Γιάννης Ιωαννίδης – Ο ξανθός Μακιαβέλι του μπάσκετ

Αν ο σκοπός άγιαζε τα μέσα, ο Γιάννης Ιωαννίδης θα ήταν ένας μπασκετικός άγιος, ευλογημένος από τη Δεξιά του Κυρίου, με την οποία πολιτεύτηκε, κι ας λείπει το Ιερό Δισκοπότηρο της Ευρωλίγκας από την τροπαιοθήκη του. Για τους αντιπάλους του όμως ήταν απλώς μια “μάστιγα του Θεού”, που μπορούσε να συμμαχήσει και με το διάβολο για να σε νικήσει. Ένας ικανότατος πολέμαρχος, που το σαξές-στόρι της αριστείας του περιελάμβανε αρκετά σκοτεινά κεφάλαια, πίσω από τη λάμψη του “Ξανθού” με τα χρυσά μετάλλια και τις κούπες.

Αν ο σκοπός άγιαζε τα μέσα, ο Γιάννης Ιωαννίδης θα ήταν ένας μπασκετικός άγιος, ευλογημένος από τη Δεξιά του Κυρίου, με την οποία πολιτεύτηκε, κι ας λείπει το Ιερό Δισκοπότηρο της Ευρωλίγκας από την τροπαιοθήκη του. Για τους αντιπάλους του όμως ήταν απλώς μια “μάστιγα του Θεού”, που μπορούσε να συμμαχήσει και με το διάβολο για να σε νικήσει. Ένας ικανότατος πολέμαρχος, που το σαξές-στόρι της αριστείας του περιελάμβανε αρκετά σκοτεινά κεφάλαια, πίσω από τη λάμψη του “Ξανθού” με τα χρυσά μετάλλια και τις κούπες.

Γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 26 Φεβρουαρίου 1945, και το πραγματικό του επώνυμο ήταν Δαΐτσης. Έγινε όμως δίδυμο με το “συνεπώνυμό” του Γιάννη Ιωαννίδη τον Ολλανδό, έναν από τους πιο στενούς συνεργάτες του.

Έμεινε ορφανός από πατέρα στα δέκα του χρόνια, βρήκε όμως ένα “δεύτερο πατέρα” στο πρόσωπο του Ανέστη Πεταλίδη, του “Πατριάρχη” του μπασκετικού Άρη, που τον καθοδήγησε ως παίκτη και τον έπεισε να γίνει προπονητής. Ως παίκτης φόρεσε μόνο τα χρώματα του Άρη και έφτασε ως την Εθνική ομάδα, όπου έγραψε λίγες συμμετοχές από τη θέση του οργανωτή.

Την πρώτη χρονιά του ως προπονητής, οδήγησε την αγαπημένη του ομάδα στο πρωτάθλημα. Ήταν ο πρώτος τίτλος που κατέληγε μετά από αρκετά χρόνια, εκτός λεκανοπεδίου και αυτός που έπεισε μεταξύ άλλων, τον Γκάλη να πάει στη Θεσσαλονίκη για τον πρωταθλητή Άρη. Στη συνέχεια ανέβασε τη Λάρισα για πρώτη φορά στη μεγάλη κατηγορία και είχε ένα πετυχημένο πέρασμα από την Εθνική, προτού επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη, για να πάρει ένα ακόμα πρωτάθλημα, βάζοντας τα θεμέλια της μεγάλης αυτοκρατορίας των κίτρινων.

Η πατρότητα του όρου “ανήκει” στο Σπύρο Φώσκολο -γιο του γνωστού σκηνοθέτη- και δεν είχε θετική χροιά, αλλά καθιερώθηκε για να αποδώσει την κυριαρχή του Άρη στο ελληνικό μπάσκετ: επτά συνεχόμενα πρωταθλήματα (τα έξι πρώτα με τον “ξανθό” στο τιμόνι), πέντε Κύπελλα (και ισάριθμα νταμπλ, εκ των οποίων τα τέσσερα σερί), κι ένα τρομερό αήττητο 80 αγώνων στο ελληνικό πρωτάθλημα, που μπορεί να ήταν και μεγαλύτερο, αν δε μεσολαβούσε η αποχή του Γιαννάκη -με οικονομικά αιτήματα- κι η άνοδος του ΠΑΟΚ, που θα γινόταν το αντίπαλο δέος τα επόμενα χρόνια.

Ο Άρης είχε και τρεις συμμετοχές στα πρώτα Φάιναλ Φορ, από το 1988 ως το 1990, ο θεσμός αυτός όμως ήταν μια ανοιχτή πληγή, τόσο για τον Ιωαννίδη, όσο και για τον Γκάλη, που δεν κατάφερε ποτέ να φτάσει στην κορυφή της Ευρώπης. Ο ξανθός σκόνταψε τρεις φορές με τους κίτρινους στον ημιτελικό, κι είχε άλλες τρεις ευκαιρίες με Ολυμπιακό και ΑΕΚ, όπου έφτασε στην πηγή (τελικό) αλλά δεν ήπιε νερό.

Η πιο μεγάλη χαμένη ευκαιρία του ήταν στο Τελ Αβίβ, το 1994, όταν απέκλεισε τον ΠΑΟ στον εμφύλιο (όπως έγινε κι ένα χρόνο αργότερα, στην Ισπανία) και ήταν μπροστά στο σκορ, απέναντι στην Μπανταλόνα του Ομπράντοβιτς, αλλά μπλόκαρε στα τελευταία λεπτά και τον σκότωσε το τρίποντο του ευτραφούς Κορνίλιους Τόμπσον και οι χαμένες βολές του Πάσπαλι. Η τελευταία απόπειρα ήταν στη Βαρκελώνη με την ΑΕΚ να αποκλείει την Μπενετόν του Ομπράντοβιτς -με τρίποντο του Πρέλεβιτς- αλλά να μένει στους 44 πόντους απέναντι στην Κίντερ Μπολόνια του Μεσίνα.

Η φυγή του Ιωαννίδη από τον Άρη το 1990 ήταν η αρχή του τέλους για την κυριαρχία των κιτρίνων και η απαρχή της κόκκινης δυναστείας του Ολυμπιακού, με κύρια γνωρίσματα τη σκληρή άμυνα και τους δίδυμους πύργους κάτω από το καλάθι (Τάρλατς-Φασούλας, ενίοτε και με άλλες προσθήκες, όπως του Τάρπλεϊ). Τα τέσσερα από τα πέντε πρωταθλήματα του Ολυμπιακού είχαν τη δική του σφραγίδα, όπως άλλωστε -κατά πολλούς- και η ομάδα που έφτασε το 1997 στο τριπλ κράουν, υπό τις οδηγίες του Ίβκοβιτς.

Το 96′ χάλασε η χημεία με τον Κόκκαλη και ο γάμος με τον Ολυμπιακό, στον οποίο γύρισε για μια τελευταία παράσταση το 99′, χωρίς όμως να ξανακολλήσει το ραγισμένο γυαλί. Στο ενδιάμεσο κατάφερε να κάνει πρωταγωνίστρια την ΑΕΚ, έφτασε μαζί της στον τελικό, όχι όμως σε κάποιον τίτλο.

Το τελευταίο πέρασμά του από τους πάγκους ήταν το 03′ με την Εθνική, στο Ευρωμπάσκετ της Σουηδίας, με μία ήττα σε όλο το τουρνουά, που ήρθε όμως στον κρίσιμο προημιτελικό με τους Ιταλούς, και την άφησε στην πέμπτη θέση. Το σχέδιο ήταν να καθοδηγήσει την ομάδα και στους Ολυμπιακούς της Αθήνας, σκόνταψε όμως πάνω στο επαγγελματικό ασυμβίβαστο για τους βουλευτές κι έτσι η ιστορία γράφτηκε πολύ διαφορετικά, με το Γιαννάκη να παίρνει τη θέση του και να οδηγεί την ομάδα σε μια χρυσή περίοδο.

Τα επόμενα χρόνια έγινε βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη, παίρνοντας πολλές μπασκετικές ψήφους, και υφυπουργός Αθλητισμού για δύο θητείες. Έβαλε έτσι πρόωρα τέλος σε μια χρυσή καριέρα, που φαινόταν να έχει κι άλλα κεφάλαια μπροστά της -αν και το μπάσκετ άλλαζε θεαματικά σε σχέση με τις δικές του συνταγές και το γενικό στιλ του.

Η τελευταία δημόσια εμφάνισή του ήταν στον πρόσφατο αγώνα Άρης-Πανιώνιος, όπου τιμήθηκε η πρωταθλήτρια ομάδα του 1979 (με το Χάρη Παπαγεωργίου, το Βαγγέλη Αλεξανδρή κ.ά.), 40 χρόνια μετά από το θρίαμβό της. Εκεί ήταν καταφανώς συγκινημένος από την αγάπη του κόσμου, με δάκρυα στα μάτια, αλλά και οργανικά καταβεβλημένος, και με δυσκολία μπόρεσε να αρθρώσει μερικές φράσεις στη σειρά.

Είναι Αρειανός από κούνια, αλλά οι σχέσεις με το κοινό της ομάδας πέρασαν από 40 κύματα όταν κατέβηκε στον Πειραιά και τον Ολυμπιακό -όπως έκανε συνολικά και το μπάσκετ τη δεκαετία του 90′. Ο έρωτας έγινε αντεστραμμένη αγάπη κι εκφράστηκε με μίσος και χυδαία τραγούδια εναντίον του, όταν επέστρεψε ως αντίπαλος στο Αλεξάνδρειο, σε έναν επεισοδιακό αγώνα (όπου τον έβριζαν ακόμα κι οι κολλητοί του, όπως λέει ο ίδιος), από τον οποίο έφυγε με το κεφάλι σκυμμένο, αλλά θα γελούσε καλύτερα τελευταίος, στη συνέχεια. Όσο πιο πολύ αγαπάς έναν, τόσο πιο πολύ τον βρίζεις -είπε ο ίδιος μετά τον αγώνα.

Στο Φάιναλ-Φορ του Κυπέλλου το 98′, που γινόταν στο Αλεξάνδρειο, ο Ιωαννίδης -που είχε μόλις νικήσει στον ημιτελικό τον Ολυμπιακό- χαιρετούσε πανηγυρίζοντας το κοινό των γηπεδούχων εν όψει του επόμενου ημιτελικού, γιατί προτιμούσε σαφώς τον αποδυναμωμένο Άρη των χιλίων προβλημάτων για αντίπαλο. Όταν όμως ηττήθηκε από τους αποδεκατισμένους κίτρινους στον τελικό, είχε μια από τις γνωστές εκρήξεις του στη συνέντευξη τύπου, πνέοντας μένεα κατά δικαίων και αδίκων, και εμπνέοντας στους ΑΜΑΝ ένα από τα καλύτερα σκετσάκια τους, με τους καπνούς από το τσιγάρο να βγαίνουν από τα αυτιά του. (Παρεμπιπτόντως, η ζωή του όλη ήταν ένα τσιγάρο, που συχνά-πυκνά τα κάπνιζε και στους πάγκους, αλλά ο ίδιος λέει πως τα τελευταία χρόνια το έχει κόψει).

Μόλις τα τελευταία χρόνια, παραγράφηκαν τα παλιά αμαρτήματα κι εξομαλύνθηκαν οι σχέσεις, ενώ φούντωσαν κι οι φήμες πως ο Ιωαννίδης θα βγει μπροστά με διοικητικό πόστο στον Άρη, οι οποίες υπολόγιζαν όμως χωρίς τον ξενοδόχο και αγνοούσαν πως ο ξανθός δεν μπλέξει ποτέ σε μια ιστορία, χωρίς να έχει τις προϋποθέσεις να βγει νικητής.

Είναι θεοσεβούμενος, αυτό όμως δεν τον εμπόδιζε να κατεβάζει χριστοπαναγίες κατά πάντων, ακόμα και στους παίκτες του μπροστά στην κάμερα -ή στους καμεραμέν που πλησίαζαν στον πάγκο του. Όπως λέει ο ίδιος, στα τάιμ-άουτ, που οι παίκτες έχουν ανεβάσει παλμούς από τον αγώνα, δεν έχει νόημα να πας να τους δώσεις αγωνιστικές οδηγίες, αλλά προσπαθείς να τους συνεφέρεις και να αλλάξεις την ψυχολογία τους, έστω και με αυτόν τον τρόπο.

Η θρησκευτική του πίστη δεν τον εμπόδιζε επίσης να είναι προληπτικός, να φοράει συνέχεια “γουρλίδικα σακάκα”. Ο Σκουντής περιγράφει κάπου πως πριν τα μεγάλα ντέρμπι με τον ΠΑΟΚ έβαζε τον οδηγό του πούλμαν της αποστολής να μπαίνει ανάποδα σε μονόδρομο, τράκαρε ένα παλιό αμάξι που είχε σε ένα συγκεκριμένο τοίχο και δε μοιραζόταν ποτέ τον κίτρινο αναπτήρα του.

Ο αστικός μύθος λέει επίσης πως στο Φάιναλ Φορ της Γάνδης το 88′, ο Ιωαννίδης τρελάθηκε όταν είδε στο θυρεό του ξενοδοχείου της ομάδας ένα μαύρο γάτο, που θεωρήθηκε και ως μία από τις βασικές αιτίες για την αποτυχία…

Ο ίδιος απαντά όμως πως «Με το μύθο ότι ήμουν προληπτικός, βρήκα λύση σε πολλά προβλήματα. Ελεγα δεν θέλω να δει κάποιος την προπόνηση, δεν θέλω να μπει κάποιος στο πούλμαν, η ομάδα είναι ομάδα, έχει τα χούγια της, αν θέλετε ελάτε, αλλά αν χάσουμε να ξέρετε ότι θα σας θεωρήσω υπεύθυνους. Όταν τους έλεγα ότι πρέπει να σεβαστούν την ομάδα δεν το καταλάβαιναν. Όταν προέταξα το γούρι, δεν ερχόταν κανείς. Ετσι βρήκα την ησυχία μου».

Οι ομάδες του Ιωαννίδη είχαν συχνά προστασία από τη διαιτησία -που σε αντίθεση με την τύχη ευνοεί πάντα τους ισχυρούς- ακόμα και όταν δεν την χρειάζονταν. Αυτό δεν εμπόδιζε όμως τον ίδιο να εκρήγνυται κατά των διαιτητών, για να τον φοβούνται και να τους ελέγχει, με πιο χαρακτηριστικό επεισόδιο το αγαπημένο του σακάκι, που ήθελε να το χαρίσει σε έναν γκρίζο (Τσανίδης).

Πήρες την καρδιά μου, πήρες το μυαλό μου…

Όσοι τον έζησαν τον περιγράφουν ως εξαιρετικό συνομιλητή-αφηγητή, που ξενυχτούσε τους δημοσιογράφους με αναλύσεις και ιστορίες στις αποστολές της ομάδας. Στη Βουλή πάντως δεν κατόρθωσε να αποδείξει ποτέ κάποια ρητορική δεινότητα, βάζοντας το “λοιπόν” ‘και τα λοιπά” κοκ σε κάθε τρίτη σκόρπια φράση του… Αυτόν τον καιρό, ο Σκουντής και ο Καρύδας συντάσσουν τη βιογραφία του, συζητώντας με τον ίδιο, που τους έχει υποσχεθεί να απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις -ακόμα και τις πιο δύσκολες.

Είναι ο Μίδας του ελληνικού μπάσκετ -αρκεί να θυμηθούμε όμως πως ο Μίδας σκότωνε έτσι ό,τι αγαπούσε. Έχει τους περισσότερους τίτλους, με 12 πρωταθλήματα, οκτώ με τον Άρη και τέσσερα με τον Ολυμπιακό, επίδοση που παραμένει απλησίαστη -μόνο ο Ομπράντοβιτς μπορούσε να τον ξεπεράσει αλλά σταμάτησε στα 11, πριν φύγει στη Φενέρ. Έχει ακόμα 6 Κύπελλα και τις περισσότερες νίκες στην ιστορία της Α1, με εκπληκτικό ποσοστό νικών (πάνω από 80%). Το πιο σημαντικό όμως είναι πως κατάφερε να χτίσει ανταγωνιστικές ομάδες, όπου κι αν πήγε, και σχεδόν καμιά δεν ξεπέρασε τη φυγή του χωρίς τριγμούς.

Από την άλλη όμως έχει το μελανό σημείο της ευρωπαϊκής “αποτυχίας” (αν μπορεί να θεωρηθεί τέτοια να φτάνεις σε έξι Φάιναλ-Φορ, με τρεις διαφορετικές ομάδες), ενώ κατά τραγική ειρωνεία, όλες οι ομάδες του έφτασαν σε έναν ευρωπαϊκό τίτλο λίγα χρόνια μετά -ακόμα και η Εθνική ομάδα. Μένει έτσι σαν ένα μικρό ψεγάδι, που τονίζει την απόλυτη επιτυχία του που άγγιζε την αγωνιστική τελειότητα. Αν φυσικά συμφωνούσαμε πως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα…

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: