Μπομπ Φίσερ: Στόχος είναι να διαλύσεις το μυαλό του αντιπάλου

Ο Μπομπ Φίσερ ήταν μια ξεχωριστή περίπτωση, ένας δαιμόνιος σκακιστής, που ανατράφηκε κι εξέφραζε καλύτερα από κάθε άλλον την ψυχροπολεμική νοοτροπία των ΗΠΑ. Τρεφόταν από τον ανταγωνισμό και την αντιπαλότητα, και έγινε προπαγανδιστικό σύμβολο της “αμερικάνικης υπεροχής”, κατέληξε όμως έκπτωτο είδωλο για την ίδια τη χώρα του.

Ο Μπομπ Φίσερ ήταν μια ξεχωριστή περίπτωση, ένας δαιμόνιος σκακιστής, που ανατράφηκε κι εξέφραζε καλύτερα από κάθε άλλον την ψυχροπολεμική νοοτροπία των ΗΠΑ. Ένας παίκτης που τρεφόταν από τον ανταγωνισμό και την αντιπαλότητα, και έγινε σύμβολο της αμερικάνικης υπεροχής, κατέληξε όμως έκπτωτο είδωλο για την ίδια τη χώρα του, κι είναι αμφίβολο αν τελικά αγαπούσε το σκάκι πιο πολύ από τον εαυτό του κι από το χρήμα.

Η φωτεινή πλευρά του φεγγαριού λέει πως ο Φίσερ ήταν ένα παιδί-θαύμα, ξεχώρισε από νωρίς για τις εκπληκτικές σκακιστικές του ικανότητες κι έγινε σε πολύ μικρή ηλικία, προτού καν ενηλικιωθεί, πρωταθλητής στις ΗΠΑ αλλά και διεκδικητής του παγκόσμιου τίτλου. Τον οποίο θα κατακτούσε τελικά το 1971, σε μια ιστορική μονομαχία με το φίλο του Μπορίς Σπάρσκι, το σοβιετικό προκάτοχό του, που απέτυχε να υπερασπιστεί το αρχικό προβάδισμα στη μεταξύ τους σειρά.

Ο Φίσερ έγινε έτσι ο πρώτος και μοναδικός σκακιστής που κατάφερε να σπάσει προσωρινά την απόλυτη σοβιετική κυριαρχία στο σκάκι και έγινε σύμβολο για τη χώρα του ή μάλλον για την κυβέρνηση των ΗΠΑ και την προπαγάνδα της. Κάποιες αναλύσεις λένε πως ο Φίσερ δε νίκησε απλά τον αντίπαλό του, αλλά μια υπερδύναμη και ολόκληρο το επιτελείο της. Και κάπως έτσι έβλεπε κι ο ίδιος τον αγώνα τους, ως μια μάχη “του ελεύθερου κόσμου, ενάντια στους ψεύτες, κλέφτες κι υποκριτές Ρώσους” -σαν μια σκακιστική εκδοχή του ψυχρού πολέμου. Παραδόξως, οι αναλύσεις αυτές ξεχνάνε (;) πως για την οριστικοποίηση της συμμετοχής του Φίσερ χρειάστηκε μια επιστολή του Κίσινγκερ (!) καθώς κι ο διπλασιασμός του χρηματικού έπαθλου για το νικητή.

Ο Φίσερ ήταν μοναδικό ταλέντο, με απρόβλεπτες, επιθετικές κινήσεις, εξω από τα καθιερωμένα, που επιδίωκε να βραχυκυκλώσει τον αντίπαλό του, αξιοποιώντας στο έπακρο κάθε συγκριτικό πλεονέκτημα και κυρίως τη σαστιμάρα που προκαλούσε ο “ανορθόδοξος” τρόπος παιχνιδιού του.

Είναι ενδεικτική η στρατηγική που χρησιμοποίησε στους αγώνες με το Σπάρσκι. Μετά τις πρώτες ήττες του, προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση, για να φύγουν οι κάμερες, να αλλάξει ο χώρος και να επιβάλει τους όρους του. Προπαντός όμως πέτυχε να “χαλάσει το μυαλό” του Σοβιετικού ανταγωνιστή του, να ρίξει την αυτοπεποίθησή του και να παίξει με την ψυχολογία του, αναγκάζοντάς τον σε παιδαριώδη λάθη που έκριναν το νικητή.

Αν μιλούσαμε με ποδοσφαιρικούς όρους, θα έλεγε κανείς πως η στρατηγική του Μπομπ Φίσερ θύμιζε έντονα την τακτική και τα τεχνάσματα του Ζοσέ Μουρίνιο. Είναι ενδεικτικές για τον τρόπο σκέψης και παιχνιδιού του κάποιες δικές του φράσεις.

-Το σκάκι είναι πόλεμος πάνω στη σκακιέρα. Ο στόχος είναι να διαλύσεις το μυαλό του αντίπαλου.
– Στο σκάκι υπάρχουν δυο τύποι παικτών: οι καλοί και οι σκληροί. Εγώ ανήκω στους σκληρούς.
– Μείνε απόλυτα συγκεντρωμένος στο παιχνίδι αν θέλεις να κερδίσεις. Κανείς δεν ενδιαφέρεται να ακούσει γιατί έχασες.
– Τα ιδανικά μου είναι το σκάκι και το χρήμα. Θέλω να γίνω πάμπλουτος. Όλοι το θέλουν, αλλά κανείς δεν το λέει. Είναι αμαρτία;

Εξίσου αποκαλυπτικές είναι οι δηλώσεις και οι περιγραφές των σοβιετικών αντιπάλων του που αναγνώριζαν την αξία του, επισημαίνοντας όμως και τα βασικά χαρακτηριστικά του γνωρίσματα:

Γκάρι Κασπάροφ: Το στιλ του Φίσερ χαρακτηρίζεται από το δολοφονικό ένστικτο πάνω στην σκακιέρα.

Μπόρις Σπάσκι: – Έπαιζε σαν κομπιούτερ. Σκεφτόταν και ανέλυε σαν κομπιούτερ.
– Ο Φίσερ, λόγω του χαρακτήρα του, νιώθει πολύ μόνος. Αυτή είναι η τραγωδία του.

Ανατόλι Κάρποφ: – Ο Φίσερ έκανε το σκάκι ανταγωνιστικό μέχρι υπερβολής, γιατί αγωνιζόταν μέχρι να μείνει ξεβράκωτος ο βασιλιάς του.

Στο πλαίσιο του ψυχρού πολέμου, το σκάκι από την πλευρά του δε νοούταν ως μια σπουδαία άσκηση που προάγει το πνεύμα και την άμιλλα, αλλά ως ανταγωνισμός μέχρι τελικής πτώσης, και κομμάτι της διεθνούς σκακιέρας. Εύστοχα σημειώνεται πως μετά την επίτευξη του μοναδικού του στόχου, που ήταν να καταστρέψει τον αντίπαλό του, έχασε κάθε στόχο και λόγο ύπαρξης ως σκακιστής και γενικότερα στη ζωή του.

Ο Φίσερ προέβαλε δεκάδες όρους στην Παγκόσμια Ομοσπονδία ως προαπαιτούμενα για τη συμμετοχή του και ουσιαστικά αρνήθηκε να υπερασπιστεί τον τίτλο του εναντίον του Ανατόλι Καρπόφ, οπότε του αφαιρέθηκε άνευ αγώνα, προς μεγάλη απογοήτευση του Καρπόφ που ανυπομονούσε για αυτή τη στιγμή. Αυτό έγινε το 1975 κι ήταν ουσιαστικά το τέλος της σκακιστικής του καριέρας, αφού δεν αγωνίστηκε ποτέ ξανά σε επαγγελματικό επίπεδο. Η επόμενη φορά που απασχόλησε τα ΜΜΕ ήταν με τη σύλληψή του για τη ληστεία μιας τράπεζας στην Καλιφόρνια (για την οποία αθωώθηκε, αλλά καταγγέλλει πως βασανίστηκε κατά την προφυλάκισή του).

Το 1992 κάνει την επόμενη δημόσια εμφάνισή του στη Γιουγκοσλαβία -ή σε ό,τι είχε απομείνει από αυτήν μετά το διαμελισμό της- για να αντιμετωπίσει ξανά το Σπάρσκι σε μια άτυπη ρεβάνς της μεταξύ τους αναμέτρησης για τον παγκόσμιο τίτλο. Η κίνηση αυτή του απέφερε πολλά χρήματα, αλλά εξόργισε τις αρχές της χώρας του, γιατί ο Φίσερ έσπασε το εμπάργκο που είχε επιβάλει στη Γιουγκοσλαβία η αμερικάνικη κυβέρνηση.

Η δεύτερη φορά που εξόργισε τις αμερικάνικες αρχές ήταν με τις δηλώσεις ικανοποίησής του, αμέσως μετά το πολύνεκρο χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους, που το δέχτηκε θετικά ως γεγονός. Μετά από αυτό, κατέστη persona non grata για τις ΗΠΑ κι όταν συνελήφθη στην Ιαπωνία, για άσχετο λόγο, κινδύνεψε να εκδοθεί στις αμερικανικές αρχές, αλλά τελικά βρήκε άσυλο στην Ισλανδία, τη χώρα όπου κατέκτησε τον παγκόσμιο τίτλο, κι έζησε εκεί μέχρι το τέλος της ζωής του.

Ωστόσο καμία από αυτές τις περιπτώσεις δεν είχε κάποιο προοδευτικό, αντι-ιμπεριαλιστικό (θολό έστω) πρόσημο ή το χαρακτήρα μιας έμμεσης αυτοκριτικής. Τα κίνητρά του ήταν τα χρήματα στην πρώτη περίπτωση, και στη δεύτερη η συνωμοσιολογία και το μίσος του για τους Εβραίους, ως απόρροια της ένταξής του σε μια παραθρησκευτική σέχτα. Όλα αυτά ήρθαν να δέσουν με τον αρχικό μισογυνισμό του, αφού δε θεωρούσε τις γυναίκες ικανές να παίξουν και να θριαμβεύσουν στο σκάκι, αν και στη συνέχεια αναθεώρησε μάλλον, καθώς παντρεύτηκε μια Γιαπωνέζα σκακίστρια.

Με λίγα λόγια, ο Φίσερ ήταν παιδί της εποχής του και σύμβολο των χειρότερων πλευρών του αμερικάνικου τρόπου ζωής. Και οι τίτλοι τέλους γράφτηκαν άδοξα και αθόρυβα για αυτόν (που τόσο πολύ αγάπησε τη δόξα και το χρήμα) μια μέρα σαν χτες, πριν από δέκα ακριβώς χρόνια, στην παγωμένη Ισλανδία, όπου στέφθηκε βασιλιάς.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: