Ερωτήματα για το 1821 – Τι συνέβη στην Έξοδο του Μεσολογγίου;

Η θυσία του Μεσολογγίου, όσο βαρύ πλήγμα κι αν ήταν στρατιωτικά για τους επαναστάτες, πέρασε αμέσως στη σφαίρα της αθανασίας, εντός κι εκτός ελλαδικού χώρου.

Στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν περνούσε από εκεί ο περιηγητής Έντουαρντ Ντόντουελ, το Μεσολόγγι ήταν μια μικρή πόλη 5500 ψυχών, χτισμένη στις όχθες μιας λιμνοθάλασσας στη δυτική εσχατιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τα δώδεκα μεγάλα εμπορικά πλοία που κατέγραψε ο Ντόντουελ το 1805, δεν αποτελούσαν παρά ένα αχνό απομεινάρι της βραχύβιας εμπορικής δόξας που είχε γνωρίσει το Μεσολόγγι μετά το 1740, όταν τουλάχιστον 50 πλοία ισχυρών καραβοκύρηδων της πόλης διέσχιζαν τη Μεσόγειο. Οι περισσότεροι κάτοικοι ζούσαν σε τρεις χαμηλές νησίδες μέσα στη λιμνοθάλασσα. Τα σπίτια διακρίνονταν σε λιγοστά πολυτελή αρχοντικά, πιο φτωχικά πέτρινα σπίτια με λασπώδεις αρμούς καθώς και τα σπίτια των ψαράδων από ξύλο με τις ψάθινες και καλαμένιες στέγες. Στη διάρκεια των Ορλωφικών του 1770, η πόλη είχε καταστραφεί ολοσχερώς ως αντίποινα από τους Οθωμανούς, ανακτώντας σταδιακά τον πληθυσμό, όχι όμως και την οικονομική σημασία της. Οι πικρές αναμνήσεις της αιματηρής κατάπνιξης της εξέγερσης μισό αιώνα νωρίτερα, όπως και η ευκολότερη προσβασιμότητα οθωμανικών δυνάμεων στην περιοχή από τις οδικές αρτηρίες της εποχής, συνέβαλαν πιθανότατα στη συγκριτικά καθυστερημένη συμμετοχή του Μεσολογγίου στα επαναστατικά γεγονότα του Μαρτίου του 1821. Στο στρατιωτικό τουλάχιστον κομμάτι, η διστακτικότητα αυτή αντανακλούσε κυρίως την αρχική ταλάντευση των σημαντικότερων αρματολών της Στερεάς, όπως ο Γεώργιος Καραϊσκάκης και ο αμφιλεγόμενος Γεώργιος Βαρνακιώτης.

Τελικά το Μεσολόγγι μπήκε στο αγώνα δυο μήνες μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης, το Μάιο του 1821 και μέσα σε λίγους μήνες ο πληθυσμός της πόλης διπλασιάστηκε, καθώς τις μουσουλμανικές κι εβραϊκές οικογένειες που εγκατέλειψαν την περιοχή, υπεραναπλήρωσαν οι ορθόδοξοι πρόσφυγες από την Ήπειρο και τα γύρω μέρη. Η πόλη έγινε επίσης και το επίκεντρο των πολιτικών εξελίξεων, με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, το σημαντικότερο πολιτικό άντρα της Επανάστασης, να την επιλέγει ως κέντρο δράσης, ενώ παράλληλα άρχισαν να καταφθάνουν Φιλέλληνες, με γνωστότερο φυσικά το λόρδο Μπάιρον, αλλά και τον Ελβετό Γιόχαν – Γιάκομπ Μάιερ, που με τα “Ελληνικά Χρονικά” εξέδωσε μια από τις πρώτες εφημερίδες του υπό διαμόρφωση ελληνικού κράτους.

Οι Οθωμανοί δεν έμειναν άπραγοι, αλλά με δύο πολιορκίες το 1822 και το 1823, υπό τον Κιουταχή και τον Ομέρ Βρυώνη, προσπάθησαν -χωρίς επιτυχία – να στερήσουν από τους Επαναστάτες το βασικό στρατηγικό σημείο αναφοράς στη Δυτική Στερεά. Οι αρχικές αυτές αποκρούσεις του κινδύνου ενίσχυσαν την πολιτικοστρατιωτική σημασία του Μεσολογγίου, που μετά το 1824 ορίστηκε ως έδρα του οργανισμού της Δυτικής Χέρσου Ελλάδας. Η Διοικούσα Επιτροπή της πόλης είχε να ασχοληθεί με πιεστικά ζητήματα, όπως τα οχυρωματικά έργα, η διαχείριση των οικονομικών, η υγειονομική περίθαλψη και η απονομή δικαιοσύνης. Οι αντιπαραθέσεις γι’ αυτά ήταν οι δίαυλοι μέσα από τους οποίους εκφράζονταν τοπικές, προσωπικές, αλλά κυρίως πολιτικές και ταξικές αντιθέσεις, εντός του επαναστατικού στρατοπέδου, που αποτέλεσαν και το έδαφος για τις δυο εμφύλιες αναμετρήσεις του 1823 και 1824. Την ίδια στιγμή, οι περισσότεροι κάτοικοι ζούσαν σε ένα καθεστώς επαναστατικής ευφορίας, με τα γλέντια και τους γάμους να βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη, αν πιστέψει κανείς τις αναφορές αυτοπτών, όπως ο Μίλιγκεν, αλλά και τον ιστορικά διαπιστωμένο ψυχολογικό μηχανισμό ενίσχυσης των τάσεων διαφυγής από την πραγματικότητα σε περιόδους άμεσου κινδύνου θανάτου και γενικής αβεβαιότητας για το αύριο.

Σημείο καμπής για την τύχη της πόλης ήταν η έναρξη της τρίτης πολιορκίας από τον Κιουταχή τον Απρίλη του 1825. Τους πρώτους μήνες οι πολιορκούμενοι άντεξαν αξιοθαύμαστα απέναντι στις υπέρτερες δυνάμεις του εχθρού, με τους κατοίκους να συμμετέχουν σύσσωμοι στην αμυντική προσπάθεια, ανάμεσά τους γυναίκες και παιδιά που κουβαλούσαν χώμα, πέτρες, ξύλα και χόρτα για την οχύρωση του Μεσολογγίου. Η πλάστιγγα όμως έγειρε οριστικά υπέρ των Οθωμανών μετά την άφιξη του “κακού δαίμονα” της Επανάστασης, Ιμπραήμ Πασά και των 6000 ή κατ’ άλλους 10.000 ανδρών του, που προστέθηκαν στη στρατιά του Κιουταχή, κι άρχισαν να περισφίγγουν μεθοδικά την πόλη.

Την ίδια στιγμή, η υποτυπώδης κυβέρνηση των Επαναστατών, βυθισμένη στις ενδοεπαναστατικές έριδες, χωρίς χρήματα και απασχολημένη με την επερχόμενη Γ’ Εθνοσυνέλευση, ελάχιστα έκανε προς βοήθεια των πολιορκημένων κι αυτά με μεγάλη καθυστέρηση. Οι επανειλημμένες προσπάθειες του Μιαούλη να σπάσει τον Οθωμανικό αποκλεισμό έπεσαν στο κενό, οδηγώντας σε συνδυασμό με τη δυσαρέσκεια των πληρωμάτων από την Ύδρα για την έλλειψη πληρωμής τους σε αποχώρηση του ελληνικού στόλου στις αρχές Απρίλη του 1826. Την ίδια στιγμή, ο πολιτικός αντίπαλος του Μαυροκορδάτου, Γεώργιος Καραϊσκάκης, χολωμένος από την απόφαση της κυβέρνησης να διορίσει το Σουλιώτη Κώστα Μπότσαρη αντί του ίδιου στη θέση του αρχιστράτηγου, άφησε τους άνδρες του που βρισκόταν έξω από το Μεσολόγγι ουσιαστικά αδρανείς, με εξαίρεση την περίθαλψη όσων γλίτωσαν από την σφαγή που ακολούθησε την Έξοδο. Μόνο μετά την άλωση της πόλης ήταν που οριστικά ο τυχοδιώκτης αρματολός “γιος της καλογριάς” θα επιδίδονταν στα ανδραγαθήματα που, μαζί με το θάνατό του στη μάχη θα τον καθιέρωναν ως το δημοφιλέστερο ίσως στρατιωτικό ηγέτη του αγώνα μετά τον Κολοκοτρώνη. Για τον αυτόπτη μάρτυρα και συμμετέχοντα στα γεγονότα, στρατηγό Σπυρομήλιο, η πτώση του Μεσολογγίου ήταν σκευωρία του αγγλικού κόμματος, που είχε επικρατήσει νωρίτερα στις εμφύλιες συγκρούσεις της επανάστασης, “ώστε να αποκατασταθεί ευκόλως η Πελοπόννησος ως εν πριγκηπάτον”. Όπως όλες οι μαρτυρίες αγωνιστών και άλλων αυτοπτών της εποχής εκείνης, τέτοιου είδους απόλυτες κρίσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερη προσοχή, χωρίς αυτό να μειώνει τις σοβαρές ευθύνες της κεντρικής διοίκησης για τα βαριά λάθη και τις ανεπάρκειές της στην υπεράσπιση της πόλης.

Αποκλεισμένη πια πλήρως και χωρίς δίαυλο ανεφοδιασμού, η πόλη άρχισε να βιώνει σκηνές πρωτοφανούς πείνας. Τα ψάρια είχαν εξαφανιστεί λόγω των συνεχών βομβαρδισμών, ενώ ό,τι φαγώσιμο υπήρχε και δεν υπήρχε άρχισε να καταναλώνεται από τους απεγνωσμένους κατοίκους. Σκύλοι, γαϊδούρια, ποντικοί, αρμιρίκια της θάλασσας που ξεπλένονταν και βράζονταν για να φύγει η πικράδα αποτέλεσαν τις βασικές πηγές θερμίδων τις βδομάδες που προηγήθηκαν της Εξόδου, ενώ αναφέρονται ακόμα και περιστατικά ανθρωποφαγίας. Το σκηνικό της φρίκης επιτείνονταν με τους συνεχείς βομβαρδισμούς, όπου οι τραυματίες συχνά πέθαιναν από την έλλειψη ιατρικής φροντίδας. Η απελπισία έφτασε σε τέτοιο σημείο, ώστε συζητήθηκε σοβαρά το ενδεχόμενο στη διάρκεια συνέλευσης να σφαγούν όλοι οι άμαχοι της πόλης, όπου μάλιστα οι άντρες της μιας οικογένειας θα αναλάμβαναν να σκοτώσουν τα μέλη μιας άλλης, ώστε να μην ανακύψουν αισθήματα πατρικής, συζυγικής ή αδελφικής συμπόνοιας. Η μακάβρια αυτή απόφαση αποτράπηκε με την αποφασιστική παρέμβαση του επισκόπου Ιωσήφ, που απείλησε με κατάρες όσους προέβαιναν σε αυτή την πράξη και έκλαψε δημόσια μπροστά στους συγκεντρωμένους. Ο ίδιος φρόντισε να παντρευτούν τότε όλες οι νέες κοπέλες της πόλης, για να μην πέσουν ως παρθενικό λάφυρο στα χέρια των Οθωμανών. Τότε ήταν που αρραβωνιάστηκε ο Κίτσος Τζαβέλας τη Βασιλική από το Αγρίνιο, με την οποία είχε ήδη ένα παιδί και ήταν έγκυος στο δεύτερο, σκανδαλίζοντας τα συντηρητικά ήθη της εποχής.

H ημερομηνία της Εξόδου ορίστηκε από τους οπλαρχηγούς και προκρίτους της πόλης για τη νύχτα της 10ης προς 11ης Απρίλη, Κυριακής των Βαΐων, με τους πολιορκημένους να χωρίζονται σε τρεις ομάδες, που θα έβγαιναν από την πόλη ακολουθώντας διαφορετικές διαδρομές. Άνδρες οπλισμένοι κρατούσαν τα παιδιά και τις γυναίκες τους μαζί με τ’ άρματα, ενώ δεν ήταν λίγες όσες ντύθηκαν αντρικά, άλλες με όπλα για να πολεμήσουν μέχρις εσχάτως κι άλλες απλά ελπίζοντας πως η μεταμφίεση θα τους εξασφάλιζε τουλάχιστον έναν άμεσο θάνατο ως εχθρών πολεμιστών, αντί του βιασμού ή της σκλαβιάς σε περίπτωση που τις άφηναν ζωντανές. Κάποιες αυτοκτόνησαν, ενίοτε πνίγοντας τα παιδιά τους πρώτα στη λίμνη ή σε πηγάδια, ή φονεύθηκαν από τους άντρες τους, ενώ άλλες συγκεντρώθηκαν στο σπίτι του ηλικιωμένου πρόκριτου Χρήστου Καψάλη, που είχε μείνει στο Μεσολόγγι. Εκείνος τις έβγαλε στο μπαλκόνι για να δελεάσει τους Οθωμανούς, κι όταν μαζεύτηκαν αρκετοί πυροδότησε τα πυρομαχικά με τα οποία είχε ζώσει το σπίτι, ώστε να παρασύρει σε αυτή την “επιχείρηση αυτοκτονίας” όσους περισσότερους εχθρούς μπορούσε. Λιγότεροι από τους μισούς ήταν οι πολεμιστές που βγήκαν ζωντανοί από την Έξοδο, κι ακόμα πιο λιγοστά τα γυναικόπαιδα. Αν και δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία, συχνά αναφέρεται ο αριθμός των 13.500 συνολικά στη διάρκεια της πολιορκίας του Μεσολογγίου, ενώ σε 4000 υπολογίζονται οι άμαχοι.

Η θυσία του Μεσολογγίου, όσο βαρύ πλήγμα κι αν ήταν στρατιωτικά για τους επαναστάτες, καθώς άνοιγε πλήρως ο δρόμος στις ορδές του Κιουταχή για την επανάκτηση της Στερεάς, πέρασε αμέσως στη σφαίρα της αθανασίας, εντός κι εκτός ελλαδικού χώρου. Ο φιλελληνισμός της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης επανακεντρίστηκε και οι φιλελληνικές επιτροπές ξαναπλημμύρισαν δωρεές. Στο Παρίσι το άκουσμα της είδησης πυροδότησε φοιτητική διαδήλωση στο Παρίσι που απαίτησε παρέμβαση του βασιλιά Καρόλου υπέρ των επαναστατών. Ο μεγάλος ρομαντικός ζωγράφος Ευγένιος Ντελακρουά, λίγα χρόνια μετά τον εμβληματικό του πίνακα για τη Σφαγή της Χίου, δημιούργησε ακόμα ένα έργο – σταθμό για την ελληνική υπόθεση, με την “Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου”, ενώ τα παράδειγμά του ακολούθησαν αρκετοί συνάδελφοί του, όπως ο Φλαντέν, ο Ντε Λανσάκ, ο Λανγκλουά. Μια σειρά ποιητές, Άγγλοι, Γάλλοι, Ιταλοί και Γερμανοί, με γνωστότερα παραδείγματα το Βίκτωρ Ουγκό και τον Γκαίτε, εμπνεύστηκαν τότε και τα αμέσως επόμενα χρόνια από το μύθο του Μεσολογγίου, επανατροφοδοτώντας τον με το έργο τους. Η Έξοδος του Μεσολογγίου έγινε φυσικά κι ένα από τα σημεία αναφοράς της υπό διαμόρφωση νεοελληνικής λογοτεχνίας, με επίκεντρο τους “Ελεύθερους Πολιορκημένους”, του αριστουργήματος του Διον. Σολωμού, στο οποίο αφιέρωσε πολλά χρόνια από τη ζωή του, αφήνοντάς το, όπως σχεδόν το σύνολο του ποιητικού του έργου, αποσπασματικό. Εκατό χρόνια μετά την Έξοδο, ο μεγαλωμένος στο Μεσολόγγι Κωστής Παλαμάς θα απήγγειλε ο ίδιος στη διάρκεια των επετειακών εκδηλώσεων τους στίχους:

“Μισολόγγι.
Χαρά της Ιστορίας, γη απαγγελμένη.
Πάνε εκατό χρόνια/ κι ας πάνε.
Η θύμηση άχρονη μπροστά σου θα γονατίζει”

Δείτε εδώ όλα τα Ερωτήματα για το 1821

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: