χρόνια) ως ένδειξη των εμποδίων που αντιμετώπιζε καλλιτεχνικά στην ΕΣΣΔ, ωστόσο η παραγωγικότητά του είναι συγκρίσιμη με εκείνη δυτικών σκηνοθετών του καλλιτεχνικού σινεμά το ίδιο διάστημα, όπως του Ρομπέρ Μπρεσόν, μινιμαλιστή σκηνοθέτη η γνώμη του οποίου, μαζί με εκείνη του Σουηδού ομοτέχνου του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, ήταν κατά δήλωση του Ταρκόφσκι η μόνη που τον απασχολούσε.

Solaris

Είναι γεγονός πάντως πως η επόμενη ταινία του “Αντρέι Ρουμπλιόφ”, που βασίζεται χαλαρά στη ζωή του μεγάλου ομώνυμου αγιογράφου του 15ου αιώνα, πέρασε από αρκετές περιπέτειες, καθώς η Γκοσκίνο, ο κινηματογραφικός οργανισμός της ΕΣΣΔ, θεωρούσε ότι η ταινία ήταν υπερβολική σε διάρκεια κι εμπεριείχε σκηνές βίας και γυμνού. Αποτέλεσμα είναι να υπάρχουν σήμερα διαφορετικές εκδοχές της ταινίας, με την πρώτη επίσημη να προβάλλεται αρχικά μόνο στο εξωτερικό το 1969 και στην ΕΣΣΔ δυο χρόνια αργότερα, όταν οι δύο πλευρές είχαν καταλήξει ότι δε θα γίνονταν περαιτέρω αλλαγές στην ταινία. To επόμενο έργο του, “Solaris”, βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας του Στανισλάβ Λεμ, γυρίστηκε χωρίς ιδιαίτερες τριβές κι έγινε η γνωστότερο ταινία του Ταρκόφσκι στη Δύση, τόσο που το 2002, γυρίστηκε κι ένα ριμέηκ της ταινίας από τον Στήβεν Σόντερμπεργκ. Αλλά και ο σοβιετικός τύπος υποδέχθηκε πολύ θετικά την ταινία, εξερευνώντας τη σχέση της με το βιβλίο και τις αναφορές της στο σοβιετικό διαστημικό πρόγραμμα. Ο ίδιος ο Ταρκόφσκι θεωρούσε πως το έργο προετοίμαζε το λαό για τις συνθήκες “της τελικής μάχης της λογικής για το μέλλον της, για την πρόοδο και την ομορφιά της ανθρώπινης ψυχής”.

Ο καθρέφτης

“Ο καθρέφτης”, που προβλήθηκε το 1975 έγινε λιγότερο ευμενώς δεκτός κατά τη διάρκεια της δημιουργίας του, καθώς αντιμετώπισε επικρίσεις ότι η ταινία ήταν κατάλληλη μόνο για το εξωτερικό κι όχι για τους Σοβιετικούς θεατές, για τους οποίους κρινόταν σκοτεινή κι ακατανόητη. Ευνοϊκότερες συνθήκες γυρισμάτων αντιμετώπισε από την άλλη, με την ταινία επιστημονικής φαντασίας με φιλοσοφικά στοιχεία “Στάλκερ” το 1979, βασισμένη κι αυτή σε βιβλίο. Βασική εξαίρεση υπήρξε ένα τεχνικό πρόβλημα που προέκυψε όταν το υλικό του πρώτου χρόνου γυρισμάτων των εξωτερικών σκηνών της ταινίας, αποδείχτηκε ακατάλληλο για χρήση. Ο Ταρκόφσκι απέλυσε τον καμεραμάν Γκεόργκι Ρέρμπεργκ, και ξαναγύρισε την ταινία πρακτικά από την αρχή, σε μια εκδοχή πολύ διαφορετική από την αρχικά σχεδιαζόμενη. Το 1980 του δόθηκε το βραβείου του “Καλλιτέχνη του Λαού της ΕΣΣΔ”, ενώ στο Συνέδριο των Σοβιετικών κινηματογραφιστών της ίδιας χρονιάς έβγαλε λόγο κάτω από μια γιγάντια προτομή του Λένιν.

Στάλκερ

Ο Ταρκόφσκι, στα μεσοδιαστήματα των γυρισμάτων σπανίως παρέμενε αδρανής, ασχολούμενος με ραδιοφωνικές και θεατρικές παραγωγές αλλά και συμμετέχοντας ως καλλιτεχνικός διευθυντής ή σεναριογράφος σε ταινίες συναδέλφων του. Το 1982 κατόπιν πρόσκλησης της ιταλικής RAI, ταξιδεύει στην Ιταλία για τα γυρίσματα της ιταλοσοβιετικής ταινίας “Νοσταλγία”, μιας από τις ομορφότερες του σκηνοθέτη, που περιστρέφεται γύρω από το ταξίδι ενός Ρώσου συγγραφέα και της μεταφράστριάς του στην Ιταλία με στόχο την εύρεση στοιχείων για τη ζωή ενός συμπατριώτη του συνθέτη του 18ου αιώνα.

Όταν απορρίφθηκε από τις σοβιετικές αρχές η αίτησή του να παραμείνει στο εξωτερικό, ήρθε στις αρχές του 1984 σε ρήξη μαζί τους παραμένοντας για το υπόλοιπο της ζωής του εκτός ΕΣΣΔ. Ως αίτια της απόφασής του πρόβαλε την αδικία που ένιωθε για την έλλειψη δημόσιας αναγνώρισης με αφορμή τα 50α του γενέθλια, καθώς και τις μηχανορραφίες που υποστήριζε πως είχε εξυφάνει εναντίον του η σοβιετική αντιπροσωπία στις Κάννες ώστε να μη βραβευθεί με το Χρυσό φοίνικα η “Νοσταλγία”, την οποία αποκαλούσε “πατριωτική” ταινία. Σε επιστολή προς τον πατέρα του εξέφραζε τη βαθιά του θλίψη που αντιμετωπιζόταν ως “προδότης” στη χώρα, διαβεβαιώνοντάς τον ωστόσο ότι “Όπως παρέμενα Σοβιετικός καλλιτέχνης, παραμένω και τώρα”.

Η τελευταία του ταινία “Η θυσία” (1986) γυρίστηκε στη Σουηδία, με το μοντάζ να γίνεται από τον ίδιο στο νεκροκρέβατό του σε νοσοκομείο του Παρισιού. Έφυγε χτυπημένος από την επάρατο νόσο στις 29 Δεκέμβρη 1986 και τάφηκε στο Ρωσικό νεκροταφείο βόρεια του Παρισιού. Ο τάφος του φέρει επιγραφή, σχεδιασμένη από τη σύζυγό του Λαρίσα, με τα λόγια: “Στον άνθρωπο που είδε τον Άγγελο”.

Η Περεστρόικα, που είχε ξεκινήσει λίγους μήνες πριν, προσπάθησε να κεφαλαιοποιήσει τη φήμη του εκλιπόντος σκηνοθέτη, με τις ταινίες του να προβάλλονται εκ νέου, και το 1990 να του απονέμεται μετά θάνατον το βραβείο Λένιν. Μετά το 1991 κυκλοφόρησαν διάφορες αστήριχτες κατηγορίες περί δολοφονίας του από την KGB, ενώ ένας από τους συνεργάτες του υποστήριξε πως ο Ταρκόφσκι, η σύζυγός του κι ένας ακόμη ηθοποιός του Στάλκερ, που πέθαναν όλοι από καρκίνο του πνεύμονα, δηλητηριάστηκαν από την τοξική ατμόσφαιρα του χημικού εργοστασίου όπου γυρίστηκε η ταινία.

Η Θυσία

Δύσκολες Νύχτες

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 σχόλιο

Κάντε ένα σχόλιο: