29 Νοέμβρη 1944: Απελευθέρωση και νίκη της Λαϊκής Επανάστασης στην Αλβανία

“Στη θριαμβευτική «παρέλαση των νικητών» ενώπιον της Δημοκρατικής Κυβέρνησης, του Γενικού Αρχηγού του ΕΑΣ, και του λαού της Πρωτεύουσας, που έκαμαν οι δώδεκα ταξιαρχίες της Μάχης των Τιράνων, στην ατμόσφαιρα του λαϊκού παραληρήματος και αποθέωσης, ενώ μας έραιναν με δάφνες και άνθη, νιώθαμε περήφανοι…”

Με αφορμή την απελευθέρωση της Αλβανίας, στις 29 του Νοέμβρη 1944, από τον Εθνικό Απελευθερωτικό Στρατό, παραθέτουμε απόσπασμα από το βιβλίο του Κώστα Ζάβαλη «Πολεμικό οδοιπορικό ενός αγωνιστή» (εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2005).

Μέσα από το πολεμικό οδοιπορικό του Κώστα Ζάβαλη καταγράφεται η συμμετοχή της Ελληνικής Μειονότητας της Αλβανίας στον αγώνα ενάντια στη γερμανοϊταλική κατοχή της Αλβανίας. Οι πρώτες αντιστασιακές ομάδες της Ελληνικής Μειονότητας, η ένταξή τους στον Εθνικό Απελευθερωτικό Στρατό (ΕΑΣ). Η συμμετοχή τους στο Τάγμα «Θανάσης Ζήκος» και στη συνέχεια στην VIII Ταξιαρχία του ΕΑΣ. Η αγωνιστική συνύπαρξη Ελλήνων και Αλβανών, η συνεργασία με τον ΕΛΑΣ. Οι συνεχείς μάχες για την απελευθέρωση της Νότιας Αλβανίας. Η μάχη του Αργυροκάστρου, η απελευθέρωση των Τιράνων, η συγκρότηση της λαϊκής εξουσίας μέσα από τις εθνικοαπελευθερωτικές επιτροπές, η προέλαση προς Βορρά και η διεθνιστική βοήθεια προς τη Γιουγκοσλαβία, με τη συμμετοχή στις μάχες για το διώξιμο των Γερμανών από το Μαυροβούνιο.

Το βιβλίο μας δίνει αρκετά στοιχεία άγνωστα στο ευρύ ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Αποτελεί μια αξιόλογη ιστορική καταγραφή μιας περιόδου σημαντικής, της περιόδου του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου και των αντιστασιακών κινημάτων των Βαλκανίων.

(…)Έκλεινε η Πρωτεύουσα το πρώτο λεύτερο δεκαήμερο. Παραμονή της Μέρας της Αλβανικής Ανεξαρτησίας. Την επομένη, 28 Νοεμβρίου 1944, η τριακοστή δεύτερη επέτειος, και στην Πρωτεύουσα πανηγυρικά θα εισερχόταν η Δημοκρατική Κυβέρνηση, μεταφέροντας την έδρα της από το Μπεράτι. Βράδυ και μια πρωτοείδωτη κοσμοσυρροή στη φωταγωγημένη Πλατεία «Σκεντέρμπεη». Χαρά, ενθουσιασμός, ευφορία! Μια ιδιάζουσα έντονη λάμψη στα πρόσωπα των ανθρώπων…

Τα Τίρανα, η Αλβανία, μαζί με ολόκληρη την ανθρωπότητα, που διένυε τον έκτο χρόνο του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, ζούσαν τη μέθη των νικών ενάντια στο φασιστικό θεριό.

Οι λευτεροδότρες κόκκινες στρατιές του Ζούκοφ, του Ροκοσόφσκι, του Κόνιεφ, του Βασιλιέφσκι, τουΤολμπούχιν, του Μαλινόφσκι… ακάθεκτα επέλαυναν στην Κεντρική Ευρώπη, είχαν αναγκάσει τέσσερις από τους δορυφόρους του Χίτλερ να καταθέσουν τα όπλα και να τα στρέψουν εναντίον του, απόμεινε ο πέμπτος, η Ουγγαρία. Τα αμερικανοβρετανικά στρατεύματα των Αϊζενχάουερ-Μοντγκόμερι, αφού είχαν ανοίξει, με την επιτυχή απόβαση στη Νορμανδία το πολυλάλητο «Δεύτερο Μέτωπο», απελευθέρωναν τη Γαλλία και λοιπή Δυτική Ευρώπη.

Οι ταξιαρχίες μας του Αλβανικού ΕΑΣ, με την κατατρόπωση των χιτλερικών κατακτητών στην Πρωτεύουσα, σημείωσαν την ολοκληρωτική απελευθέρωση της Νότιας και Μέσης Αλβανίας και προς τα τέλη Νοέμβρη κυριολεκτικά σάρωναν στο Βορρά, μαζί με τους ναζίδες και τα απομεινάρια των ντόπιων προδοτών συνεργατών τους.

…Κάτι σαν αυτοσχέδιο αυθόρμητο παρτιζάνικο «πανηγύρι» έμοιαζε ’κείνο το απόβραδο στην Πλατεία «Σκεντέρμπεη», καθώς είχαν βγει με άδεια και την κατέκλυσαν πολλοί παρτιζάνοι, πολλών μονάδων που είχαν συγκεντρωθεί στα Τίρανα. Ευχάριστες και χαρούμενες εκπλήξεις. Συναντήσεις, αγκαλιάσματα, φιλιά μεταξύ φίλων, συναγωνιστών, συμπατριωτών. Έτσι τυχαία αντάμωσα κι εγώ δυο συγχωριανούς μου – τον Σωτήρη Βάσο και τον Μιχάλη Αγόρα, οι δυο παρτιζάνοι της ηρωικής 1ης Ταξιαρχίας, της πιο αρχαίας του ΕΑΣ, η οποία, με τη διοίκηση του Μεχμέτ Σέχου, είχε γίνει θρύλος στη συνείδηση του λαού. Αυτοί μου μίλησαν και για τον τρίτο Δροβιανίτη συμπολεμιστή τους αυτής της Ταξιαρχίας, τον Κώστα Βάσο, που έπεσε στις οδομαχίες των Τιράνων.

Τα Τίρανα γιορτάζουν! Μάζες ανθρώπων, κάθε ηλικίας και φύλου κατεβαίνουν από τις συνοικίες, διαπλέκονται με τους απελευθερωτές.

Λαός και παρτιζάνοι μια και αδιαίρετη μάζα. Όλοι γιορτάζουν και χαίρονται σ’ ένα ανεπανάληπτο λαϊκό ξεφάντωμα. Χέρι με χέρι όπως και στο 19ήμερο που σκάβοντας ορύγματα, αποσύροντας τους τραυματίες και νεκρούς, κουβαλώντας στο οδόφραγμα ψωμί και βόλια, δίνοντας πληροφορίες πολεμώντας έναν άγριο, έμπειρο και πάνοπλο εχθρό. Ένας λαός που με παρόμοια μαζική εξόρμηση, εξάλειψε με αστραπιαία ταχύτητα τα κατάλοιπα των μαχών και καταστροφών. Και απότομα η ζωή μεταπήδησε από τον πόλεμο στην ειρήνη, βρήκε τον κανονικό της ρυθμό.

Ακούς εδώ όλες τις διαλέκτους της αλβανικής. Φυσικά και τα δικά μας ελληνικά. Ακούς ταυτόχρονα με τα παρτιζάνικα εμβατήρια, και τα δημοτικά τραγούδια-λιάπικα, τσάμικα, πρεμετάρικα, μουζεκιάρικα, σκραπαριώτικα, σκοντράνικα…

Μέσα στο ανασκαμμένο από τις χειροβομβίδες κηπάκι του κέντρου της Πλατείας, ακόμα δεν αφαιρέθηκε το ατσάλινο περιστρεφόμενο πολυβολείο των Γερμανών που κυρίευσαν οι παρτιζάνοι. Δίπλα, σ’ ένα προσωρινό βάθρο σε σχήμα αρχαίου θυσιαστηρίου καίει μια τιμητική πυρά στη μνήμη των 194 πεσόντων στη Μάχη των Τιράνων, όπου αύριο θα καταθέσει στεφάνι ο Πρωθυπουργός και Γενικός Αρχηγός του ΕΑΣ, αμέσως με την έλευση της Δημοκρατικής Κυβέρνησης. Στην άκρη της Πλατείας, βαριά τραυματισμένα από τους βομβαρδισμούς το ιστορικό τζαμί με τον γκρεμισμένο ως τη μέση μιναρέ και πλησίον του ο πύργος του κεντρικού ρολογιού, συμπληρώνουν την επικότητα του τοπίου.

Και το αυθόρμητο πανηγύρι της λευτεριάς κορυφώνεται! Περίεργοι και γοητευμένοι στέκουν στο πεζοδρόμιο, που περιβάλλει το μεγάλο ανθόκηπο, παρακολουθούν αυτό το μωσαϊκό χαρούμενων ανθρώπων τρεις-τέσσερις, μέλη της αγγλικής και της αμερικανικής στρατιωτικής αποστολής. Με τα πιο ανάμικτα αισθήματα και σκέψεις απολαμβάνω κι εγώ το σπάνιο θέαμα απόγειου πηγαίας χαράς και αδερφοσύνης.

Μια στιγμή μπροστά μου περνούν η Λευκοθέα Λιούλα η Μουζινιώτισσα και ο Κερκυραίος Σπύρος Ρουβάς. Τους σταματώ:

– Λεύκω! Εμείς δε θα τον «βροντήξουμε»;

Οι δυο χαμογέλασαν χωρίς ν’ απαντήσουν. Έφυγαν και μετά μερικά λεπτά μέσα στο γενικό ξεφάντωμα ακούμε:

«Βροντάει ο Όλυμπος, αστράφτ’ η Γκιώνα
…………………………………………………
Στ’ άρματα, στ’ άρματα εμπρός στον Αγώνα!
…………………………………………………
Θέλουμε λεύτερη εμείς Πατρίδα
Και πανανθρώπινη τη Λευτεριά!».

Την αυτοσχέδια χορωδία είχαν απαρτίσει παρτιζάνοι του λόχου μας και μερικοί άλλων λόχων. Τότε στο τάγμα μας (τάγμα «Θέμο Βάσι» πριν από την 8η Ταξιαρχία) πολλοί τραγουδούσαν ελληνικά αντάρτικα τραγούδια που τα είχαν μάθει από τους Έλληνες συναγωνιστές, όταν για μικρό διάστημα αυτό είχε παραμείνει στην Ελλάδα σε αναμονή συγκρότησης μικτού τάγματος (που όμως ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε).

Ήταν φυσικό η μικρή «χορωδία» μας να προκαλέσει τη γενική προσοχή. Χειροκροτήματα, ξεφωνητά χαράς και ενθουσιασμού. Ακολούθησαν ο «Θούριος του Ρήγα», «Σαν ατσάλινος πύργος» (για τον Κόκκινο Στρατό), «Το τραγούδι της δουλειάς»… Δεν είχαν σταματημό οι εκδηλώσεις επιδοκιμασίας.

Τους τραγουδιστές αγκάλιασε ο αλησμόνητος, ο αθάνατος Θοδωρής Μάστορας, που κι αυτός βρέθηκε στην πλατεία. Τον καμαρώναμε έτσι ντυμένο με την ολοκαίνουργια στολή αξιωματικού, που ’κείνη τη μέρα πρωτοφόρεσε. Γελαστός και γλεντζές όπως πάντα. Μπήκε κι αυτός στη «χορωδία». Σε μια στιγμή απευθύνεται στους γύρω:

-Τι περιμένετε μωρέ: Ίσια ένα χορό!… Και άπλωσε τα χέρια. Στα πεταχτά σχηματίζεται ο κύκλος για «καλαματιανό»:

«Απάνω στα ψηλά βουνά
αντάρτες ΕΠΟΝίτες
……………………………………………………
Πρωτοπορία του λαού
για μία ζωή καινούργια
δίχως πολέμους και σφαγές
τα νιάτα μας…»

Ο χορός συνεχίζεται «καλαματιανός» και «στα τρία» μ’ ελληνικά και αλβανικά τραγούδια. Με ψυχή και πάθος. Ενθουσιασμός, επευφημίες, χειροκροτήματα… Κι ο κύκλος μεγαλώνει, όλο μεγαλώνει… Μπαίνουν παρτιζάνοι διαφόρων μονάδων, νέες και νέοι Τιραναίοι. Όσοι δε χορεύουν συνοδεύουν με ρυθμικά παλαμάκια.

Ενώ ήμουν απορροφημένος στο εξαίσιο θέαμα, από πίσω με πλησιάζει ένας σοβαρός άνδρας κομψοντυμένος, με ματογυάλια χωρίς σκελετό και με ρεπούμπλικα. Είχε ακούσει που μιλούσα ελληνικά με το διοικητή του λόχου μου, τον Γιώργο Θάνο. Ευγενικά μας απευθύνεται:

-Τι είστε ’σεις; Από πού ήρθατε;

Του απαντώ πρόθυμος:

-Από τη Δρόπολη, Πωγώνι, Θεολόγο… Εγώ από τη Δρόβιανη…

-Κι εγώ από τη Λεσινίτσα, Σπύρος Λίτος, γιατρός – με διακόπτει καλοσυνάτα και, σαν να αποκάλυψε κάτι το ενδιαφέρον, μου δίνει με οικειότητα το χέρι.

Αυτοσυστήνομαι κι εγώ και συνεχίζω:

-Γνωρίζω την Ανθή Λίτου στην Πάνω Λεσινίτσα.

-Είναι ανιψιά μου, λέει και παίρνει ύφος απορίας, πού τη γνώρισες;

-Εγώ παρτιζάνος, αυτή δραστήριο μέλος της Νεολαίας και… σύμπτωση, απάντησα.

Ανοίξαμε κουβέντα. Για διάφορα. Και, φυσικά, για τον Πόλεμο και την πολιτική. Με συμπάθεια για τον Αγώνα και με κλίση προς τ’ Αριστερά μου μίλησε. Αναφέρθηκε στις εξελίξεις στην Ελλάδα ’κείνου του δραματικού φθινοπώρου, εννοείται, από πληροφορίες του Μπι-Μπι-Σι και του Ραδιοσταθμού της Αθήνας. Εντωμεταξύ ο χορός ανεβαίνει δυναμικός, ενθουσιώδης. Αυτός ξανά μας έσφιξε το χέρι:

-Θα ήθελα να ξανασυναντηθούμε. Αν μπορείς αύριο ή μεθαύριο…

-Αδύνατον! Μεθαύριο αναχωρούμε.

-Για πού;

-Ο πόλεμος συνεχίζεται… απάντησα αόριστα.

…Πλέον του μισού αιώνα χρονική απόσταση, αλλά συγκρατώ ζωντανή στη μνήμη ’κείνη τη βραδιά της παραμονής της 28ης Νοέμβρη 1944. Η 28η Νοέμβρη 1912 ήταν ορόσημο στην ιστορία του Αλβανικού Έθνους, σημείωσε, με την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού, τη δημιουργία του ανεξάρτητου Αλβανικού Κράτους. Η επομένη της 32ης επετείου της Αλβανικής Ανεξαρτησίας, η 29η Νοέμβρη του 1944, έμελλε επίσης να μείνει ορόσημο, θα σημείωνε την ολοκλήρωση της Απελευθέρωσης και τη νίκη της Λαϊκής Επανάστασης, καθώς λέγαμε, με μια κοινωνικο-πολιτική ανατροπή, τη δημιουργία της λαϊκοδημοκρατικής Αλβανίας. Τα δυο συμβάντα είναι ιστορικές αυταπόδεικτες αλήθειες, όσο το πρώτο τόσο και το δεύτερο, που νεοφώτιστοι ιδεολόγοι του αντικομμουνισμού προσπαθούν να υποβαθμίσουν μέχρι την άρνηση. Λοιπόν, στη συνείδησή μου η αυθόρμητη εκείνη ανοιχτή «εσπερίδα» στην Πλατεία «Σκεντέρμπεη» έμεινε αλησμόνητα συνημμένη στα μέγιστα αυτά ιστορικά ορόσημα, που άσκησαν αποφασιστική επίδραση και στις τύχες του Ελληνισμού της Αλβανίας (το καθένα με τον τρόπο του). Μια αλησμόνητη συμβολική εκδήλωση διεθνισμού, που φορέας του είναι οι πιο προοδευτικές ιδέες της εποχής. Ο διεθνισμός είναι ένα όραμα, αλλά και όπλο πάλης που τη ζωτικότητα και το ρεαλισμό του τ’ απέδειξε προπαντός στον αιώνα μας, όπλο που πολλαπλασιάζει τη δύναμη των αγωνιζόμενων κοινωνικών τάξεων και λαών, που δίνει λύσεις στο εθνικό πρόβλημα, που προτάσσει το σεβασμό στο εθνικό συναίσθημα, στην εθνική κουλτούρα, παράδοση και κληρονομιά, είναι στήριγμά τους, αντίδοτο του εθνικισμού και σοβινισμού, καθώς και του ισοπεδωτικού κοσμοπολιτισμού. Σημαίνει υποκρισία να μιλάς για ανθρώπινα δικαιώματα εν αγνοία του διεθνισμού. Στο διεθνισμό ενσαρκώνεται και κείνο που τώρα με δυο λόγια λέμε: «Η Ελληνική μειονότητα, γέφυρα της ελληνοαλβανικής φιλίας.» Ιδέα, αλλά και ζωτική ανάγκη εθνικής επιβίωσης, ζυμωμένη με τα πιο αγνά ανθρώπινα ιδανικά που τότε, στο φρικαλεότερο πόλεμο που γνώρισε η ανθρωπότητα, ξεχείλιζαν, συνάρπαζαν και κινητοποιούσαν τις πλατιές μάζες.

Την επομένη, στη θριαμβευτική «παρέλαση των νικητών» ενώπιον της Δημοκρατικής Κυβέρνησης, του Γενικού Αρχηγού του ΕΑΣ, και του λαού της Πρωτεύουσας, που έκαμαν οι δώδεκα ταξιαρχίες της Μάχης των Τιράνων, στην ατμόσφαιρα του λαϊκού παραληρήματος και αποθέωσης, ενώ μας έραιναν με δάφνες και άνθη, νιώθαμε περήφανοι. Το βήμα μας σταθερό έκρουε την άσφαλτο στο ρυθμό των παρτιζάνικων εμβατηρίων που εκτελούσε η στρατιωτική μουσική. Συνειδητοί της αποστολής μας ως αναπόσπαστο τμήμα και πρέσβεις του ελληνικού έθνους μας. Ένα δυναμικό απόσπασμα εφαρμογής αυτής της φιλοσοφίας της «γέφυρας»(…)

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: