Σκέψεις για τη “Καρδιά του Σκύλου”

Μερικές σκέψεις για το διάλογο σχετικά με το έργο του Vladimir Bortko και το διάλογο γύρω από τη προβολή του

Στις 3 του Απρίλη η Katiousa ήταν “χορηγός επικοινωνίας” στην προβολή της σοβιετικής ταινίας “Η Καρδιά του Σκύλου”, στηριγμένη στο ομώνυμο έργο του Μ. Μπουλγκάκοφ που έγινε στον κινηματογράφο Studio. Η αμφιλεγόμενη (;) φύση του έργου αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης εντός και εκτός αίθουσας. Εντός της αίθουσας η συζήτηση ήταν πολύ ενδιαφέρουσα και παραγωγική, με τις ομιλίες των κ.κ. Θ. Διαμαντή και Η. Βογιατζή να ασχολούνται με το θέμα της σοβιετικής επιστημονικής φαντασίας, του συγκεκριμένου έργου αλλά και της πορείας της ΝΕΠ (κατά τη διάρκεια της οποίας γράφτηκε το έργο) ενώ ακολούθησαν και μια σειρά από τοποθετήσεις. Πολύ ωραία βραδιά που καλό θα ήταν να γίνει συνήθεια, θα είχαμε πολλά να κερδίσουμε από μια τέτοια διαδικασία.

Ουσιαστικά ο διάλογος έδινε δύο ερμηνείες στο έργο. Η μια ερμηνεία ήταν ότι αυτό αποτελεί κριτική του Μπουλγκάκοφ στην ΝΕΠ. Η άλλη είναι ότι το έργο είναι αντικομουνιστικό. Παρακάτω θα καταθέσω τη δική μου ανάλυση, η οποία είναι, σε γενικές γραμμές, ότι το έργο είναι τουλάχιστον προβληματικό, αν όχι ανοιχτά αντικομουνιστικό.

Δεν θα προχωρήσω σε ανάλυση της θεματικής του έργου, καθότι εξ αρχής για να πάρει κάποιος θέση στο διάλογο θα πρέπει να το έχει δει, οπότε θεωρώ ότι ο αναγνώστης ανήκει σε αυτή την κατηγορία.

Η αντίληψη που λέει ότι το έργο είναι κριτική από τα αριστερά στην ΝΕΠ στηρίζεται στην υπόθεση ότι ο Πρεομπραζένσκι είναι το αστικό στοιχείο το οποίο προσπαθεί “με υλικά του παρελθόντος” να αναμορφώσει τον άνθρωπο και αποτυγχάνει. Υπάρχουν κάποια στοιχεία για να το στηρίξει κάποιος αυτό και είναι κατανοητό.

Υπάρχει όμως μια πτυχή του έργου (δεν ξέρω πώς αυτό πραγματώνεται στο βιβλίο, ίσως διαφέρει) η οποία δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας: το έργο, χωρίς να είναι καθαρά κωμωδία, αποτελείται από καρικατούρες. Οι κομματικοί είναι κάτι μεταξύ γραφικών που τραγουδάνε ύμνους για την επανάσταση κυριολεκτικά κάθε ώρα και στιγμή και ανίκανων και ηλίθιων γραφειοκρατών που δεν μπορούν να καταλάβουν το δράμα της μεγαλοφυΐας του Πρεομπραζένσκι ή ακόμα και την ειρωνεία που τους πετάει στη μούρη. Τα κλισέ εδώ δίνουν και παίρνουν, με την κριτική ακόμα και για το γεγονός ότι “οι κομμουνιστριες δεν είναι αρκετά θηλυκές”. Οι υπηρέτριες είναι κάποιες αδιάφορες φιγούρες που λειτουργούν εξυπηρετικά στην ιστορία, χωρίς καμία εμβάθυνση της προσωπικότητάς τους. Ο δε Σάρικ, η πιο προβληματική από όλες τις φιγούρες, αποτελεί ίσως την οπτική του συγγραφέα για τους εργάτες: είναι βρώμικος, μέθυσος, κλέφτης, παραβιαστικός προς τις γυναίκες, εκμεταλλευτής αθώων κορασίδων. Όλα τα κλισέ της μπουρζουαζίας για την εργατική τάξη βρίσκουν στην πένα του συγγραφέα την πραγμάτωσή τους στο πρόσωπο του. Και βέβαια, οι πολιτικές του απόψεις είναι κομμουνιστικές.

Οι μοναδικοί χαρακτήρες που αποκτούν προσωπικότητα, και που έχουν σκηνές που μας αναλύεται η σκέψη και τα συναισθήματά τους από το POV τους είναι οι δύο επιστήμονες και ο Σαάρικ, όσο αυτός είναι σκύλος όμως- και όχι τυχαία, πιθανώς για τον συγγραφέα, αυτή είναι η “κανονική” του κατάσταση. Το θέμα δηλαδή του έργου στη τελική είναι το δράμα του μεγαλοφυούς επιστήμονα ο οποίος προσπαθεί να κάνει το προλεταριάτο “Ανθρώπους” αλλά… φευ, αποτυγχάνει γιατί “δεν μπορείς να κάνεις άνθρωπο τον σκύλο”. Η ιστορία βρίσκει το τέλος της με τον αστό επιστήμονα, σαν τον κυρίαρχο της μοίρας της ιστορίας ακόμα και μετά την “ήττα” του, να αποκαθιστά την ισορροπία του κόσμου. Ξαναλέω ότι δεν έχω διαβάσει το βιβλίο για να ξέρω ότι αυτό δεν είναι θέμα της μεταφοράς στην οθόνη, αλλά αυτό που είδαμε στην οθόνη ήταν αρκετά ξεκάθαρο.

Το έργο λοιπόν είναι μάλλον αντικομουνιστικό κατ’ εμέ, και εκφράζει την δυσφορία της μικροαστικής τάξης μετά την επανάσταση. Ίσως όχι το μανιασμένο ταξικό μίσος του μεγαλοαστού που χάνει την μεγαλοϊδιοκτησία και την εξουσία του, αλλά τη δυσανεξία του εκλεπτυσμένου μικροαστού που η ευαίσθητη μυτούλα του δεν αντέχει την προλεταριακή ιδρωτίλα δίπλα του.

Τέλος, η θέση ότι ο συγγραφέας ασκεί κριτική από τα αριστερά στη ΝΕΠ προϋποθέτει ότι αυτός ήταν κομμουνιστής- και στην προκειμένη έχω την εντύπωση ότι δεν αρκεί καν το “φιλο-” δίπλα σε αυτό: η κριτική αυτή προϋποθέτει ότι ήταν τόσο βαθιά γνώστης του διαλεκτικού υλισμού που ήταν σε θέση να κρίνει ότι η ΝΕΠ δε θα οικοδομούσε τον νέο άνθρωπο γιατί χρησιμοποιούσε υλικά του παρελθόντος. Και, από όσο μπόρεσα να βρω, δεν βρήκα στοιχεία ότι ο Μπουλγκάκοφ ήταν κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, είναι γνωστό ότι όχι μόνο στήριξε τους Λευκούς κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, αλλά και ότι έγραψε σε δεύτερο χρόνο ένα έργο υπερασπιζόμενός τους. Θα μπορούσε από αυτό να πάει σε ένα σημείο που είναι κομμουνιστής που κάνει κριτική από τα αριστερά στη ΝΕΠ; Σίγουρα, ειδικά εκείνους τους καιρούς που τα πάντα άλλαζαν με ταχύτατους ρυθμούς. Αλλά αυτό πρέπει να αποδειχθεί και χωρίς αυτό είναι αντικειμενικά δύσκολο να καταλάβει κάποιος με σιγουριά τι ήθελε να μας δώσει ο συγγραφέας και τι ήθελε να μας πει.

Στο τεχνικό μέρος, η ταινία ήταν μέτρια. Η σκηνοθεσία της ήταν σχετικά καλή αλλά χωρίς να είναι και τίποτα το ιδιαίτερο, η ηθοποιία το ίδιο, ενώ το μοντάζ αρκετά φλύαρο- η ταινία θα μπορούσε να πει την ίδια ιστορία σε 30′ λιγότερου φιλμ. Τίποτα το οποίο θα αλλάξει την οπτική σου πάνω στον κινηματογράφο γενικά, σε φάσεις μάλιστα φοβερά βαρετή.

Από κει και πέρα, μέρος του διαλόγου υπήρξε το θέμα του αν η προβολή της ταινίας είναι καλή ιδέα ή αν δεν έπρεπε να γίνει. Προσωπικά θεωρώ ότι η προβολή είχε πάρα πολλά να δώσει και σε καμία περίπτωση δε θα έπρεπε να μην γίνει. Και αυτό γιατί αν χρειαζόμαστε κάτι για να πετύχουμε τον σκοπό μας, αυτό είναι η γνώση. Γνώση της θεωρίας, γνώση του κόσμου μέσα στον οποίο ζούμε και γνώση του ιστορικού διαλόγου, ειδικότερα στην περίοδο που οικοδομήθηκε για πρώτη φορά ο σοσιαλισμός. Το να κρύψουμε κάτω από το χαλί μια κριτική, και μάλιστα μια τόσο ρηχή και σαθρή, δε δείχνει ούτε εμπιστοσύνη στις ιδέες μας, ούτε στις δυνατότητες μας. Και, όπως έλεγε και ο Β. Μπένγιαμιν, ο κόσμος είναι καταδικασμένος να φαντάζει πάντα σαν μια αέναη έκπληξη για όσους δεν λένε να μάθουν από την Ιστορία.

Σε κάθε περίπτωση δεν απορρίπτω ούτε καταδικάζω την ανάγκη της λογοκρισίας σε στιγμές που αυτή χρειάζεται, αλλά μεταξύ αυτού και του να φοβάσαι σε περίοδο νηνεμίας μια σαχλή κριτική προ 90 χρόνων, δεν υπάρχει πολύ κοινό έδαφος.

Εγώ προσωπικά θεωρώ ότι απέκτησα μια λίγο συνολικότερη εικόνα για το σοσιαλισμό μετά από αυτό το έργο. Πέρα από την υλική πραγματικότητα της εποχής, τι φορούσαν, τι τρώγανε, που μέναν οι άνθρωποι τότε, είδα επί του πρακτέου ζητήματα υπαρκτά σε κάθε σοσιαλιστικό εγχείρημα, και πόσο δε μάλλον της ΕΣΣΔ, όπως την ανάγκη που έχει το εργατικό κράτος από τους αστούς επιστήμονες, πώς διαχειρίζονται θέματα αναδιανομής του πλούτου. Επίσης, είδα και το πώς αντιμετώπιζαν οι τότε μικροαστοί την επανάσταση. Και δεδομένου ότι η προβολή αφορούσε ούτως ή άλλως πεισμένους κομμουνιστές, λίγα έχουμε να φοβηθούμε από αυτήν. Το στοίχημα είναι, ούτε να πετάμε πράγματα που μπορούν να μας φανούν χρήσιμα επειδή δεν συμφωνούμε μαζί τους, ούτε να βαφτίζουμε το κρέας ψάρι για να νομιμοποιήσουμε αυτή την ανάγκη μας.

ΥΓ. Είναι μεγάλη ανάγκη να στηριχθούν οι κινηματογράφοι που ασχολούνται με τον σοβιετικό και κομμουνιστικό κινηματογράφο και ντοκιμαντέρ. Ακόμα και στις μέρες μας που στο internet μπορείς να βρεις έναν ωκεανό πληροφορίας, οι κινηματογράφοι αυτοί έχουν σημασία για τουλάχιστον δύο λόγους: Α. Γιατί επιτελούν, πέραν της προβολής καθ’ αυτής, και καταλυτικό ρόλο στην μετάφραση των έργων

Β. Γιατί πάντα υπάρχει η ανάγκη της επιτελεστικότητας ότι μέσα στην μητρόπολη της Αθήνας, υπάρχουν κινηματογράφοι που προβάλλουν τέτοιες ταινίες. Μέσα από αυτή την επιτελεστικότητα σώζεται ο χαρακτήρας της πόλης, μιας πόλης που πολλοί καθεστωτικοί προσπαθούν να ξεδοντιάσουν ταξικά μετατρέποντάς την σε ένα “νέο Βερολίνο”.

ΥΓ2. Για να καταλάβει κάποιος το επίπεδο ασχετοσύνης που χαρακτηρίζει τον αντικομουνισμό που έχουμε να αντιμετωπίσουμε, ας ρίξει μια ματιά σε αυτό το κείμενο στο CultureNow για το έργο. Ο άνθρωπος αυτός ανέλαβε να γράψει μια κριτική για κάτι που δεν καταλαβαίνει ούτε στη λήγουσα, με αποτέλεσμα να βλέπει τον δικτάτορα Στάλιν σε ένα έργο γραμμένο το 1925, να νομίζει ότι ο Στάλιν είναι “ο κατεξοχήν νέπμεν”(!) και να βλέπει το έργο σαν μία γροθιά στο στομάχι του νεποτισμούμιας και ο αρθρογράφος προφανώς νομίζει ότι η ΝΕΠ ήταν… ο νεποτισμός. Δεν είναι κακό να μην έχεις ιδέα από την ιστορία της ΕΣΣΔ. Κακό είναι να μην έχεις ιδέα για την ιστορία της ΕΣΣΔ και να θεωρείς ότι σου αναλογεί να γράφεις άρθρα στη δημόσια σφαίρα για αυτήν. Κάποια πράγματα θα ήταν αστεία αν εκατομμύρια άνθρωποι δεν είχαν δώσει όλο τους το Είναι για αυτή την υπόθεση. Δεν μπορεί να την μαγαρίζεις με μια μονοκοντυλιά για το YOLO. Τέσπα…

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

4 Σχόλια

  • Ο/Η Vivi.Laina λέει:

    Θα ήθελα να ρωτήσω τον συντάκτη του άρθρου εάν γνωρίζει ρωσσικά. Και αν ναι, πόσο καλά;

    • Ο/Η Drugitiz λέει:

      Το πιο εντυπωσιακό που ξέρω είναι ότι η βότκα σημαίνει “νεράκι”. Δυστυχώς όχι π0λλά παραπάνω.

      • Ο/Η Vivi.Laina λέει:

        Κατά την γνώμη μου το έργο έχει στοιχεία και επιστημονικής φαντασίας και πολιτικής σάτυρας και σαρκασμού (αυτό που λέτε καρικτρούρες) και κριτικής, ωστόσο αποτυπώνει έκδηλα και την σύγχυση του Μ.Α. Μπουλγκάκωφ απέναντι στην σοβιετική εξουσία, έχοντας περάσει τα έτη 1917-1921 στην Ουκρανία υπό συνθήκες εμφυλίου πολέμου.

        Το έργο του αν και λογοκρίθηκε κατά καιρούς από διάφορα σοβιετικά όργανα, ποτέ δεν τέθηκε σε καθολική απαγόρευση, μάλιστα λέγεται ότι ο Ι.Β. Στάλιν είχε εκφασθεί υπέρ της άρσης της απαγόρευσης και της επαναφοράς στην σκηνή του θεατρικού έργου “Дни Турбиных” (Οι μέρες των Τουρμπίν), βασισμένο στο μυθιστόρημα “Белая гвардия” (Λευκή Φρουρά) στο οποίο ο συγγραφέας παρουσιάζει όλο το χάος του εμφυλίου όπως το έζησε στην Ουκρανία, χωρίς να έχει εύκολες απαντήσεις για τα τεκτενόμενα εκείνη την εποχή, όταν 1+1 δεν έκανε πάντα 2. Συμφωνώ με πολλά απ’ όσα λέτε και διαφωνώ με άλλα, ωστόσο δεν το κρίνω ως αντικομμουνιστικό, όπως θα ήθελαν πολλοί στην πατρίδα του συγγραφέα.

        Θα μπορούσαμε να πούμε και να γράψουμε πολλά ακόμη και για την κριτική που έμμεσα άσκησε ο Μ.Α. Μπουλγκάκωφ, αλλά και για την “ανημπόρια” του να ερμηνεύσει και να κατανοήσει τα κοινωνικοπολιτικά φαινόμενα της εποχής του, ίσως με άλλη ευκαιρία.

        Διαφωνώ με τις τεχνικές παρατηρήσεις, η μεταφορά από το βιβλίο είναι άριστη, η ταινία ούτε μακρόσυρτη είναι, ούτε βαρετή, η σκηνοθεσία λιτή και μετρημένη, πάντα με σεβασμό στον συγγραφέα, αφήνει τον θεατή να βρίσκεται σε έναν “χώρο” ανάμεσα σε θεατρική παράσταση και κινηματογραφική ταινία. Η εκτέλεση από τους ηθοποιούς εξαιρετική με κορυφαίο τον διακεκριμένο Εβγκένι Εφστεγκνέεφ – Καλλιτέχνη του Λαού ΕΣΣΔ, κάτοχο του Κρατικού Βραβείου της ΕΣΣΔ. Πολλές από τις παρατηρήσεις σας τις αποδίδω στην μη γνώση της γλώσσας (γι’ αυτό έθεσα και το σχετικό ερώτημα), η μετάφραση όσο καλή και να είναι, στερεί από τον θεατή ένα μέρος της ατμόσφαιρας και της αυθεντικότητας.

        “Ναι” στο να γίνονται συζητήσεις, να προβάλλονται ταινίες, να ακούγονται μουσικές, να γνωρίζουν οι άνθρωποι τους συντελεστές και τα επιτεύγματα στην τέχνη αυτού του μοναδικού ιστορικού πειράματος – της ΕΣΣΔ, ώστε γίνει κατανοητό ότι τα επιτεύγματα αυτά δεν ήταν πυροτεχνήματα, αλλά αποτέλεσμα της απόφασης του σοβιετικού κράτους να φθάσει η τέχνη στο λαό και να γίνει υπόθεσή του.

        Αν και έχω δεί την ταινία πάνω από 10 φορές, λυπάμαι που δεν κατάφερα να παρευρεθώ στην προβολή.
        Ευχαριστώ.

        • Ο/Η Drugitiz λέει:

          Έχετε πολύ καλή γνώση του αντικειμένου και εξίσου καλή γνώση χειρισμού της γλώσσας. Το απόλαυσα το ποστ και θα σας πρότεινα να το μετατρέψετε σε αυτόνομο κείμενο και να το στείλετε στη Κ για δημοσίευση- ξέρω ότι ο διάλογος σχετικά με τη ταινία είναι επιθυμητός από τους ανθρώπους του site και άλλωστε σε αυτό το πνεύμα δημοσιεύτηκε και το δικό μου.

          Γενικά όπως είπα και στο κείμενο δεν έχω διαβάσει το βιβλίο, ούτε γνωρίζω την προσωπική πολιτική πορεία του Μπ. που είναι ίσως κλειδί για να κατανοήσω το έργο καλύτερα. Ξέρω ότι ο Στάλιν προσωπικά του έδειχνε μια συμπάθεια αλλά αυτό δεν απαντάει και σε πολλά. Αλλά το βασικό point του κειμένου νομίζω παραμένει: η ιστορία είναι η ιστορία του Πρεομπραζένσκι και του προσωπικού του άθλου. Αυτός είναι ο πρωταγωνιστής, οι αξίες του είναι οι κανονιστικές αρχές της ιστορίας, αυτός ο μοναδικός ενεργός δρωντας στην όλη κατάσταση. Το δικό του point of view και τις δικές του σκέψεις και συναισθήματα βλέπουμε. Όλοι οι άλλοι είναι καρικατούρες και παθητικές φιγούρες που στη καλύτερη δρουν αντανακλαστικά. Την περίοδο λοιπόν της δεκαετίας του 1920 με τον κόσμο να αλλάζει μέρα με τη μέρα, ο Μπ. επιλέγει να μας πει την ιστορία ενός μεσοαστού και πως οι στεγνοί στο μυαλό προλετάριοι δεν καταλαβαίνουν ούτε τη σημαντικότητα του έργου του, ούτε τις ανάγκες του. Το οποιό σε κάθε περίπτωση είναι σίγουρα θέμα προς διερεύνηση, και αυτοί οι άνθρωποι θα ζουν σε μια μετεπανστατική κοινωνία άρα και αυτών την φωνή πρέπει να ακούσουμε. Αλλά και αντικειμεινικά στέκεται ενάντια στο βάθεμα της επανάστασης.

          Γενικά εδώ μπορεί να ανοίξει εν γένει μια συζήτηση για τη στάση των διανοούμενων κατά την Οκτωβριανή Επανάσταση. Έχω μια γενική εικόνα ότι κινόντουσαν μεταξύ αδυναμίας κατανόησης του τι γινόταν και της εχθρικής στάσης απέναντι σε αυτήν και αυτό γιατί βλέπαν συγκεκριμένα υλικά συμφέροντα να θίγονται υπέρ του προλεταριάτου. Δεν είναι τυχαίο μάλιστα ότι αυτό εξακολούθησε σαν πρόβλημα σε όλη τη διάρκεια της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, είτε βγαίνοντας ως αυτονόμηση των υλικών συμφερόντων τους από αυτών της κοινωνίας, είτε με την αυτομόλησή τους στη Δύση για το κυνήγι μιας καρριέρας. Και το γεγονός ότι η ΕΣΣΔ γνώρισε τέτοιες δόξες στις τέχνες και τις επιστήμες παρόλο το πρόβλημα αυτό είναι ακριβώς γιατί υπήρχε μια ολόκληρη κοινωνική μηχανή που έδινε το έδαφος και έσπρωχνε προς αυτή τη κατεύθυνση.
          Πάντως σε καμμία περίπτωση δεν αποδίδω στον Μπ. κάποια έξτρα εχθρικότητα προς την επανάσταση πέραν αυτής της γενικής στάσης. Το λέω άλλωστε ότι δεν βγάζει ένα ταξικό μίσος αλλά μια δυσφορία. Ίσως και “ανημπόρια” κατανόησης όπως λέτε, για τους ταξικούς λόγους που είπα παραπάνω. Αλλά όλα αυτά δεν αλλάζουν τα όσα περιέγραψα για το έργο.

          Κατέληξα να γράφω πάλι σεντόνια, συγνώμη.

Κάντε ένα σχόλιο: