Πίσω από το χαμόγελο του Ρομπιούν

Προσπαθούσα να κρύψω το χαμόγελό μου, δεν ήθελα να νομίζει πως τον κοροϊδεύω ή γελάω μαζί του. Ήταν το χαμόγελο της κατανόησης, το κατάλαβα πως κατάλαβε ότι με εμάς δεν έχει φόβο. Μόνο συμπόνοια.

Ο Ρομπιούν είναι από το Μπαγκλαντές. Τον συναντάμε συχνά στο πάρκο κοντά στο σπίτι όταν βγάζουμε βόλτα το σκύλο ή γυρίζουμε από την αγορά ή πίνουμε τον καφέ μας κάτω από τα ελάχιστα πλατάνια που έχουν μείνει.

Μια μέρα κόπιασε στο τραπέζι μας. Ο σκύλος του έκανε τρελές χαρές. Είχε έρθει να μας δείξει την πραμάτια του. Τα καινούρια του φωτάκια και όλα αυτά τα μπιχλιμπίδια που χωρούσαν στις πολύχρωμες σακούλες του. Δεκαπέντε κιλά ζύγιζε. Το είχε πάντα μαζί του. Τον πετύχαμε προς το τέλος της …βάρδιάς του, οπότε κάθισε κοντά μας και μοιραστήκαμε δυο κουβέντες λίγο πριν τελειώσει η μέρα. Είπαμε να πιούμε μια δροσερή λεμονάδα παρέα.

Είχε που λες ο Ρομπιούν δύο παιδάκια, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι που ζουν με τη μητέρα τους πίσω στην πατρίδα. Δεν κρύβονταν, άτιμε, τα δάκρυα της περηφάνιας και της συγκίνησης όσο μας μιλούσε για εκείνους. Μας έδειχνε φωτογραφίες κι η φωνή του έσπαγε ολοένα. Μάθαμε πως ζει μαζί με άλλους έξι στο ίδιο σπίτι, ο γαμπρός του τον προέτρεψε να έρθει εδώ. Μας διαβεβαίωσε πως έχει όλα τα χαρτιά του, έκανε κίνηση να μας τα δείξει. Τον σταματήσαμε με τρόπο. Κάθε έξι μήνες η ίδια διαδικασία για την ανανέωση της άδειας παραμονής. Ντράπηκε, όμως μας εξήγησε τον φόβο του για τους ασφαλίτες. “Οι πολίσμεν όλα καλά λίγη φασαρία και τέλος. Ω, εκείνοι οι σεκιούριτι όμως. Δε ξέρει από πού θα βγουν. Δεν τους καταλαβαίνει Ρομπιούν. Αμ σόρρυ, μη με μισαντερντάντ…” Προσπαθούσα να κρύψω το χαμόγελό μου, δεν ήθελα να νομίζει πως τον κοροϊδεύω ή γελάω μαζί του. Ήταν το χαμόγελο της κατανόησης, το κατάλαβα πως κατάλαβε ότι με εμάς δεν έχει φόβο. Μόνο συμπόνοια.

Γελούσε και ήταν σα μικρό παιδί. Δεν τον έκανες πάνω από 25 χρονών. Κι όμως, αυτό το μεγάλο παιδί είχε τα δικά του παιδιά που αγαπούσε και του έλειπαν. Κι ήταν εδώ για εκείνα, για τη γυναίκα του και για τον πατέρα του. Οι αδερφές του είχαν παντρευτεί, είχαν βρει το δρόμο τους. Εκείνος όμως έπρεπε να σταθεί στο πλευρό των κοντινών του ανθρώπων, γι’ αυτό χαμογελούσε. Γιατί πιστεύει ακόμα πως υπάρχει ελπίδα μια μέρα να ζει κοντά τους και να μην υπάρχουν πια τόσα χιλιόμετρα ανάμεσά τους. Υπάρχει ελπίδα να ζουν όλοι μαζί σε ένα όμορφο σπίτι με ωραίο κήπο, με το μαγειρεμένο φαγητό να τους σπάει τις μύτες και το φρέσκο ψωμί να γεμίζει τις κοιλίτσες των παιδιών του.

Μάζεψε τα πράγματά του μέσα στις σακούλες του και τις φορτώθηκε. Τσουγκρίσαμε μια τελευταία φορά τα ποτήρια μας και ήπιε την τελευταία γουλιά της λεμονάδας του. “Δε μπορώ άλλο ρύζι φίλε”, ψέλλισε, “σήμερα έχω μαγείρεμα. Δύο κιλά μοσχάρι και ρύζι. Είμαστε έξι άτομα. Καλά δεν θα ‘ναι; Καλά θα ‘ναι…”, γέλασε. Μας χαμογέλασε και μας καληνύχτισε.

Όμως το νιώσαμε πως δε του φτάνει να είναι μόνο καλά. Θέλει το καλύτερο. Και θα συνεχίζει μέχρι να το βρει.

“Μέχρι να βρούνε απάγκιο όσοι ζουν σε φυγή”.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: