Τι είναι ο Μίκης Θεοδωράκης για έναν τριαντάρη;

Τι μπορεί να είναι ο Μίκης Θεοδωράκης για κάποιον που γεννήθηκε το 1990, για κάποιον δηλαδή που δεν έζησε ούτε καν στα απόνερα της Αντίστασης, του Δημοκρατικού Στρατού, της παρανομίας, των Λαμπράκηδων και της χούντας;

Με τη συμπλήρωση των πρώτων ημερών από το θάνατο του Μίκη Θεοδωράκη με επισκέφτηκε μια ακατέργαστη αίσθηση απώλειας. Στην προσπάθειά μου να κατανοήσω το υπόβαθρο αυτής της αίσθησης συνειδητοποίησα ότι για να υπάρχει απώλεια πρέπει πρώτα να κατέχεις κάτι. Και τι έχω εγώ, ένας τριαντάρης, από το Θεοδωράκη, αναρωτήθηκα. Τι μπορεί να είναι ο Μίκης Θεοδωράκης για κάποιον που γεννήθηκε το 1990, για κάποιον δηλαδή που δεν έζησε ούτε καν στα απόνερα της Αντίστασης, του Δημοκρατικού Στρατού, της παρανομίας, των Λαμπράκηδων και της χούντας;

Η απάντηση είναι μία: μνήμες. Μόνο μνήμες. Είναι η «Ομορφη Πόλη», το πρώτο τραγούδι που καταχωρήθηκε κατά τύχη στο εφηβικό μυαλό μου ως «Θεοδωράκης» και που το άκουγα σχεδόν εμμονικά για ώρες. Είναι οι δεκάδες μελωδίες στο ραδιόφωνο κι εκείνες που τραγουδούσα στις σχολικές γιορτές χωρίς ακόμα να ξέρω ή να αναγνωρίζω ότι είναι «Θεοδωράκης». Είναι οι εκπομπές που συμμετείχε στην τηλεόραση και που τις έγραφαν οι γονείς μου σε βιντεοκασέτες, εάν δε μπορούσαμε να τις παρακολουθήσουμε την ώρα που μεταδίδονταν. Είναι το «σώπα όπου να ‘ναι θα σημάνουν οι καμπάνες» και το «η ζωή τραβάει την ανηφόρα» που άκουσα πρώτη φορά από έναν συμμαθητή μου με το αποκαλυπτικό για εμένα σχόλιο «αυτά παίζουν στις συγκεντρώσεις του ΚΚΕ». Είναι ο στίχος «αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας» που για καιρό άκουγα ως «αυτό το Κόμμα είναι δικό τους και δικό μας» και που ντράπηκα όταν κατάλαβα τι λέει πραγματικά ο ποιητής. Είναι τα τραγούδια στις σχολικές εκδρομές. Είναι ο τριπλός δίσκος που μου πήρε δώρο γενεθλίων στη Γ΄ Γυμνασίου μια αγαπημένη φίλη λέγοντας μου απολογητικά «η μαμά μου το διάλεξε». Είναι η φωνή του Βασίλη Παπακωνσταντίνου να τραγουδάει Θεοδωράκη, που ξεσήκωνε τη γειτονιά του από τα χαράματα όταν πηγαίναμε για κατάληψη στο σχολείο. Είναι «το τρένο φεύγει στις οκτώ» που έπαιζε κατά λάθος μουσικό χαλί στα μεγάφωνα του σχολείου ενόσω εγώ καβγάδιζα με τη Διευθύντρια της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, τραγούδι που έχει ταξιδέψει ακόμα και στην Ιαπωνική γλώσσα. Είναι το «κι εσύ λαέ βασανισμένε μην ξεχνάς τον Ωρωπό» που ανακάλυψα στα φοιτητικά μου χρόνια. Είναι η «Προδομένη μου Αγάπη» με τη φωνή της Ζαβιτσιάνου να με συνεπαίρνει στα 25. Είναι οι μαγνητοσκοπημένες συναυλίες στο Καραϊσκάκη μετά τη δικτατορία, την αξία των οποίων κατάλαβα μόνο όταν είδα τον πατέρα μου να συγκινείται βλέποντας τις στο διαδίκτυο. Είναι τα μισόλογα που άκουγα από τους μεγάλους για τις πολιτικές του επιλογές, για το «Καραμανλής ή τανκς», οι ακαταλαβίστικες τότε και ανώφελες σήμερα συζητήσεις για το «Θεοδωράκης ή Χατζιδάκις». Είναι το «άσμα ασμάτων» με τη φωνή της Joan Baez που άκουσα τη νύχτα της απολογίας του Μιχαλολιάκου. Είναι ο «Αντώνης» με τη φωνή της Φαραντούρη που άκουσα το πρωί πριν τη μεγάλη διαδήλωση στο Εφετείο στις 7 Οκτώβρη του 2020, «κι εσύ λεβέντη μου έλα εδώ βράχο διπλό κουβάλα», σκοπός που μπήκε στα χείλη των Αφγανών από τον Ustad Madadi. Είναι η Suite No1  και το Three Carnival Dances: Little Horse/Camel που αποτέλεσαν την αφορμή για να εξοικειωθώ αργότερα με το ρυθμό του Shostakovich.

Aυτό που είχα στην κατοχή μου λοιπόν ήταν μνήμες-τεκμήρια των σύγχρονων ιστορικών παραδόσεων του λαού μου.  Και ακριβώς για αυτό, παρότι δεν έχω βιώματα, νιώθω αυτήν την αίσθηση της απώλειας. Ακόμα και αν το έργο του Μίκη Θεοδωράκη ξεπέρασε το ίδιο το πρόσωπο, ήταν τέτοια η ταύτιση του έργου του με όσα έγιναν στην πράξη  που ο θάνατος του μπορεί να γίνει αντιληπτός και ως απώλεια ενός τεκμηρίου. 

Οι μελωδίες του για πολλά χρόνια ακόμα θα καθορίζουν το αισθητικό κριτήριο ενός σημαντικού μέρους των Ελλήνων και όχι μόνο. Νομίζω ωστόσο ότι η κατανόηση του έργου του θα απαιτεί στο μέλλον μια «προσχώρηση» στις ιστορικές συνθήκες, τις εξεγερτικές αξίες και τα ιδανικά που επέτρεψαν τη γέννηση του, σε αυτόν τον «αγώνα του ενστίκτου και της ανάγκης». Είναι αυτή ακριβώς η «προσχώρηση» που θα επιτρέψει σε όποιον την επιχειρήσει μελλοντικά, να ζυγίσει την απελευθερωτική δύναμη των ιδεών του έργου του Θεοδωράκη.

 Σε τελική ανάλυση ο Μίκης Θεοδωράκης, είναι σήμερα για έναν τριαντάρη η παραδοχή ότι υπάρχει μέλλον, ότι «το μέλλον διαρκεί πολύ», αν μη τι άλλο τόσο όσο θα υπάρχει η μουσική του. 

Γ.Γ.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 σχόλιο

  • Ο/Η Constantinos Pegos λέει:

    Κι αυτός που γεννήθηκε κάπου στη δεκαετία του 1970 όπως η αφεντιά μου ”δεν έζησε ούτε καν στα απόνερα της Αντίστασης, του Δημοκρατικού Στρατού, της παρανομίας, των Λαμπράκηδων και της χούντας…”. Μεγαλώσαμε όμως σε μια έντονα πολιτικά δεκαετία, της ”αλλαγής” του ΠΑΣΟΚ, της διάλυσης του Ανατολικού μπλοκ κτλ. Λίγο η οικογένεια, λίγο οι φίλοι, λίγο οι εφηβικές ανησυχίες…άλλου περισσότερο, αλλού λιγότερο, οι αναμνήσεις μου έχουν κάτι από Θεοδωράκη που θα μ’ ακολουθούν πάντα.

Κάντε ένα σχόλιο: