Μιχαήλ Σολόχοφ: «Ο ήρεμος Ντον»

Και τι είναι αυτός ο Τσάρος τέλος πάντων; Μια νούλα! Κι’ η Τσαρίνα; Ξέρεις τι είναι; Μια π…! Κάνουνε πόλεμο, ο πλούσιος μαζεύει πλούτια, κι’ εμείς σκοτωνόμαστε…«Αυτή είναι η κοινωνία που τη φτιάξανε τέτοια απ’ τα παλιά χρόνια για το συμφέρο τους…Κι’ εσύ, κοζάκε, δούλευε, δούλευε σκλάβος όλη σου τη ζωή, και στο τέλος θα πάρεις τον…ξύλινο σταυρό του νεκροταφείου!»

Μιχαήλ Σολόχοφ: «Ο ήρεμος Ντον»

Ο Μιχαήλ Αλεξάνδροβιτς Σολόχωφ, γιος χωρικών από τις στέππες του Ντον, γεννήθηκε στο χωριό Βιοσένσκαγια της περιφέρειας Ντόνιετς, στα 1905, και στις φλέβες του ρέει το κοζάκικο αίμα της μητέρας του. Στα 1918 παράτησε τα γυμνασιακά θρανία για να ζήσει τα γεγονότα της επανάστασης και του εμφύλιου πολέμου. Άρχισε να γράφει 18 χρονών και στα 1925 είχε κιόλας τυπώσει δυό συλλογές με ηθογραφικά διηγήματα. «Ποθούσα να γράψω για το λαό, μέσα στον οποίο γεννήθηκα και που τόσο καλά τον γνώριζα», ομολογούσε.

«Ο ήρεμος Ντον» άρχισε να γράφεται στα 1926 και στα 1928 τυπώθηκε ο πρώτος τόμος. Στα 1929 ακολούθησε ο δεύτερος, στα 1933 ο τρίτος, για να συμπεριληφθεί το επόμενο έτος ολόκληρη η τμηματική αυτή εργασία στον τόμο τούτο με οριστικό πια τίτλο «Ο ήρεμος Ντον». Στο χρονικό διάστημα της συγγραφής του έργου, αναπτυσσόταν στη Σοβιετική Ένωση το γιγαντιαίο και σκληρό έργο της αγροτικής μεταρρύθμισης και η μάχη για την κολλεκτιβοποίηση εμαίνετο στις ρωσικές στέππες.

Κεντρισμένος από τα γεγονότα αυτά, ο συγγραφέας γράφει σύγχρονα με τον «Ήρεμο Ντον», το μυθιστόρημα «Τόργωμα της παρθένας γης», που πολλοί σοβιετικοί κριτικοί, το θεωρούν σαν ταριστούργημά του. Αν στο «Ήρεμο Ντον» παρουσιάζει την ιστορία των κοζάκων, μέχρι το τέλος του εμφύλιου πολέμου, στο δεύτερο μυθιστόρημα περιγράφει την πεισματώδη αντίσταση που συνάντησε η αγροτική μεταρρύθμιση, και την οδυνηρή αντίδραση της ψυχής των πληθυσμών σαυτήν την περίοδο.

Αυτά τα δυό βιβλία έκαμαν το Σολόχωφ διάσημο, και σήμερα τόσο η κριτική, όσο και το αναγνωστικό κοινό του συγγραφέα, που ανέρχεται σε πολλά εκατομμύρια, πιστεύουν σαυτόν, σαν το πιο στερεό εκπρόσωπο της νεαρής σοβιετικής πεζογραφίας. Ο Σολόχωφ είναι ο συγγραφέας, που περισσότερο από κάθε άλλο πέτυχε να πραγματοποιήσει, εμβαθύνοντας και ανακαλύπτοντας την ουσία της ζωής, τη σωστή ερμηνεία και την ανάγλυφη προβολή των απλών ανθρώπων της γης του, με το απέριττο λογοτεχνικό ύφος του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Στα 1930 η σοβιετική λογοτεχνία άρχισε να αναγνωρίζει το δρόμο του κοινωνικού ρεαλισμού, σαν το σωστότερο στην τέχνη, κι ο Σολόχωφ έγινε με μιας το υπόδειγμα και ο προσανατολισμός. Και μέχρι σήμερα, μαζί με τον Έρεμπουργκ, τον Αξάγεφ, το Φαντέγιεφ και την Πανόβα, θεωρείται ένας απ’ τους αντιπροσωπευτικούς εκείνους τεχνίτες της σοβιετικής πεζογραφίας, που μπόρεσαν να φτάσουν σε θριαμβευτικό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία, πως ύστερα απ’ το Γκόρκυ, ο ερημίτης της Βιοσένσκαγια, είναι κείνος που μπόρεσε αντικρύζοντας μια αποφασιστική ιστορική στιγμή, να την ερμηνεύσει με βαρύτητα και πληρότητα. Ο Σολόχωφ αποκαλύπτει στον αναγνώστη την ουσία των γεγονότων, μέσα από μια διήγηση πλατειά και πλούσια από ανθρώπινους τύπους έμπειρα ζωγραφισμένη, και πλαισιωμένη από τη ρωσική φύση. Η γλώσσα του είναι παρμένη απ’ το στόμα του λαού και δεν οφείλει λίγα ο συγγραφέας στο εκφραστικό του όργανο, που με τόση ρωμαλέα ζωντάνια ντύνει το έργο του.

Τα βιβλία του Σολόχωφ έχουν μεταφραστεί σε όλες σχεδόν τις γλώσσες του κόσμου, και ο αριθμός των εκδόσεών τους έφτασε εκεί, που μόνο βιβλία του Γκόρκυ και του Έρεμπουργκ έφτασαν. Οι αναγνώστες του, εκφράζοντας την αγάπη τους στον συγγραφέα, τον εξέλεξαν στα 1937 πολιτικό τους εκπρόσωπο στο Ανώτατο Σοβιέτ. Και τότε ο Σολόχωφ απάντησε στα εκατομμύρια των εκλογέων του:

«Εγώ γεννήθηκα στο Ντον, εδώ μεγάλωσα, εδώ σπούδασα, εδώ έγινα άντρας, συγγραφέας και μέλος του Κόμματος. Είμαι, ναι, παιδί της μεγάλης και δυνατής μας πατρίδας. Όμως, εδώ στις στέππες του Ντον, θέλω να ζήσω και να πεθάνω τέκνο της στέππας».

Ο Σολόχωφ έζησε και ζει στο χωριό του, αν και τόσο δοξασμένος και πλούσιος. Στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο πήρε μέρος σαν απλός στρατιώτης και στην επιστροφή του πανηγύρισε όλη η επαρχία, που από τότε τον βγάζει τακτικά βουλευτή. Μεταπολεμικό του μυθιστόρημα είναι το «Αυτοί πολέμησαν για την πατρίδα».

Με το μυθιστόρημα «Ο ήρεμος Ντον», γνωστό σόλο τον κόσμο, ο Σολόχωφ προτάθηκε το 1955 και για το Βραβείο Νόμπελ, γεγονός που δείχνει πόσο αγαπούν κι’ εκτιμούν το μεγάλο αυτό σοβιετικό συγγραφέα και στο δυτικό κόσμο.

                                                                                           Ρίτα Μπούμη – Παπά

Μιχαήλ Σολόχοφ: «Ο ήρεμος Ντον»

Μιχαήλ Σολόχοφ: «Ο ήρεμος Ντον»

Απόσπασμα από τον Ήρεμο Ντον:

Η οφθαλμολογική κλινική του Σνιεγκίρωφ, είχε ένα μικρό περιβόλι, από κείνα που πολλά σπίτια διαθέτουν στη Μόσχα. Κήποι φυλακισμένοι με κάγκελα και ντουβάρια, αραδιασμένοι σε στενούς ασφυχτικούς δρόμους, που στο πράσινό τους, το μάτι ενός κοζάκου δεν είναι δυνατόν να χαρεί και να ξεκουραστεί. Στον αιχμάλωτο αυτό κήπο της κλινικής, το φθινόπωρο φέτος είχε εγκατασταθεί σα νοικοκύρης. Σκέπαζε με τα πορτοκαλλιά ξερά φύλλα του τα δρομάκια, και το πρωί η πάχνη του πασπάλιζε τα λουλούδια, θαρρείς με στάχτη. Στις σπάνιες λιακάδες, οι άρρωστοι έβγαιναν έξω να σεριανίσουν κάτω απ’ τα δέντρα, και νακούσουν τη θαυμάσια συναυλία απ’ τις καμπάνες της Αγίας Μόσχας. Τις άλλες μέρες, που ο καιρός δεν επέτρεπε, οι άρρωστοι γεμάτοι πλήξη, πηγαινοέρχονταν απ’ τη μια αίθουσα της κλινικής ως την άλλη.

Στην κλινική, οι περισσότεροι ασθενείς ήταν ιδιώτες. Οι τραυματίες του πολέμου, συγκεντρωμένοι όλοι σένα θάλαμο ήταν πέντε: Ο Γιαν Βαρέικης, ένας πανύψηλος ξανθός λεττονός με ξανθό γενάκι και γαλανά μάτια, ο Ιβάν Βρουμπλέσκι, ένας όμορφος δραγώνος ειοσιοχτώ χρονών απ’ την επαρχία Βλαντιμίρ, ο Κόσσιτς, ένας φαντάρος απ’ τη Σιβηρία, ο Μπουρντίν, ένα ζωηρό στρατιωτάκι με κίτρινο δέρμα κι ο Γρηγόρης Μελέχωφ. Περί τα τέλη του Σεπτέμβρη έφτασε κι’ ένας έκτος. Την ώρα πούπιναν  το τσάι τους ένα βράδι, το κουδούνι της πόρτας χτύπησε επίμονα. Ο Γρηγόρης έσκυψε να ιδεί στον προθάλαμο. Τρία πρόσωπα είχαν μπει. Μια νοσοκόμα κι’ ένας άντρας ντυμένος τσερκέζικα, υποβάσταζαν έναν τρίτο απ’ τις μασχάλες, που μόλις θάχε φτάσει απ’ το σταθμό, όπως έδειχνε η λερή χλαίνη του, λεκιασμένη μπροστά με αίματα. Το ίδιο βράδι τον εγχείρησαν. Ο Γρηγόρης κι’ οι άλλοι, με σφιγμένη καρδιά έβλεπαν τις προετοιμασίες και τη μεταφορά του στο χειρουργείο. Ύστερα από λίγα λεπτά, ακούστηκε μια υπόκωφη φωνή να τραγουδάει ένα λαϊκό ουκρανικό τραγούδι. Ο υπνωτισμένος, τραγουδούσε κάτω από την επίδραση του χλωροφόρμιου, όση ώρα ο γιατρός πάσχιζε να του αφαιρέσει απ’ το βολβό του ματιού ένα λεπτό θραύσμα οβίδας, που τούχε σφηνωθεί στην κόρη. Ύστερα απ’ την εγχείρηση, τον μετέφεραν στο θάλαμο των τραυματισμένων. Εικοσιτέσσερις ώρες αργότερα, όταν ξύπνησε απ’ τη μέθη του ναρκωτικού και ξαστέρωσε το μυαλό του, διηγήθηκε πώς τραυματίστηκε στο Βέρμπεργκ, στο γερμανικό μέτωπο. Ονομαζόταν Καράντζα, ήταν πυροβολητής, από την επαρχία Τσερνίκωφ της Ουκρανίας. Ο Γρηγόρης συνδέθηκε αμέσως μαζί του, γιατί ήταν κι’ αυτός μελαψός κι’ ευθύς τον συμπάθησε, και γιατί τα κρεββάτια τους ήταν πλάι – πλάι. Ύστερα απ’ τη βραδινή επίσκεψη του γιατρού κι’ ενώ οι άλλοι κοιμόνταν, αυτοί οι δυό κουβέντιαζαν με σιγανή φωνή.

«Ε, σύντροφε, πώς τα βλέπεις τα πράματα;»

«Κακά, ψυχρά και μαύρα».

«Και το μάτι πώς πάει;»

«Μούκαναν ως τώρα δεκαοχτώ παρακεντήσεις».

«Πονούν;»

«Όχι, χαϊδεύουν! Άκου, πονούν…»

«Βγάλτο».

«Δε θέλω νάμαι γκαβός».

«Σωστά».

Ο νιοφερμένος ήταν γεμάτος χολή κι’ αγανάκτηση. Τάβαζε με την κυβέρνηση, με τον πόλεμο, με τη μοίρα του, με την τροφή της κλινικής, με το μάγειρο, με τους γιατρούς, με όλα. Κι’ η γλώσσα του ήταν φαρμάκι!

«Ξέρεις του λόγου σου, γιατί πολεμήσαμε;»

«Για τον Τσάρο, για την πατρίδα».

«Ζωντόβολο! Πολεμήσαμε για τους «μπουρζίνι» (σημ: λέξη που κατά τη ρωσική επανάσταση, χαρακτήριζε τους πλούσιους και τους γαιοκτήμονες, κι’ είναι παραφθορά της γαλλικής «μπορζουά»).

«Τι είναι οι «μπουρζίνι;» έκανε αθώος ο Γρηγόρης.

«Πουλιά, που ζούνε μέσ’ στο κανάβι».

Ο Γρηγόρης απορούσε. Ο άλλος σιγά – σιγά άρχιζε να του εξηγάει το πώς και το τι. Η φωνή του ζεστή, κατρακυλούσε βιαστικά τις λέξεις.

«Σιγά – σιγά να τα λες, για να τα καταλαβαίνω», είπε ο Γρηγόρης γεμάτος δίψα και περιέργεια. «Σεις οι ουκρανοί, μιλάτε αλλιώτικα».

«Άκου τον κολοκύθα! Δεν καταλαβαίνει…».

«Μίλα αργά. Κάνε μου τη χάρη».

«Πιο αργά απ’ ότι μιλώ; Λοιπόν, εσύ είπες για τον Τσάρο. Ε; Και τι είναι αυτός ο Τσάρος τέλος πάντων; Μια νούλα! Κι’ η Τσαρίνα; Ξέρεις τι είναι; Μια π…! Κάνουνε πόλεμο, ο πλούσιος μαζεύει πλούτια, κι’ εμείς σκοτωνόμαστε. Κατάλαβες; Το λέει και το τραγούδι». Ο ουκρανός τραγούδησε σε ήχο μαρς:

«Αυτοί πούχουν φάμπρικες χρυσάφι στοιβάζουν,
και βότκα βαρέλια και ψητά κατεβάζουν.
Οι φαντάροι πολεμούν, πεινούν, τουρτουρίζουν,
και τις ψείρες στο βρακί τους τσακίζουν».

«Αυτή είναι – συνέχισε – η κοινωνία που τη φτιάξανε τέτοια απ’ τα παλιά χρόνια για το συμφέρο τους, οι «μπουρζίνι».  Κι’ εσύ, κοζάκε, δούλευε, δούλευε σκλάβος όλη σου τη ζωή, και στο τέλος θα πάρεις τον…ξύλινο σταυρό του νεκροταφείου!» έλεγε με μισές ουκρανικές και μισές ρούσικες λέξεις ο τραυματίας.

Μέρα με τη μέρα ο Γρηγόρης ξυπνούσε από ένα σκοτάδι, για να δει σιγά – σιγά μιαν αλήθεια, που ποτέ δε φαντάστηκε να υπάρχει. Ο Καράντζα τον αναστάτωνε, του κλόνιζε την πίστη του με τις πιο απλές ερωτήσεις. Και το φοβερό ήταν πως ο Γρηγόρης, ας μην τομολογούσε, έβλεπε κι’ ένιωθε ως τα βάθη της ψυχής του, πως ο Καράντζα τάλεγε σωστά κι’ είχε δίκιο.

Μέσα σένα μήνα ο ουκρανός κυρίεψε την ψυχή του Γρηγόρη. Μια νύχτα ξύπνησε μένα βραχνά στο στήθος. Αυτά όλα ήταν πράγματα που δε χωρούσαν στο μυαλό του, ξεπερνούσαν τις δυνάμεις του, αγράμματος σχεδόν καθώς ήταν και απροετοίμαστος. Σηκώθηκε και σίμωσε το κρεββάτι του Καράντζα. Απ’ το παράθυρο το φθινοπωρινό φεγγάρι έριχνε μέσα στο θάλαμο ένα πρασινωπό κι’ υγρό φως. Το φασκιωμένο μάτι του Καράντζα τον έκανε άγριο. Ο Γρηγόρης τον άγγιξε.

«Γιατί δεν κοιμάσαι;»

«Δεν μπορώ. Έχασα τον ύπνο μου. Πες μου…»

«Δεν είναι ώρα, νυστάζω», έκανε ο Καράντζα και χασμουρήθηκε.

«Όχι. Θα μου πεις. Εξήγησέ μου αυτό: Ο πόλεμος, άλλους δηλαδή ωφελεί κι’ άλλους ζημιώνει;…»

«Θέλει ρώτημα;…» Αχ – α –  χα – α!» χασμουρήθηκε ο Καράντζα.

«Στάσου», ψιθύρισε ο Γρηγόρης γεμάτος θυμό. «Εσύ λες, πως για να πλουτίζουν οι «μπουρζίνι», οι καπιταλιστές μάς στέλνουνε να σκοτωνόμαστε…Κι’ ο λαός; Δεν το καταλαβαίνει αυτό; Πώς λοιπόν δεν πάνε αυτοί που το ξέρουν να το εξηγήσουν στον κόσμο; Ε;».

«Τρελλάθηκες; Για έβγα εσύ να το πεις! Μη βλέπεις εδώ που τα λέμε…Είμαστε σαν δυό χήνες στον καλαμιώνα. Δεν μας ακούει κανένας. Μα για κάνε πως τα λες όλα αυτά δυνατά! Θα σε τουφεκίσουνε! Αμέ τι νομίζεις, κοθόνι!»

«Τότε λοιπόν; Πώς θα γίνει να το μάθει ο κόσμος;» ρώτησε με αγωνία ο Γρηγόρης.

«Θα τους το μάθει ο πόλεμος. Ύστερα απ’ τη βροντή έρχεται το μπουρίνι. Μη βιάζεσαι».

Ο Καράντζας άρχισε ύστερα να του εξηγεί ψιθυριστά, για να μην ακούνε οι άλλοι, πως οι φαντάροι που πολεμούν ακόμα, έπρεπε να ξεσηκωθούν και να στρέψουν τα όπλα στην κυβέρνηση.

«Δηλαδή να βάλουμε φουρνέλο σε όλα;» ρώτησε πάλι διστακτικός ο Γρηγόρης, σα να κρατούσε κιόλας το φιτίλι στα χέρια.

«Να τους πετάξουμε από πάνω μας, όπως πετάμε ένα βρώμικο σώβρακο. Πρέπει να γδάρουμε αυτούς που μας γδέρνουν!».

«Μα, κι’ άλλη κυβέρνηση κι’ αν έρθει, ο πόλεμος δε θα πάψει. Ο πόλεμος πάντα ήτανε και θάναι. Ποιος μπορεί να τον εμποδίσει;».

«Μαυτή την κυβέρνηση βέβαια…Μα όταν πάρουμε τα γκέμια του αλόγου εμείς…Οι αγρότες, οι εργάτες, οι φτωχοί…Κατάλαβες; Τότες, δε θα γίνεται πια πόλεμος. Κι έτσι θα γίνει, το στανιό τους!» είπε ο Καράντζα και βλαστήμησε με μια πρόστυχη λέξη. «Παντού έτσι θα γίνει! Στη Γερμανία, στη Γαλλία. Για ποιο λόγο να πολεμάμε, ε; Με πείραξε εμένα κανένας γερμανός και πάω και τον σκοτώνω; Πείραξα εγώ κανέναν αυστριακό και με σκοτώνει; Όχι. Κάτω τα σύνορα! Όλοι οι ανθρώποι αδέρφια!» Το μοναδικό του μάτι άστραφτε μέσα απ’ τους επιδέσμους και χαμογέλασε με κάτι δόντια, άσπρα, σαν καινούργια. «Εγώ, Γκρίσσα, για πάρτυ μου, για να δω αυτή την άγια μέρα, θάδινα όλο μου το αίμα, σταλαματιά – σταλαματιά. Θάδινα και τάλλο μου μάτι!…» Αναστέναξε.

Μέχρι το χάραμα κουβέντιαζαν για τέτοια. Την αυγή ο Γρηγόρης έπεσε να κοιμηθεί σέναν ύπνο γεμάτο ταραγμένα όνειρα.

Κατά τις εφτά ξύπνησε από φωνές και κλάματα. Ο Ιβάν Βρουμπλέσκι, έκλαιγε με το πρόσωπο χωμένο στο μαξιλάρι, φυσώντας τη μύτη του μέσα στ’ αναφιλητά του. Γύρω του μαζεμένοι παρηγορητικά τον κοιτούσαν η νοσοκόμα, ο Γιαν Βαρέικης κι’ ο Κόσσιτς.

«Γιατί κλαίει;» ρώτησε ένας άλλος τυφλός, που ξύπνησε.

«Έσπασε το μάτι του, καθώς τόβγαζε απ’ το ποτήρι. Έπεσε κατάχαμα.»

Ένας γερμανός εκρωσισμένος από καιρό, πουλητής γυάλινων ματιών, από πατριωτισμό μοίραζε την πραμάτεια του δωρεάν στους στρατιώτες των νοσοκομείων. Την προηγούμενη μέρα είχαν διαλέξει για το Βρουμπλέσκι ένα γαλανό μάτι σπάνιας τέχνης. Δεν το ξεχώριζες από αληθινό! Κι’ ο Βρουμπλέσκι γελούσε απ’ τη χαρά του σαν παιδί.

«Σα θα γυρίσω στο χωριό», έλεγε τότε, «θα ξεγελώ τα κορίτσια! Μονάχα όταν θα παντρευτώ θα το πω της γυναίκας μου, πως έχω γυάλινο μάτι».

Τώρα έκλαιγε απαρηγόρητα.

«Μην κλαις, θα σου δώσουν άλλο», είπε ο Γρηγόρης.

«Δε θα μου δώσουν. Ένα μάτι στοιχίζει 300 ρούβλια».

Το μεσημέρι ο Βρουμπλέσκι οδηγήθηκε στο κατάστημα του γερμανού, κι’ ο γερμανός τούδωσε ένα άλλο μάτι.

«Είναι καλύτεροι οι γερμανοί από μας! Ένας ρώσος έμπορος ποτέ δε σου δίνει ούτε ένα ξερό σύκο!» έλεγε ο Βρουμπλέσκι. «Και μεις τους πολεμάμε!»

Πέρασε ο Σεπτέμβρης.

Ο Γρηγόρης έγιανε από το μάτι. Μα το τραύμα του κεφαλιού άρχισε να πρήζεται και να πυοροεί. Τον πήραν για άλλο νοσοκομείο. Πριν φύγει, ο Γρηγόρης είπε στον Καράντζα:

«Θα ξαναϊδωθούμε καμμιά φορά;»

«Βουνά με βουνά δε σμίγουν. Μα οι άνθρωποι…»

«Εγώ, χαχόλο, σευχαριστώ γιατί μάνοιξες τα μάτια. Τώρα βλέπω!»

«Κοίτα στο σύνταγμα που θα γυρίσεις, να ξεστραβώσεις κι’ εσύ κανέναν!»

«Έννοια σου».

«Αν καμμιά φορά περάσεις απ’ την επαρχία Τσερνίγκωφ, χωριό Γκοροχόβκα, ζήτησε να ιδείς το σιδερά Αντρέα Καράντζα. Θα χαρώ να σε ξαναδώ. Αντίο, αγόρι!»

Αγκαλιάστηκαν.

Ο Γρηγόρης φύλαξε βαθειά στο μυαλό του την εικόνα του μονόφθαλμου ουκρανού.

Στο νοσοκομείο ο Γρηγόρης έμεινε καμμιά δεκαριά μέρες. Στην ψυχή του ωρίμαζαν αποφάσεις, που ακόμα δεν είχαν πάρει συγκεκριμένη μορφή. Το δηλητήριο που τούχε στάξει στο αίμα κείνος ο Καράντζα με τις ιδέες του, αραίωνε ολοένα την επίδρασή του στις φλέβες του Γρηγόρη. Λιγομίλητος και σκεφτικός, ξεσπιόταν πότε – πότε με ανησυχία, μα ήταν πάντα του έτσι.

Τις πρώτες μέρες ο Γρηγόρης είχε ψηλό πυρετό και τις πέρασε ξαπλωμένος στο κρεββάτι αμίλητος, ακούοντας το βόμβο των αυτιών του.

Κείνες τις μέρες έλαβε χώρα το παρακάτω επεισόδιο:

Επιστρέφοντας από το Βορονιέζ, ένας πρίγκηπας της αυτοκρατορικής οικογένειας, θέλησε να τιμήσει με μια επίσκεψή του το νοσοκομείο, γεμάτο τραυματίες κι’ ανάπηρους. Από πολύ πρωί γιατροί, νοσοκόμοι και λοιπό προσωπικό, είχαν ριχτεί με ζέση στις προετοιμασίες και πηγαινοέρχονταν, καθώς τα ποντίκια σένα σιτοβολώνα που καίει. Οι τραυματίες ντύθηκαν όσο ήταν μπορετό καλύτερα, τα σεντόνια αλλάχτηκαν, κι’ ένας γιατρός προσπαθούσε να μάθει μερικά στοιχεία καλής συμπεριφοράς στους τραχείς στρατιώτες. Η ταραχή της αναμονής μεταδόθηκε και στους τραυματίες. Το μεσημέρι ακούστηκε το κλάξον του πριγκηπικού αυτοκινήτου, και με συνοδεία τη συνηθισμένη του ακολουθία, ο πρίγκηπας μπήκε από τη διάπλατα ανοιγμένη θύρα.

Ένας τραυματίας, εύθυμος, φανφαρόνος και λογάς, βεβαίωνε τους συντρόφους του πως μόλις ακούστηκε η τρόμπα του αυτοκινήτου, η σημαία του νοσοκομείου με τον κόκκινο σταυρό είχε με μιας αρχίσει να κυματίζει, μόλο που κείνη τη μέρα δε σειόταν κλωστή στον αέρα!

Άρχισε η επίσκεψη στους θαλάμους. Ο πρίγκηπας έκανε κουτές ερωτήσεις, κατάλληλες για το περιβάλλον και την περίσταση. Οι τραυματίες, ακολουθώντας τη συμβουλή του γιατρού και με τα μάτια βγαλμένα από τις κόγχες, απαντούσαν λακωνικά: «Μάλιστα, Υψηλότατε». «Όχι, Υψηλότατε». Ο διευθυντής του νοσοκομείου σχολίαζε ύστερα τις απαντήσεις, με μια δουλοφροσύνη που ήταν να τον λυπάσαι. Η Αυτού Αυτοκρατορική Υψηλότης, περνούσε απ’ το ένα κρεββάτι στο άλλο, μοιράζοντας στους τραυματίες μικρά εικονίσματα και βίους των αγίων σε φυλλάδες. Τόσο ο πρίγκηπας όσο και η ακολουθία του, ήταν ντυμένοι με αστραφτερές στολές και στο πέρασμά τους ξεχυνόταν ένα κύμα από αρώματα. Πλησίαζε στο Γρηγόρη, που με το πρόσωπο ισχνό κι’ αξούριστο και με φλογισμένα μάτια, καθόταν στο κρεββάτι του. Το τρεμούλιασμα των ζυγωματικών του προσώπου του μαρτυρούσε όλη του την ταραχή.

«Να, σκέφτηκε, αυτοί είναι που για το γούστο τους, μας πήραν απ’ τα σπίτια μας και μας στέλνουν να σκοτωθούμε. Νάτους! Αχ, σερπετά! Παράσιτα! Αναθεματισμένοι! Να, οι πιο άγριες ψείρες που μας ρουφάν το αίμα! Για να χοντραίνουν λοιπόν αυτοί τα πρισγούλια τους, ήσυχοι στην ησυχία τους, ποδοπατήσαμε μεις με τάλογα χιλιάδες σπαρμένα χωράφια, σκοτώσαμε τόσους ανθρώπους; Κι εγώ μήπως, δε σύρθηκα πληγωμένος μεσ’ στις τσακισμένες σίκαλες, ουρλιάζοντας σαν τρελλός; Μάρπαξαν απ’ την οικογένειά μου, και μέριξαν να λυώνω μεσ’ στους στρατώνες…» Όλες αυτές οι σκέψεις κουβαριάζονταν ταραγμένες στο νου του. Ένας θυμός, που χρόνια είχε στοιβαχτεί ασυνείδητα μέσα του, του στρέβλωνε τώρα τα χείλια. «Κοίταξέ τους, πώς είναι όλοι τους θρεμένοι! Έπρεπε να σας στείλουν και σας ένα φεγγάρι εκεί, καταραμένοι! Πάνω στ’ άλογα, κάτω απ’ τις σφαίρες…Να θραφήτε με μουχλιασμένο ψωμί, σκουληκιασμένο κρέας, και σεις. Να σας φάνε και σας οι ψείρες!…»

Ο Γρηγόρης κοιτούσε αγριωπός τους υπέρκομψους αξιωματικούς της ακολουθίας, και κείνα τα πλαδαρά μάγουλα του αυτοκρατορικού πρίγκηπα.

«Ένας κοζάκος του Ντον, παρασημοφορεμένος με τον πολεμικό σταυρό του Αγίου Γεωργίου», είπε ο αρχίατρος με μια βαθειά υπόκλιση, κι’ έδειξε το Γρηγόρη. Και τόπε μένα καμάρι, σάμπως νάχε πάρει αυτός το σταυρό.

«Από ποια περιφέρεια;» ρώτησε η Αυτού Υψηλότης, κρατώντας στο χέρι το χάρτινο εικονισματάκι με την παφιλένια κορνίζα.

«Της Βιοσένσκαγια, Υψηλότατε».

Στ’ ανοιχτόχρωμα, σαν ξεβαμένα, μάτια της Αυτού Υψηλότητος, διαβάζοταν η αφόρητη πλήξη. Το ξανθοκόκκινο φρύδι του το σήκωνε με προσποίηση, για να πάρει το πρόσωπό του κάποιο ενδιαφέρον. Ο Γρηγόρης για μια στιγμή ένιωσε να τον κεντούν χιλιάδες καρφίτσες, έστι όπως τόνιωθε και στο μέτωπο, σαν ήταν να πάνε για επίθεση. Τα χείλια του στρέβλωσαν και τραύλισαν:

«Θέλω να…Έχω μεγάλη ανάγκη …να…Υψηλότατε…» είπε ο Γρηγόρης κι’ έσκυψε με μια πλατιά κίνηση να πάρει το ουροδοχείο, που ήταν κάτω απ’ το κρεββάτι.

Το φρύδι της Αυτού Υψηλότητος σηκώθηκε ξαφνικά κι’ οριζόντια, και το χέρι που πρόσφερνε το εικονισματάκι, απόμεινε στα μισά του δρόμου. Μένα μορφασμό έσχατης αηδίας και περιφρόνησης, απεύθυνε ύστερα δυό τρεις αγγλικές λέξεις στο στρατηγό με τάσπρα μαλλιά που τον συνόδευε. Η ακολουθία ταράχτηκε συγκρατημένα. Ένας ψηλός αξιωματικός έφερε στα μάτια το άσπρο γαντοφορεμένο χέρι του, ένας άλλος χαμήλωσε το κεφάλι, ένας τρίτος άνοιξε στόμα και μάτια διάπλατα…Ο ασπρομάλλης στρατηγός, απάντησε αγγλικά μένα χαμόγελο γεμάτο σεβασμό. Κάτι είπαν για το Γρηγόρη…Μπορεί, πως ήταν ένας τρελλός…

Τότε, η Αυτού Υψηλότης έτεινε γενναιόδωρα στο Γρηγόρη την εικόνα, κι’ ακόμα ευδόκησε τη μεγάλη χάρη, ναγγίξει με το πριγκηπικό του χέρι τον ώμο του κοζάκου.

Ύστερα απ’ την αναχώρηση των επισκεπτών, ο Γρηγόρης έπεσε στο κρεββάτι. Με κρυμένο το πρόσωπο στο προσκέφαλο, έμεινε μπρούμυτος για κάμποση ώρα. Οι ώμοι του έτρεμαν. Δεν μπορούσες να καταλάβεις, αν έκλαιγε ή αν γελούσε. Σαν σηκώθηκε, είχε τα μάτια στεγνά και το βλέμμα ήρεμο. Αμέσως τον κάλεσαν στο γραφείο του αρχίατρου.

«Βρε, κανάγια!…» άρχισε έξαλλος ο γιατρός.

Ο Γρηγόρης τον σταμάτησε απότομα.

«Δεν είμαι κανάγιας, σερπετό!», είπε κι’ έκανε ένα βήμα μπροστά, τρέμοντας από θυμό. «Κανένας από σας δεν πήγε στο μέτωπο!» Με μιας ησύχασε, σα να ξεθύμανε. Και πρόσθεσε απειλητικά:

«Αφήστε με να πάω στο σπίτι μου!»

Ο γιατρός, οπισθοχωρώντας προφυλακτικά πέρασε πίσω απ’ το μεγάλο γραφείο του, κι’ είπε με φωνή σχεδόν ήμερη:

«Καλά, θα σε στείλουμε. Πήγαινε τώρα στο διάβολο!»

Ο Γρηγόρης βγήκε με αγριεμένα μάτια, μα ωστόσο χαμογελούσε. Η διοίκηση του νοσοκομείου, τον τιμώρησε με τρεις μέρες νηστεία για κείνο το τερατώδικο κι’ ασυγχώρητο κατούρημα, μπροστά στα μάτια της Αυτού Αυτοκρατορικής Υψηλότητος. Τις μέρες αυτές της τιμωρίας, οι σύντροφοι μοίραζαν την τροφή τους μαζί του, κι’ ακόμα, ο μάγειρας που είχε κι’ αυτός παιδί στο μέτωπο, κρυφά του πασάριζε καμμιά λιχουδιά απ’ τα φαγητά των αξιωματικών.

 

Μιχαήλ Σολόχωφ, Ο ήρεμος Ντον, μετφρ. Ρίτας Μπούμη – Παπά, Εκδόσεις Γιαννούλη, Αθήνα 1956, τ.Α
Το σύντομο βιογραφικό σημείωμα της Ρίτας Μπούμη – Παπά.
Στη μεταγραφή ακολουθήθηκε η ορθογραφία της έκδοσης.

Δείτε εδώ όλες τις αναρτήσεις του Αφιερώματος της Κατιούσα στην Οχτωβριανή Επανάσταση

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: